Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιοι Σέργιος και Βάκχος οι Μεγαλομάρτυρες
Στα παλάτια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, ανάμεσα σε στρατιωτικά πλήθη και λάμψεις χρυσού, υπηρετούσαν με ξεχωριστή τιμή δύο επίλεκτοι αξιωματικοί. Ονομάζονταν Σέργιος και Βάκχος, τους διέκρινε μεγάλη ανδρεία στα πεδία των μαχών και σπάνια σωφροσύνη στην καθημερινή ζωή. Ο αυτοκράτορας τους εκτιμούσε βαθιά για τη γενναιότητα και την ευθύκριτη πίστη που έδειχναν στη βασιλική του υπηρεσία. Γι' αυτό τους είχε απονείμει τα υψηλά αξιώματα του πριμικηρίου της σχολής των Κεντηλίων και του σεκουνδουκηρίου αντίστοιχα.
Οι δύο όμως νέοι, παρά τα λαμπρά κοσμικά αξιώματα, ζητούσαν στα κρυφά τη χάρη του ουράνιου Βασιλέως. Πίστευαν με όλη τους την καρδιά στον Κύριο Ιησού Χριστό και του προσέφεραν τη μυστική λατρεία της ζωής τους. Όταν ο Μαξιμιανός έμαθε από φθονερούς συκοφάντες ότι οι δύο επίλεκτοι στρατιώτες του ήταν χριστιανοί, αρνήθηκε στην αρχή να το πιστέψει. Για να βεβαιωθεί λοιπόν χειροπιαστά, οργάνωσε λαμπρές δημόσιες τελετές με αιματηρές θυσίες σε ναό των ψεύτικων ειδώλων.
Κάλεσε επίσημα τους Σέργιο και Βάκχο να παραστούν μαζί του και να προσφέρουν θυμίαμα στους δαίμονες. Οι δύο πιστοί στρατιώτες αρνήθηκαν εντελώς και ομολόγησαν τον Χριστό με θαρραλέο και αταλάντευτο φρόνημα μπροστά σε όλους. Παρέμειναν με σεμνότητα έξω από τον ναό, χωρίς να μπουν με τον αυτοκράτορα στο μιαρό συναπάντημα των ψεύτικων ειδώλων. Ο εξαγριωμένος αυτοκράτορας διέταξε αμέσως να τους αφαιρέσουν τα διάσημα των στρατιωτικών αξιωμάτων τους και τις χρυσές πλούσιες ζώνες τους.
Τους έντυσαν με χλευαστική διάθεση σε γυναικείες ταπεινές στολές και τους πέρασαν στον λαιμό σιδερένιους ζυγούς αλυσίδων. Έτσι τους περιέφεραν με ντροπή μέσα στους δρόμους της πόλης, για να γελάει και να σκώπτει ο όχλος των ειδωλολατρών. Έπειτα από αυτή τη διαπόμπευση, ο αυτοκράτορας τους έστειλε δεμένους σε έναν σκληρόψυχο δούκα της Ανατολής, τον Αντίοχο. Αυτός ο άνθρωπος ήταν φοβερός διώκτης των χριστιανών και είχε φτάσει στο αξίωμά του με τη μεσιτεία ακριβώς των δύο μαρτύρων.
Όταν τους είδε ενώπιόν του στο δικαστήριο, τους προσφώνησε υποκριτικά ως ευεργέτες και τους παρακάλεσε να λυπηθούν τους εαυτούς τους. Οι μάρτυρες όμως του απάντησαν με τα ίδια τα λόγια του Αποστόλου Παύλου ότι σε αυτούς ζωή είναι ο Χριστός. Ο θάνατος για το όνομά του είναι το μεγαλύτερο κέρδος, αφού φέρνει την αιώνια ένωση με τον Νυμφίο της ψυχής. Με ανείπωτη οργή ο Αντίοχος έδωσε αμέσως διαταγή να μαστιγώσουν τον Βάκχο χωρίς καμία ευσπλαχνία και χωρίς διακοπή.
Οι δήμιοι χτυπούσαν συνεχώς το ιερό σώμα του μάρτυρα, μέχρι που εκείνος παρέδωσε γαλήνια την μακαρία ψυχή του στον Κύριο. Στον Σέργιο, που αγωνιζόταν ακόμη μόνος του, ο τύραννος επιχείρησε με κολακείες να σώσει την επίγεια ζωή του. Του υποσχέθηκε χάρες και τιμές, αν αρνιόταν τον Χριστό και προσέφερε θυσία στα είδωλα της αυτοκρατορίας. Η γενναία απάντηση του μάρτυρα δεν άργησε να ακουστεί και να συντρίψει κάθε ελπίδα του διώκτη. «Σε μένα», του είπε ο άγιος, «ζωή είναι ο Χριστός και ο θάνατος είναι το πιο μεγάλο κέρδος».
Έτσι θα ενωθώ πλήρως, του πρόσθεσε, με τον Νυμφίο της ψυχής μου που τόσο πολυπόθητα αναζητώ. Ο Αντίοχος τότε διέταξε να του φορέσουν σιδερένιες υποδήσεις με μυτερά καρφιά κάτω από τις πατούσες του. Με αυτά τα μαρτυρικά υποδήματα τον υποχρέωσε να τρέξει για πολλά μίλια μπροστά από το άρμα του. Ο άγιος έψαλλε στον δρόμο τους ψαλμούς του Δαβίδ, ενώ άγγελος Κυρίου επισκέφθηκε τη νύχτα τη φυλακή του. Ο ίδιος ο ουράνιος αγγελιοφόρος του γιάτρεψε όλες τις πληγές των ποδιών του, ώστε να βαδίσει το πρωί χωρίς πόνο.
Στο τέλος ο τύραννος τον οδήγησε στην πόλη Ρώσαφα, όπου του απέκοψαν με σπαθί την τίμια κεφαλή του. Αργότερα ο αυτοκράτορας Ιουστινιανός ανήγειρε στην Κωνσταντινούπολη λαμπρό ναό προς τιμήν τους, τη γνωστή Μικρή Αγία Σοφία. Ταις πρεσβείαις των αγίων μεγαλομαρτύρων Σεργίου και Βάκχου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.