Νικηφόρος ο Ομολογητής, ο Πατριάρχης που νίκησε τον στέμμα του τυράννου
Όταν τοποθέτησε το αυτοκρατορικό στέμμα στο κεφάλι του Λέοντος του Αρμενίου, ένιωσε ξαφνικά τα χέρια του να ματώνουν από αγκάθια αόρατα. Εκείνη τη στιγμή κατάλαβε ότι ο νέος ηγεμόνας θα γινόταν ο σφοδρότερος διώκτης των αγίων εικόνων και της Εκκλησίας του Χριστού. Ο Νικηφόρος γεννήθηκε στην Κωνσταντινούπολη το έτος επτακόσια πενήντα οκτώ, όταν βασίλευε ο εικονομάχος Κωνσταντίνος ο Κοπρώνυμος. Ο πατέρας του Θεόδωρος υπηρετούσε ως νοτάριος στα απόρρητα ζητήματα του παλατιού και θεωρούνταν άνθρωπος έντιμος και πιστός.
Όταν αποκαλύφθηκε ότι προσκυνούσε με ευλάβεια τις άγιες εικόνες, οδηγήθηκε ενώπιον του βασιλιά για ανάκριση και σκληρή δοκιμασία. Παρά τις απειλές και τα φοβερά βασανιστήρια, αρνήθηκε σταθερά να αρνηθεί την πατροπαράδοτη πίστη της Εκκλησίας. Εξορίστηκε αρχικά στην πόλη Μύλασα και αργότερα στη Νίκαια, όπου τελείωσε μαρτυρικά τη ζωή του μετά από έξι χρόνια εγκλεισμού. Η μητέρα του Ευδοκία τον ακολούθησε πιστά στην εξορία, μοιραζόμενη όλες τις δοκιμασίες χωρίς να χωρίζεται ποτέ από τον σύζυγό της.
Μετά την κοίμηση εκείνου επέστρεψε στην Κωνσταντινούπολη και έζησε βίο σεμνό, όπως αρμόζει σε χριστιανή χήρα μητέρα. Ο μικρός Νικηφόρος μεγάλωσε μέσα σε αυτή την ατμόσφαιρα βαθιάς ευσέβειας και αγωνιστικής ομολογίας της ορθής πίστεως. Από τα παιδικά του χρόνια μελετούσε τις Άγιες Γραφές και διδάχθηκε με ακρίβεια τόσο τη θύραθεν όσο και την εκκλησιαστική σοφία της εποχής. Διακρίθηκε για την ευγλωττία, τη σύνεση και την ηθική του ακεραιότητα, στοιχεία που τον έκαναν αγαπητό σε όλους τους γνωστούς του.
Στα χρόνια της αυτοκράτειρας Ειρήνης ανέλαβε υψηλό αξίωμα στην αυλή και υπηρέτησε ως βασιλικός σύμβουλος με σπάνια αφοσίωση. Όταν συγκλήθηκε στη Νίκαια η Έβδομη Οικουμενική Σύνοδος εναντίον της εικονομαχίας, βοήθησε αποφασιστικά τους αγίους πατέρες με τη μόρφωση και τη θεολογική του κατάρτιση. Παρά τη δόξα και τις τιμές του παλατιού, σύντομα κατάλαβε ότι ο κόσμος προσφέρει μάταιη και επικίνδυνη αμοιβή στην ψυχή. Αποσύρθηκε λοιπόν σε ένα ήσυχο μέρος κοντά στον Βόσπορο και αφοσιώθηκε στην προσευχή και την άσκηση.
Έχτισε εκεί ναό και μάζεψε γύρω του μοναχούς, σχηματίζοντας ένα ταπεινό κοινόβιο πνευματικής εργασίας. Χωρίς ακόμη να έχει λάβει το μοναχικό σχήμα, ζούσε σαν αληθινός ασκητής, δοκιμάζοντας τις αντοχές του στη σιωπή και τη νηστεία. Μετά την κοίμηση του πατριάρχη Ταρασίου, ο αυτοκράτορας Νικηφόρος ο Πρώτος επέμεινε να αναλάβει ο ενάρετος ασκητής τον πατριαρχικό θρόνο της Κωνσταντινουπόλεως. Έλαβε τότε για πρώτη φορά το μοναχικό σχήμα και χειροτονήθηκε με τη σειρά πρεσβύτερος και αρχιερέας.
Την λαμπρή ημέρα της Αναστάσεως του έτους οκτακόσια έξι ανέβηκε στον πατριαρχικό θρόνο της βασιλεύουσας πόλεως. Για εννέα ολόκληρα χρόνια ποίμανε το λογικό ποίμνιο με αληθινή πατρική στοργή και αδιάλειπτη διδασκαλία. Στήριξε τους πιστούς, διόρθωσε όσους είχαν παρεκκλίνει και απομάκρυνε τους αιρετικούς σαν λύκους από το ποίμνιο. Μετά τον θάνατο του αυτοκράτορα Νικηφόρου στον πόλεμο με τους Βουλγάρους, ανέλαβε ο γιος του Σταυράκιος, αλλά βασίλευσε μόνο δύο μήνες.
Ακολούθησε ο ευσεβής Μιχαήλ ο Ραγκαβές, ο οποίος όμως εκθρονίστηκε σύντομα από τον φιλόδοξο Λέοντα τον Αρμένιο. Ο νέος ηγεμόνας υποσχέθηκε ψεύτικα να υπογράψει την ομολογία της ορθής πίστεως πριν από τη στέψη του. Όταν όμως ανέβηκε στον θρόνο, αρνήθηκε με θρασύτητα και άρχισε να μηχανεύεται την κατάλυση της παράδοσης των αγίων εικόνων. Ο νέος αυτοκράτορας συγκέντρωσε γύρω του εκπεσόντες κληρικούς και τους ξεσήκωσε εναντίον της εκκλησιαστικής τάξης και της πατερικής διδασκαλίας.
Διέταξε να συναχθούν βιβλία από κάθε γωνία της αυτοκρατορίας, κρατώντας όσα στήριζαν την αίρεση και καίγοντας τα ορθόδοξα συγγράμματα. Πολλοί επίσκοποι υπέκυψαν στον φόβο των βασανιστηρίων και προσχώρησαν στην ομάδα των εικονομάχων. Ο πατριάρχης Νικηφόρος συγκάλεσε στον ναό της Αγίας Σοφίας τους πιστούς αρχιερείς και τέλεσε ολονύκτια προσευχή για την ειρήνη της Εκκλησίας. Όταν ο αυτοκράτορας τον κάλεσε στο παλάτι, δεν δίστασε να ελέγξει την υποκρισία του και να υπερασπιστεί την ορθή διδασκαλία με θαυμαστή παρρησία.
Εξήγησε με σαφήνεια ότι η εντολή του Μωυσή απαγόρευε τα είδωλα των εθνικών και όχι τις τίμιες εικόνες του Χριστού και των αγίων του. Υπενθύμισε τα Χερουβίμ της σκηνής του μαρτυρίου και τον χάλκινο όφι που ύψωσε ο Μωυσής στην έρημο για τη σωτηρία του λαού. Ο αυτοκράτορας οργίστηκε από την ακλόνητη στάση του και τον έδιωξε με ατιμωτικό τρόπο από το παλάτι. Στη συνέχεια έστειλε στρατιώτες οπλισμένους για να εξορίσουν τον γέροντα πατριάρχη από την έδρα του στην Κωνσταντινούπολη.
Ο άγιος, ασθενής και εξαντλημένος από τους κόπους, μεταφέρθηκε αρχικά στο μοναστήρι του Χρυσοπολίτη και έπειτα στη μονή του αγίου Θεοδώρου στην Προκόννησο. Καθώς το πλοίο πέρναγε κοντά στον τόπο όπου ασκήτευε ο όσιος Θεοφάνης ο Ομολογητής, οι δύο άγιοι αναγνώρισαν ο ένας τον άλλο με τα διορατικά τους μάτια. Ο Θεοφάνης άναψε κεριά και θυμίαμα στο κελί του, αποδίδοντας από μακριά την οφειλόμενη τιμή στον εξόριστο πατριάρχη της βασιλεύουσας. Εκείνος, με τη σειρά του, ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό και ευλόγησε τον συναγωνιστή του στην ομολογία της πίστεως.
Στον τόπο της εξορίας του έζησε δεκατρία ολόκληρα χρόνια μέσα σε στερήσεις, ασθένειες και πικρή μοναξιά. Στερήθηκε ακόμη και τα απαραίτητα για τη συντήρηση του γέρικου και ταλαιπωρημένου σώματός του. Παρά τις δοκιμασίες, η ψυχή του παρέμενε γεμάτη ευχαριστία και αδιάλειπτη προσευχή για την πάσχουσα Εκκλησία. Όταν πλησίαζε το τέλος του, αναφώνησε με χαρά τα λόγια του προφήτη Δαβίδ για τη λύτρωση της ψυχής από την παγίδα των κυνηγών. Παρέδωσε λοιπόν το πνεύμα του στα χέρια του Κυρίου, αφήνοντας πίσω του ζωηρό παράδειγμα ομολογίας και μαρτυρίου της συνειδήσεως.
Το τίμιο σώμα του ενταφιάστηκε στον ναό του αγίου μεγαλομάρτυρα Θεοδώρου μέσα σε δάκρυα των πιστών και χαρά των αιρετικών. Όταν όμως έπαψε η μανία της εικονομαχίας και επικράτησε πάλι η ορθόδοξη ομολογία στην αυτοκρατορία, τα ιερά λείψανά του ανακομίστηκαν με μεγάλη τιμή. Συγκεκριμένα τα έφεραν στην Κωνσταντινούπολη στις δεκατρείς Μαρτίου του έτους οκτακόσια σαράντα έξι, την εποχή του αυτοκράτορα Μιχαήλ και της θεοσεβούς μητέρας του Θεοδώρας. Τα τοποθέτησαν αρχικά στον μεγάλο ναό της Αγίας Σοφίας και στη συνέχεια τα μετέφεραν στον ναό των Αγίων Αποστόλων.
Ο άγιος άφησε επίσης τρία σπουδαία θεολογικά συγγράμματα εναντίον της εικονομαχίας, γεμάτα από βαθιά πίστη και πατερική σοφία. Έδειξε στους πιστούς ότι η αληθινή ευσέβεια στηρίζεται στην παράδοση των αποστόλων και των οικουμενικών συνόδων. Δίδαξε ακόμη ότι η τιμή που αποδίδουμε στην εικόνα ανεβαίνει στο πρόσωπο του Χριστού, της Θεοτόκου και των αγίων. Με τη ζωή του φανέρωσε πόσο μεγάλη δύναμη χαρίζει στον άνθρωπο η αλήθεια, όταν τη φυλάει μέσα στην καρδιά του. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις δύο Ιουνίου ως ομολογητή, ποιμένα και ακούραστο υπερασπιστή της ορθής πίστεως. Η παρακαταθήκη του παραμένει ζωντανή και διδακτική για κάθε γενιά πιστών χριστιανών μέσα στους αιώνες.