Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Βησσαρίων Σαράι ο Ομολογητής
Σε μια εποχή που χιλιάδες Ορθόδοξοι Ρουμάνοι πιέζονταν να μπουν στην ένωση με τη Ρώμη, ένας ταπεινός Σέρβος μοναχός διέσχισε τα Καρπάθια κρατώντας τον σταυρό. Ο Όσιος Βησσαρίων γεννήθηκε στη Βοσνία το χίλια επτακόσια δεκατέσσερα και ανατράφηκε από βρέφος μέσα στην ορθόδοξη σερβική παράδοση. Από νεαρή ηλικία ποθούσε τη μοναχική ζωή και έλαβε την κουρά στη Μονή του Αγίου Σάββα στους Αγίους Τόπους το χίλια επτακόσια τριάντα οκτώ. Επέστρεψε ύστερα στη Σερβία και έζησε αρκετά χρόνια μέσα σε μια σπηλιά ως ησυχαστής, ασκούμενος μέρα και νύχτα στην προσευχή και τη νηστεία.
Έλαβε από τον Θεό το χάρισμα να επιτελεί θαύματα και η φήμη του απλώθηκε στις γύρω περιοχές, ώστε πολλοί να καταφεύγουν στον αγωνιστή ασκητή. Εκείνη την εποχή υπήρχε μεγάλη αναταραχή στο Μπανάτ και την Τρανσυλβανία, επειδή πολλοί Ορθόδοξοι Ρουμάνοι είχαν εξαναγκαστεί να ενωθούν με τη Ρώμη. Ο Πατριάρχης Αρσένιος στο Κάρλοβιτς άκουσε για τον άγιο και ασκητικό βίο του Βησσαρίωνα και ζήτησε να τον γνωρίσει από κοντά. Αφού τον χειροτόνησε πρεσβύτερο, τον έστειλε με αποστολή να υπερασπιστεί την Ορθόδοξη πίστη στις περιοχές βορειοδυτικά των Καρπαθίων, ανάμεσα στους πιεσμένους Ορθοδόξους πληθυσμούς.
Έτσι ο Βησσαρίων ξεκίνησε χωρίς δισταγμό για την επικίνδυνη αυτή ιεραποστολή, με μόνο εφόδιο τη χάρη του Χριστού. Ο Όσιος έφτασε στο Μπανάτ τον Ιανουάριο του χίλια επτακόσια εβδομήντα τέσσερα και τον υποδέχτηκε με θέρμη ο ντόπιος λαός. Εκατοντάδες άνθρωποι έσπευδαν να ακούσουν τα κηρύγματά του, και πολλοί από αυτούς επέστρεψαν στην Ορθόδοξη Εκκλησία. Τους παρακινούσε να μην εγκαταλείψουν την πίστη που τους παρέδωσαν οι πατέρες τους, αλλά να μείνουν σταθεροί και αμετακίνητοι.
Κήρυξε στην Τιμισοάρα, στη Λίποβα Αράντ, στη Ντέβα, στην Οραστιέ, στη Σαλίστεα του Σιμπίου και αλλού. Σε κάθε χωριό έστηνε στη μέση έναν ξύλινο σταυρό, και ο κόσμος συγκεντρωνόταν εκεί για να ακούσει τον λόγο του Θεού. Παντού σχεδόν κατάφερε να ξαναφέρει τους πιστούς στην αγκαλιά της Ορθόδοξης Εκκλησίας, και αυτό ενόχλησε σφόδρα τις καθολικές αρχές της εποχής. Στις είκοσι έξι Απριλίου του χίλια επτακόσια σαράντα τέσσερα συνελήφθη από τον αυστριακό στρατό, καθώς πορευόταν προς το Σιμπίου.
Τον μετέφεραν στη Βιέννη, τον δίκασαν και τον έριξαν στη φυλακή του Κούφσταϊν, με εντολή της αυτοκράτειρας Μαρίας Θηρεσίας. Εκεί υπέφερε πολλά εξαιτίας της ομολογίας του και ύστερα από έναν περίπου χρόνο αλυσοδεμένος και βασανισμένος παρέδωσε το πνεύμα του στον Θεό. Η Ιερά Σύνοδος της Ρουμανικής Εκκλησίας τον κατέταξε στους Αγίους το χίλια εννιακόσια πενήντα, ορίζοντας ως μνήμη του την εικοστή πρώτη Οκτωβρίου. Ταις πρεσβείαις του Οσίου Βησσαρίωνος του Ομολογητού, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.