Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Άγιος Ευστάθιος ο Μάρτυς
Στους πρώιμους εκείνους αιώνες των χριστιανικών διωγμών, όταν το αίμα των μαρτύρων πότιζε καθημερινά την γη της Μικρής Ασίας, αναδείχθηκε ένας γενναίος στρατιώτης ονόματι Ευστάθιος. Υπηρετούσε στις αυτοκρατορικές λεγεώνες της Άγκυρας και έφερε με τιμή το ξίφος του στρατιώτου, αλλά πολύ περισσότερο έφερε στην καρδιά του την σφραγίδα του Σταυρού. Φύλαγε αδιαλείπτως τις εντολές του Κυρίου του και ομολογούσε με παρρησία την πίστη του στους συστρατιώτες του ως υπηρέτης του Παμβασιλέως. Όταν οι ειδωλολάτρες της πόλεως πληροφορήθηκαν την χριστιανική του ταυτότητα, τον συνέλαβαν και τον έσυραν με βία ενώπιον του ηγεμόνος Κορνηλίου.
Ο μάρτυς στάθηκε άφοβος ενώπιον του δικαστού και ομολόγησε με σταθερή φωνή τον Χριστόν Θεόν αληθινόν, αρνούμενος τους νεκρούς θεούς των ειδωλολατρών. Ο ηγεμών εξοργίστηκε από την παρρησία του και πρόσταξε να τον κτυπήσουν ανηλεώς με ραβδιά και μάστιγες. Οι δήμιοι έσχισαν τις σάρκες του μάρτυρος με ραβδιά τραχιά και διαπέρασαν τις άγιες πτέρνες του με αιχμηρά σιδερένια εργαλεία πυρακτωμένα. Ύστερα έδεσαν στις πληγωμένες πτέρνες του χονδρά σχοινιά και τον έσυραν δι' όλης της πόλεως, μέχρι τον ποταμό Σαγγάριο.
Ο ίδιος ο ηγεμών ακολουθούσε από πίσω επί του ίππου του, παρακολουθώντας με σκληρή χαιρεκακία το οδυνηρό βασανιστήριο του γενναίου στρατιώτου του Χριστού. Στην όχθη του ποταμού οι δήμιοι έφεραν ένα ξύλινο κιβώτιο, σαν φέρετρο πρόχειρο, και τοποθέτησαν μέσα τον αιμόφυρτο μάρτυρα. Σφράγισαν το κιβώτιο και το πέταξαν στο ορμητικό ρεύμα, βέβαιοι ότι ο Ευστάθιος θα πνιγόταν στα νερά. Όμως ο Κύριος, που γνωρίζει να αμείβει τους πιστούς δούλους Του και να φυλάσσει τους μάρτυρές Του, απέστειλε άγγελον φωτεινόν εξ ουρανού.
Ο άγγελος έλαβε το κιβώτιο μέσα από τα κύματα και το έβγαλε σώο στην απέναντι όχθη του ποταμού με δύναμη ανείπωτη. Ο μάρτυς, ζωντανός μέσα στο κιβώτιο, έψαλλε με χαρά τον ενενηκοστό πρώτο ψαλμό του Δαβίδ, λέγοντας ο κατοικών εν βοηθεία του Υψίστου. Η φωνή του γέμιζε την όχθη του ποταμού και ακουγόταν θαυμαστά διά μέσου του ξύλου του κιβωτίου. Όλοι όσοι παρακολουθούσαν από την άλλη όχθη έμειναν εμβρόντητοι ενώπιον του παράδοξου τούτου θαύματος, μη πιστεύοντας στα μάτια τους.
Ο ηγεμών Κορνήλιος αισθάνθηκε κατάφωρα ντροπιασμένος, βλέποντας ότι οι θεοί του ηττήθηκαν από τον Σταυρωμένο Ναζωραίο. Αντί όμως να μετανοήσει και να δοξάσει τον Θεόν των χριστιανών, παρέμεινε στην πώρωση της απιστίας του ως πέτρα. Έσυρε το ίδιο του το ξίφος και αυτοκτόνησε επί τόπου, παραδίδοντας την μαύρη ψυχή του στον τόπο της κολάσεως. Ο μακάριος μάρτυς, ασφαλής στην απέναντι όχθη του Σαγγαρίου, ευχαριστούσε τον Κύριον για την θαυμαστή απαλλαγή του.
Ο άγιος Ευστάθιος προσευχήθηκε στον Θεόν για να λάβει την τελική ανταμοιβή του, μετά από τόσους πόνους και δοκιμασίες των βασάνων. Ένα φωτεινό περιστέρι κατέβηκε εξ ουρανού, φέρνοντας στο ράμφος του τα Άχραντα Μυστήρια του Σώματος και του Αίματος του Σωτήρος Χριστού. Ο άγγελος Κυρίου παρέλαβε το ουράνιο δώρο και κοινώνησε τον μάρτυρα με τα τίμια θεουργά Μυστήρια. Η ψυχή του Ευσταθίου γέμισε με χαρά απερίγραπτη και με ειρήνη πνευματική, καθώς ένωνε τον εαυτό του με τον αγαπημένο Σωτήρα του.
Αμέσως μετά την Θεία Κοινωνία, ο άγιος παρέδωσε εν ειρήνη το πνεύμα του στα χέρια του Δεσπότου Χριστού. Οι πιστοί χριστιανοί της Άγκυρας ανέσυραν με ευλάβεια το άγιο σώμα από το κιβώτιο και το ενταφίασαν με τιμές μέσα στην πόλη τους. Τα τίμια λείψανα του μάρτυρος έγιναν πηγή ιαμάτων για όσους προσέρχονταν με πίστη στον τάφο του. Πολλοί βαριά ασθενείς λάβαιναν θαυμαστές θεραπείες σώματος και ψυχής, και αμέτρητοι θλιμμένοι έβρισκαν παρηγορία βαθιά στις δοκιμασίες της επίγειας ζωής.
Η μνήμη του γενναίου τούτου στρατιώτου του Χριστού διαδόθηκε σε όλη την οικουμένη και τιμάται μέχρι των ημερών μας με αγάπη πολλή. Άγιε Μάρτυς Ευστάθιε, στρατιώτη του Παμβασιλέως Χριστού και νικητά των ειδώλων, πρέσβευε υπέρ ημών των αμαρτωλών στον θρόνο της Δόξης. Δώρισέ μας ανδρεία πνευματική στους καθημερινούς μας πειρασμούς και στερέωσε την πίστη μας ενώπιον των πειρασμών του εχθρού. Αμήν, γένοιτο, διά των αγίων πρεσβειών σου, Κύριε Ιησού Χριστέ, Σωτήρ ημών και Λυτρωτά των ψυχών.