Ο Άγιος Δημήτριος, Μητροπολίτης Ροστόφ

Εικόνα: Ο Άγιος Δημήτριος, Μητροπολίτης Ροστόφ

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Δημήτριος, Μητροπολίτης Ροστόφ

Στις απέραντες πεδιάδες της ουκρανικής γης γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους συναξαριστές της Ορθοδοξίας, στολίδι του ρωσικού μοναχισμού και της θείας γραμματείας. Ο Άγιος Δημήτριος του Ροστόφ ήταν γιος του αξιωματικού Σάββα Τουπτάλα και γεννήθηκε τον Δεκέμβριο του χίλια εξακόσια πενήντα ένα. Πατρίδα του υπήρξε η κωμόπολη Μακάρωφ, που βρίσκεται κοντά στο ιερό Κίεβο, την παλαιά πρωτεύουσα της ορθόδοξης Ρωσίας. Το βαπτιστικό του όνομα ήταν Δανιήλ και ανατράφηκε μέσα σε μια βαθύτατα ευσεβή και φιλόπτωχη χριστιανική οικογένεια.

Διδάχθηκε τα πρώτα του γράμματα και τις βασικές αρχές της πίστεως κοντά στη μητέρα και στους γονείς του. Από το χίλια εξακόσια εξήντα δύο μέχρι το χίλια εξακόσια εξήντα πέντε φοίτησε στο ξακουστό κολλέγιο Κιεβο-Μογγιλιάνσκυ. Εκεί φανερώθηκαν για πρώτη φορά τα σπάνια χαρίσματά του και οι εξαιρετικές διανοητικές του ικανότητες απέναντι στις θείες σπουδές. Πολύ γρήγορα έμαθε σε βάθος την ελληνική και τη λατινική γλώσσα και σπούδασε εξονυχιστικά τις κλασσικές επιστήμες της εποχής.

Στις εννέα Ιουλίου του χίλια εξακόσια εξήντα οκτώ εκάρη μοναχός στην ιερά μονή του Αγίου Κυρίλλου. Πήρε εκεί το όνομα Δημήτριος, προς τιμήν του μεγαλομάρτυρος αγίου Δημητρίου του Θεσσαλονικέως, που πάντοτε ευλαβούνταν με βαθιά αγάπη. Η μοναχική του πορεία άρχισε με έντονη μελέτη, συνεχή προσευχή και αυστηρή ασκητική ζωή κοντά στους γέροντες του Κιέβου. Στις είκοσι πέντε Μαρτίου του χίλια εξακόσια εξήντα εννέα χειροτονήθηκε διάκονος από τον μητροπολίτη Κιέβου Ιωσήφ.

Στις είκοσι τρία Μαΐου του χίλια εξακόσια εβδομήντα πέντε ανυψώθηκε στο αξίωμα του πρεσβυτέρου από τον αρχιεπίσκοπο Τσερνιγώφ Λάζαρο. Υπηρέτησε με ζήλο ως ιεροκήρυκας και κατόπιν ως ηγούμενος σε διάφορες ιστορικές μονές της Ουκρανίας, της Λιθουανίας και της Λευκορωσίας. Γύρω στο χίλια εξακόσια ογδόντα τέσσερα ξεκίνησε στη Λαύρα του Κιέβου το μνημειώδες μεγάλο έργο της ζωής του. Ασχολήθηκε με ευλάβεια με τη σύνταξη του Συναξαριστού των Αγίων, ένα έργο τιτάνιο για ολόκληρο το εκκλησιαστικό έτος.

Ο προϊστάμενος της Λαύρας, ο αρχιμανδρίτης Βαρλαάμ Γιασίνσκυ, γνώριζε καλά το υψηλό διανοητικό επίπεδο και τη φιλοπονία του Δημητρίου. Εκτιμούσε ιδιαίτερα την παιδεία του και τα μοναδικά λογοτεχνικά του χαρίσματα και τον προέτρεψε επίμονα να αναλάβει το έργο. Έτσι ο μακάριος ιερομόναχος αφιερώθηκε ολόψυχα στη συγγραφή των βίων όλων των αγίων της εκκλησιαστικής παραδόσεως. Συγκέντρωσε με πολύ κόπο και ανέλυσε με προσοχή πλήθος ελληνικών, σλαβικών και λατινικών πηγών για κάθε ιερή μνήμη.

Παρουσίαζε το πλούσιο υλικό σε φυσική και ρέουσα γλώσσα, αντάξια του υψηλού θέματος και ταυτόχρονα προσιτή σε όλους τους πιστούς. Η θεία βοήθεια και η χάρη του Κυρίου δεν εγκατέλειψαν τον άγιο σε όλη την εικοσαετή διάρκεια του εργώδους αυτού πνευματικού μόχθου. Από εκείνη τη χρονιά ολόκληρη η υπόλοιπη ζωή του αφιερώθηκε αποκλειστικά στη σύνταξη του πολύτιμου αυτού Συναξαριστού. Το χίλια εξακόσια ογδόντα οκτώ εκτυπώθηκε επίσημα ο πρώτος μεγάλος τόμος, που κάλυπτε τους μήνες Σεπτέμβριο, Οκτώβριο και Νοέμβριο.

Το χίλια εξακόσια ενενήντα πέντε ολοκληρώθηκε ο δεύτερος τόμος με τους μήνες Δεκέμβριο, Ιανουάριο και Φεβρουάριο. Το χίλια επτακόσια κυκλοφόρησε ο τρίτος μεγάλος τόμος, που περιλάμβανε τους μήνες Μάρτιο, Απρίλιο και Μάιο της εκκλησιαστικής περιόδου. Στο μεταξύ το σπάνιο κηρυκτικό χάρισμα και το συγγραφικό έργο του ιερομόναχου Δημητρίου είχαν προσελκύσει την προσοχή του πατριάρχη Αδριανού. Άλλοι σπουδαίοι εκκλησιαστικοί αξιωματούχοι εκτίμησαν επίσης βαθιά τα πνευματικά του προσόντα, τις αρετές και τον ένθεο ζήλο της ψυχής του.

Έτσι, στις είκοσι τρία Μαρτίου του χίλια επτακόσια ένα, χειροτονήθηκε στον ιερό ναό της Κοιμήσεως του Κρεμλίνου. Ανέλαβε τότε το αξίωμα του μητροπολίτη Τομπόλσκ και Σιβηρίας, σε μια απέραντη και δύσκολη επαρχία της αυτοκρατορίας. Επειδή όμως η εύθραυστη υγεία του δεν επέτρεπε την παραμονή του στις παγωμένες περιοχές της Σιβηρίας, η Σύνοδος μετακίνησε τον άγιο. Στις τέσσερις Ιανουαρίου του χίλια επτακόσια δύο εκλέχτηκε μητροπολίτης Ροστόφ και Γιαροσλάβ και ανέλαβε αμέσως τη νέα του ποιμαντική διακονία.

Η μετάθεση αυτή ήταν θεία οικονομία, που του χάρισε την ευκαιρία να συνεχίσει με ηρεμία το συγγραφικό του έργο. Μόλις έφτασε στην έδρα του, την πρώτη Μαρτίου του χίλια επτακόσια δύο, ξεκίνησε ένα ευρύ ιεραποστολικό και πνευματικό έργο. Σκόπευε με βαθύτητα στην πνευματική και υλική ανόρθωση ολόκληρης της επαρχίας και του πληγωμένου ποιμνίου του. Δυστυχώς όμως οι περισσότεροι οραματισμοί του παρέμειναν ανεκπλήρωτοι ή ημιτελείς, λόγω της σοβαρής έλλειψης οικονομικών μέσων.

Ήταν η εποχή όπου η πολιτεία επιζητούσε με κάθε μέσο να περιορίσει δραστικά τις δυνατότητες της Εκκλησίας. Έπληττε πρωτίστως την οικονομική ευρωστία των ναών και των μονών, αφαιρώντας τους πόρους που στήριζαν τη φιλανθρωπία τους. Ο Άγιος Δημήτριος αγωνίστηκε ωστόσο σθεναρά για την ενότητα της Ρωσικής Εκκλησίας, που είχε χτυπηθεί από βαρύ σχίσμα. Πρόκειται για το γνωστό σχίσμα των παλαιοπίστων ή ρασκόλνηκων, που είχε διασπάσει την πνευματική ζωή της Ρωσίας.

Αυτοί είχαν χωριστεί από την Ορθόδοξη Εκκλησία τον δέκατο έβδομο και δέκατο όγδοο αιώνα, μετά τις διορθώσεις των λειτουργικών βιβλίων. Οι αλλαγές αυτές είχαν γίνει από την Ιερά Σύνοδο με πρωτοβουλία του πατριάρχη Μόσχας Νίκωνος, χωρίς να γίνουν αποδεκτές από όλους. Εκτός από τα πολυάριθμα κηρύγματά του, αφιέρωσε στη μελέτη και την κριτική της σχισματικής διδασκαλίας το ξεχωριστό έργο «Έρευνα περί της πίστεως του Μπρύνσκ». Με το έργο αυτό προσέφερε στους πιστούς ισχυρά θεολογικά επιχειρήματα για την κατανόηση και την αντιμετώπιση του οδυνηρού σχίσματος.

Το Μπρύνσκ ήταν η περιοχή όπου ζούσαν οι περισσότεροι σχισματικοί ρασκόλνηκοι της εποχής αυτής στη ρωσική γη. Το χίλια επτακόσια εννέα, στο τελευταίο έτος της επίγειας ζωής του, ο άγιος Δημήτριος ολοκλήρωσε και τον τέταρτο τόμο του Συναξαριστού. Ο τέταρτος αυτός τόμος περιελάμβανε τους μήνες Ιούνιο, Ιούλιο και Αύγουστο και έκλεινε το πελώριο συγγραφικό του εγχείρημα. Συγχρόνως αναθεώρησε με προσοχή και τους προηγούμενους τρεις τόμους, διορθώνοντας ατέλειες και προσθέτοντας νέα στοιχεία στους βίους.

Στις εικοστή ογδόη Οκτωβρίου του χίλια επτακόσια εννέα, κατά τη διάρκεια νυχτερινής προσευχής, ο άγιος ιεράρχης αναπαύθηκε εν Κυρίω. Έζησε μέχρι το τέλος μέσα σε απόλυτη ευαγγελική πτώχεια, αληθινός μιμητής των πρώτων ασκητών της Ορθοδόξου Εκκλησίας. Εκτός από βιβλία και χειρόγραφα δεν βρέθηκε στα προσωπικά του πράγματα κανένα άλλο περιουσιακό στοιχείο, ούτε χρήματα ούτε τιμαλφή. Τούτο το επιβεβαιώνει και η συγκινητική του διαθήκη, που παραμένει υπόδειγμα ορθόδοξης αυτογνωσίας και πτωχείας μέχρι σήμερα.

Ετάφη στη μονή του αγίου Ιακώβου του Ροστώφ, σε μια γωνιά του Καθολικού, που ο ίδιος με ταπείνωση είχε επιλέξει. Η ταφή του έγινε στις είκοσι πέντε Νοεμβρίου του χίλια επτακόσια εννέα, με συμμετοχή πλήθους ευλαβών χριστιανών. Όλη η πόλη του Ροστώφ συγκλονίστηκε από την κοίμηση του αγίου ποιμένος, που είχε γίνει στοργικός πατέρας του λαού. Η εύρεση του ιερού του σκηνώματος έγινε στις είκοσι μία Σεπτεμβρίου του χίλια επτακόσια πενήντα δύο, ύστερα από αρκετές δεκαετίες.

Το δρύινο φέρετρο και τα χειρόγραφα μέσα σε αυτό είχαν σχεδόν καταστραφεί από τη μεγάλη υγρασία του τόπου. Το σώμα όμως του αγίου ιεράρχου βρέθηκε εντελώς άφθορο, καθώς επίσης και η αρχιερατική του ενδυμασία και το μεταξωτό κομποσχοίνι. Το χαριτόβρυτο σκήνος του, μετά την ανεύρεση, άρχισε αμέσως να χαρίζει θαυμαστά τη θεραπεία σε πολλούς ασθενείς. Επιτελούσε ποικίλα θαύματα και απάλυνε τους πόνους όσων το πλησίαζαν με πίστη, ευλάβεια και βαθιά συντριβή ψυχής.

Γι’ αυτό η λαϊκή εκκλησιαστική συνείδηση του απέδωσε με ομοφωνία την προσωνυμία του θαυματουργού και προστάτη των πασχόντων. Όταν η Ιερά Σύνοδος πληροφορήθηκε επίσημα τα γεγονότα, απέστειλε ειδική επιτροπή για έρευνα στον ιερό τόπο. Αποτελείτο από τον μητροπολίτη Σουζντάλ Σίλβεστρο και τον αρχιμανδρίτη της μονής Σιμωνώφ Γαβριήλ, που εξέτασαν το σκήνωμα. Μετά από εισήγηση της επιτροπής, στις είκοσι εννέα Απριλίου του χίλια επτακόσια πενήντα επτά, η Ιερά Σύνοδος προέβη σε αγιοκατάταξη.

Συγκατέλεξε επίσημα τον αοίδιμο μητροπολίτη Ροστόφ και Γιαροσλάβ Δημήτριο, κατά κόσμον Δανιήλ Σάββιτς Τουπταλα, στη χορεία των αγίων. Πρεσβείαις του εν αγίοις πατρός ημών Δημητρίου, μητροπολίτου Ροστόφ και θαυματουργού του ευλογημένου Συναξαριστού, Κύριε Ιησού Χριστέ, ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον τας ψυχάς ημών, αμήν.

Το διάβασαν5μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Ιεράρχες
Επισκέπτες σήμερα: … Συνολικές επισκέψεις: …