Από την πόλη της Ταρσού της Κιλικίας, στη νοτιοανατολική Μικρά Ασία, καταγόταν ο μέγας Απόστολος Παύλος, τιμημένος ως κορυφαίος της Εκκλησίας. Γεννήθηκε από Εβραίους γονείς της φυλής του Βενιαμίν, οι οποίοι κατείχαν την περίοπτη ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη μέσα στην αυτοκρατορία της εποχής. Πριν λάβει το όνομα Παύλος, ονομαζόταν Σαούλ, που σημαίνει στα εβραϊκά «ο ζητούμενος από τον Θεό», και είχε λάβει επιμελημένη μόρφωση στην εβραϊκή και την ελληνική παιδεία. Σπούδασε στα Ιεροσόλυμα κοντά στον περίφημο διδάσκαλο Γαμαλιήλ, ανάμεσα στα παιδιά του οποίου διέπρεψε για τη γνώση του Μωσαϊκού Νόμου και για τον ζήλο των πατρώων παραδόσεων.
Έγινε φανατικός φαρισαίος, και όταν ήταν νέος συμμετείχε έμμεσα στον λιθοβολισμό του πρωτομάρτυρα Στεφάνου, καθώς φύλαγε τα ρούχα όσων τον λιθοβολούσαν. Στη συνέχεια καταδίωξε με μανία τους χριστιανούς της Ιερουσαλήμ, μπαίνοντας στα σπίτια και ρίχνοντας στις φυλακές άνδρες και γυναίκες της νεόδμητης Εκκλησίας. Δεν αρκέστηκε όμως στους διωγμούς της Ιερουσαλήμ, αλλά ζήτησε από τους αρχιερείς εξουσιοδοτήσεις για να συλλάβει τους πιστούς της Δαμασκού της Συρίας. Έλαβε γράμματα από τον αρχιερέα προς τις τοπικές συναγωγές και ξεκίνησε με ορμητικό βήμα προς την πόλη, αναζητώντας με μανία τους χριστιανούς, άνδρες και γυναίκες πιστούς της νέας πίστεως.
Καθώς ο Σαούλ πλησίαζε τη Δαμασκό για να συνεχίσει τους διωγμούς του, μέσα στο φως του μεσημεριού τον περιέλουσε αιφνίδια ένα εκτυφλωτικό ουράνιο φως. Έπεσε αμέσως στη γη και άκουσε τη φωνή του Κυρίου, που τον ρώτησε «Σαούλ, Σαούλ, γιατί με διώκεις, και είναι σκληρό για σένα να κλωτσάς στα κεντρί». Έντρομος και κατάπληκτος ρώτησε ποιος είναι, και άκουσε την απάντηση «Εγώ είμαι ο Ιησούς, τον οποίο εσύ διώκεις, και τώρα σήκω και πήγαινε στην πόλη». Ο Σαούλ τυφλώθηκε για τρεις ολόκληρες ημέρες, μέσα στις οποίες δεν έφαγε και δεν ήπιε τίποτα, αλλά βρισκόταν αδιάλειπτα σε προσευχή.
Ο Κύριος εμφανίστηκε σε όραμα στον Απόστολο Ανανία στη Δαμασκό και του παρήγγειλε να πάει να βρει τον Σαούλ και να του φέρει τη θεραπεία. Ο Ανανία πήγε στο σπίτι όπου βρισκόταν ο Σαούλ, του ακούμπησε τα χέρια στο κεφάλι, και αμέσως έπεσαν από τα μάτια του κάποια λέπια και ξαναβρήκε το φως του. Σηκώθηκε αμέσως, βαπτίστηκε από τον Ανανία και έλαβε το όνομα Παύλος, που σημαίνει στα λατινικά μικρός και ταπεινός. Από διώκτης της Εκκλησίας μετατράπηκε σε φλογερό κήρυκα του Χριστού, και άρχισε να κηρύττει στις συναγωγές της Δαμασκού ότι ο Ιησούς είναι ο Υιός του Θεού.
Ο Παύλος έγινε ο διαλεχτός Απόστολος των εθνών και ξεκίνησε τέσσερις μεγάλες περιοδείες, που περιέλαβαν την Κύπρο, τη Μικρά Ασία, την Ελλάδα, την Ιταλία και τη Δύση. Στη Σύνοδο της Ιερουσαλήμ του πενήντα μετά Χριστόν στήριξε με τη μαρτυρία του την απαλλαγή των εξ εθνών χριστιανών από τις διατάξεις του Μωσαϊκού νόμου. Έτσι άνοιξε ο δρόμος για ολόκληρη την οικουμένη και ο Απόστολος ονομάστηκε δικαίως «Απόστολος των εθνών», με βαθιά και μακραίωνη επίδραση. Στους Φιλίππους θεράπευσε με προσευχή νεαρή υπηρέτρια κυριευμένη από πνεύμα μαντικό, και βρέθηκε για αυτό φυλακισμένος μαζί με τον Σίλα.
Στην Αθήνα, μπροστά στον Άρειο Πάγο, κήρυξε με παρρησία τον αληθινό Θεό, αναφερόμενος στον βωμό «αγνώστω Θεώ», και προσέλκυσε τον Διονύσιο τον Αρεοπαγίτη. Στην Έφεσο επιτέλεσε πλήθος θαυμάτων, και ακόμη και τα μαντίλια του θεράπευαν τους ασθενείς, ενώ έδιωχνε δαίμονες με την επίκληση του ονόματος του Χριστού. Πολλοί μάγοι μετανόησαν και έκαψαν δημόσια τα μαγικά τους βιβλία, η αξία των οποίων υπολογίστηκε σε πενήντα χιλιάδες δραχμές της εποχής εκείνης. Στην Τρωάδα ανέστησε με την προσευχή του τον νεαρό Εύτυχο, που είχε πέσει νεκρός από την τρίτη οροφή σε ώρα μακράς νυχτερινής ομιλίας του Αποστόλου προς τους πιστούς αδελφούς.
Στην Ιερουσαλήμ συνελήφθη από φανατικούς Ιουδαίους και παραδόθηκε στις ρωμαϊκές αρχές, οι οποίες τον φυλάκισαν με ασφάλεια. Παρά τη φυλάκισή του, ο Κύριος τον στήριξε σε όραμα, λέγοντάς του «Τόλμα, Παύλε, διότι όπως μαρτύρησες για μένα στην Ιερουσαλήμ, έτσι πρέπει να μαρτυρήσεις και στη Ρώμη». Επικαλούμενος την ιδιότητα του ρωμαίου πολίτη, ζήτησε να δικαστεί ενώπιον του Καίσαρα, και έτσι εστάλη με πλοίο στη Ρώμη υπό φρούρηση. Στο ταξίδι ξέσπασε φοβερή τρικυμία και ναυάγιο στη νήσο Μάλτα, αλλά με την προσευχή του Αποστόλου σώθηκαν και οι διακόσιοι εβδομήντα έξι επιβάτες του πλοίου.
Στη Μάλτα τον δάγκωσε δηλητηριώδης οχιά, αλλά ο Παύλος την τίναξε στη φωτιά χωρίς να πάθει τίποτα, και θεράπευσε όλους τους αρρώστους του νησιού. Έφτασε επιτέλους στη Ρώμη το πενήντα εννέα μετά Χριστόν, και έμεινε για δύο χρόνια κρατούμενος, κηρύσσοντας ελεύθερα τον λόγο του Θεού. Το εξήντα ένα μετά Χριστόν αφέθηκε ελεύθερος και συνέχισε το αποστολικό του έργο, ταξιδεύοντας στην Ισπανία, τη Γαλατία και άλλες δυτικές χώρες της αυτοκρατορίας. Σε όλες τις πόλεις προσέλκυε στον Χριστό όχι μόνο απλούς ανθρώπους, αλλά και άρχοντες, αξιωματούχους και πλούσιες κυρίες της εποχής.
Οι κόποι και τα παθήματά του ήταν αμέτρητα, και ο ίδιος αναφέρει πέντε φορές μαστιγώσεις από Ιουδαίους και τρία ναυάγια στις θάλασσες. Το εξήντα τέσσερα μετά Χριστόν φυλακίστηκε ξανά στη Ρώμη επί του αυτοκράτορα Νέρωνα, ο οποίος είχε εξαπολύσει σκληρό διωγμό κατά των χριστιανών. Ο Παύλος προέβλεψε τον επικείμενο θάνατό του και έγραψε στον μαθητή του Τιμόθεο τα συγκινητικά λόγια «τον αγώνα τον καλό αγωνίσθηκα, τον δρόμο τέλειωσα, την πίστη φύλαξα». Καταδικάστηκε σε αποκεφαλισμό, διότι ως ρωμαίος πολίτης δεν μπορούσε να σταυρωθεί κατά τη ρωμαϊκή νομοθεσία της αυτοκρατορίας.
Σύμφωνα με την παράδοση, μαρτύρησε στις είκοσι εννέα Ιουνίου, την ίδια ημέρα του ημερολογίου με τον κορυφαίο συναπόστολό του Πέτρο, μέσα σε λαμπρή ομολογία. Όταν αποκόπηκε η τίμια κεφαλή του, αντί για αίμα ανέβλυσε γάλα, σημείο της παρθενικής αγνότητας και της θαυμαστής αγιότητας του ζωντανού Αποστόλου. Οι πιστοί παρέλαβαν το άγιο σώμα του και το έθαψαν στον ίδιο τόπο όπου ήδη βρισκόταν ο τάφος του κορυφαίου Πέτρου. Έτσι ο πρώην διώκτης Σαούλ, ο οποίος μεταμορφώθηκε σε φλογερό Απόστολο Παύλο, στεφανώθηκε με το αμάραντο στεφάνι των μαρτύρων του Χριστού.
Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του ως ένα από τα δύο πρωτοκορυφαία στηρίγματα της αληθινής αποστολικής διδασκαλίας στους αιώνες. Μαζί με τον Πέτρο εορτάζονται κάθε χρόνο στις είκοσι εννέα Ιουνίου, ως οι δύο κορυφές που στηρίζουν την οικοδομή της παγκοσμίας Εκκλησίας. Ο Απόστολος Παύλος συνέγραψε δεκατέσσερις θεμελιώδεις επιστολές, οι οποίες συγκαταλέγονται στα βιβλία της Καινής Διαθήκης και έχουν διαμορφώσει τη χριστιανική θεολογία. Η θεολογία των επιστολών αυτών σφραγίζει ολόκληρη την έκταση της ορθόδοξης δογματικής και ηθικής διδασκαλίας της Εκκλησίας.
Στη ζωή του ο Παύλος αξιώθηκε επίσης να ανέβει νοερά μέχρι τον τρίτο ουρανό και να ακούσει άρρητα ρήματα, τα οποία δεν επιτρέπεται να ανθρώπινη γλώσσα λαλήσει. Ο ίδιος, για να μην υπερηφανεύεται για τις θείες αποκαλύψεις, βασανιζόταν διαρκώς από έναν «σκόλοπα στη σάρκα», τον οποίο ονόμαζε άγγελο του σατανά. Παρακαλούσε τον Κύριο να τον απαλλάξει, αλλά έλαβε την απάντηση πως αρκεί η Χάρις του Θεού, η οποία τελειοποιείται στην ασθένεια. Από τότε ο Απόστολος χαιρόταν στις ασθένειες και στους πειρασμούς, γνωρίζοντας ότι τότε ακριβώς αναδεικνύεται η δύναμη του Χριστού.
Άλλους θεράπευε με τη χάρη του Θεού, ενώ τον ίδιο τον εαυτό του τον άφηνε στις δοκιμασίες με ταπεινό φρόνημα. Έτσι ο Παύλος έγινε αιώνιο πρότυπο μετανοίας, ζήλου και αυτοθυσίας για κάθε ευσεβή χριστιανό όλων των αιώνων. Με τις πρεσβείες του προς τον Κύριο, η Εκκλησία αντλεί φως και έμπνευση μέσα στη μακραίωνη πορεία της προς τη Βασιλεία. Σήμερα οι πιστοί τιμούν τον σκεύος εκλογής, ο οποίος εργάστηκε ασταμάτητα για τη διάδοση του ευαγγελίου σε όλη την οικουμένη.