Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Βρενδανός, ο Ναυτικός Απόστολος της Ιρλανδίας
Ένας Ιρλανδός μοναχός ταξίδεψε με δερμάτινη βάρκα στα άγρια νερά του Ατλαντικού αναζητώντας το Νησί των Μακαρίων. Λέγεται μάλιστα πως τέλεσε τη θεία Λειτουργία πάνω στη ράχη μιας τεράστιας φάλαινας, μέσα στη μέση του ωκεανού. Πρόκειται για τον Όσιο Βρενδανό, που γεννήθηκε γύρω στο τετρακόσια ογδόντα τέσσερα στο Τράλι της κομητείας Κέρρυ, στη νοτιοδυτική Ιρλανδία. Καταγόταν από τη φυλή των Αλτράιγκε, που είχε ως κέντρο της τον κόλπο του Τράλι, και οι γονείς του ονομάζονταν Φιννλούγκ και Κάρα.
Η παράδοση τοποθετεί τη γέννησή του στην περιοχή ανάμεσα στο Κιλφενόρα και το Φένιτ, στη βόρεια πλευρά του κόλπου. Σύμφωνα με την αρχαία διήγηση, ο μικρός Βρενδανός βαπτίστηκε στο Τούμπριντ, κοντά στο Άρντφερτ, και από πολύ μικρή ηλικία αφιερώθηκε στον Θεό. Οι γονείς του τον εμπιστεύτηκαν στην Οσία Ίτα του Κίλλεντυ, μια μεγάλη ασκήτρια της Ιρλανδίας. Εκείνη τον ανέθρεψε με σοφία και του δίδαξε τα τρία πράγματα που αγαπά πραγματικά ο Θεός. Του τα έλεγε με απλά λόγια, για να ριζώσουν βαθιά στην ψυχή του παιδιού.
Η Οσία Ίτα του φανέρωνε ότι ο Θεός αγαπά την αληθινή πίστη της καθαρής καρδιάς και την απλή μοναχική ζωή. Αγαπά επίσης τη γενναιοδωρία που πηγάζει από τη χριστιανική αγάπη προς τον πλησίον. Θα μπορούσε ακόμη να προσθέσει τα τρία πράγματα που μισεί ο Θεός, ώστε το παιδί να τα αποφεύγει. Μισεί το σκυθρωπό πρόσωπο, την επίμονη κακή πράξη και την υπερβολική εμπιστοσύνη στα χρήματα. Όταν έγινε έξι ετών, ο Βρενδανός στάλθηκε στη μοναστηριακή σχολή του Οσίου Ιαρλάθου στο Τουάμ, για να συνεχίσει την παιδεία του.
Εκεί έμαθε τα ιερά γράμματα και άρχισε να ποθεί την ιεραποστολική ζωή. Σε ηλικία είκοσι έξι ετών χειροτονήθηκε πρεσβύτερος από τον επίσκοπο Έρκ, που καταγόταν από το Μάνστερ. Ο επίσκοπος αυτός ήταν επίσης μοναχός στο Τάλιλιζ της κομητείας Ντάουν και αναγνώρισε νωρίς τα χαρίσματα του νεαρού μαθητή του. Η πρώτη ναυτική εξόρμηση του Οσίου κατευθύνθηκε προς τα νησιά Άραν, όπου ίδρυσε μοναστήρι. Έπειτα ξεκίνησαν τα μεγάλα ταξίδια του στις θάλασσες της Δύσης, που τον έκαναν θρυλικό σε ολόκληρη την Κελτική παράδοση και πέρα από αυτή.
Ο Όσιος Βρενδανός ίδρυσε εκκλησίες στη Βρετάνη, στις βόρειες ακτές της Γαλλίας, καθώς και στην Ουαλία, ακολουθώντας τον δάσκαλό του Ιαρλάθο. Δημιούργησε επίσης πολλές σχολές και μοναστήρια μέσα στην Ιρλανδία και ονομάστηκε Απόστολος των Ιρλανδών. Μεταξύ των ετών πεντακόσια δώδεκα και πεντακόσια τριάντα έχτισε μοναστικά κελιά στο Άρντφερτ και στο Σανακίλ. Το Σανακίλ, που σημαίνει Παλαιά Εκκλησία, βρίσκεται στους πρόποδες του όρους Μπράντον, σε τόπο γεμάτο γαλήνη.
Ταξίδεψε ακόμη στο νησί Χίνμπα, κοντά στις ακτές της Σκωτίας, όπου συνάντησε τον Όσιο Κολούμπα της Ιόνα. Αργότερα έζησε για κάποιο διάστημα στην Ουαλία, κάτω από την πνευματική καθοδήγηση του Οσίου Γκίλντα. Πέρασε επίσης αρκετά χρόνια στο αββαείο του Λλανκάρβαν, στην περιοχή του Γκλαμοργκανσάιρ της Βρετανίας. Στη Βρετανία ίδρυσε το μοναστήρι του Άιλεχ και ακόμη μια εκκλησία σε μια περιοχή που ονομαζόταν Χεθ. Παντού όπου περνούσε άφηνε πίσω του πνευματικά κέντρα, μοναχικές αδελφότητες και ψυχές που στρέφονταν προς τη χάρη του Χριστού.
Έτσι ο σπόρος της πίστης απλωνόταν στις άγριες ακτές της Δύσης. Αν και ο Όσιος Βρενδανός ήταν αληθινό ιστορικό πρόσωπο, γύρω από το όνομά του υφάνθηκαν πολλές θαυμαστές διηγήσεις. Λέγεται ότι αναζητούσε επί επτά χρόνια το Νησί των Μακαρίων, μια ανάμνηση από την αρχαία κελτική παράδοση. Στις ακτές της κομητείας Κέρρυ, μαζί με μερικούς εκλεκτούς μοναχούς, κατασκεύασε ένα μικρό σκάφος από πλεγμένα κλαδιά. Το σκέπασε με δέρματα ζώων, ύψωσε κατάρτι και πανί και ετοιμάστηκε για το μεγάλο ταξίδι του στον ωκεανό.
Μετά από προσευχή στην ακρογιαλιά, ξεκίνησε για να επεκτείνει τη Βασιλεία του Θεού πάνω στη γη. Σύμφωνα με την παράδοση ταξίδεψε με εξήντα συντρόφους και προμήθειες ενός μηνός μέσα στο πλοιάριό τους. Πάνω στο σκάφος τηρούσαν με ακρίβεια όλους τους κανόνες της μοναχικής ζωής, ως ένα πλωτό μοναστήρι. Ανάμεσα στις παράξενες περιπλανήσεις του φέρεται μάλιστα να τέλεσε τη Λειτουργία πάνω στη ράχη μιας μεγάλης φάλαινας. Έπειτα από όλα αυτά τα ταξίδια επέστρεψε στην Ιρλανδία, για να ιδρύσει το μεγαλύτερο έργο του.
Το ταξίδι του έγινε σύμβολο της πνευματικής αναζήτησης κάθε πιστής ψυχής που πορεύεται προς τον ουρανό. Στις όχθες του ποταμού Σάννον, το έτος πεντακόσια εξήντα ένα, ο Όσιος ίδρυσε το ξακουστό μοναστήρι του Κλόνφερτ. Τα ερείπιά του σώζονται μέχρι σήμερα και θυμίζουν τη δόξα της αρχαίας μοναστικής Ιρλανδίας. Ο ίδιος υπήρξε ηγούμενος της μονής, η οποία αριθμούσε τρεις χιλιάδες μοναχούς, σύμφωνα με την παράδοση. Ο κανόνας της μονής, λέγεται, του υπαγορεύθηκε από Άγγελο Κυρίου, για να καθοδηγεί την αδελφότητα στην τελειότητα.
Θεωρείται ένας από τους Δώδεκα Αποστόλους της Ιρλανδίας, που είχαν διδαχθεί από τον Όσιο Φίννιαν του Κλόναρντ. Αυτοί οι άνδρες υπήρξαν οι μεγάλοι φωτιστές του νησιού και διέδωσαν παντού τη χριστιανική πίστη. Ο Όσιος Βρενδανός κοιμήθηκε ειρηνικά στις δεκαέξι Μαΐου του έτους πεντακόσια εβδομήντα οκτώ, σε ηλικία ενενήντα τεσσάρων ετών. Η παράδοση λέει ότι αναπαύθηκε ενώ επισκεπτόταν την αδελφή του Μπρίγκα, η οποία ήταν ηγουμένη σε γυναικείο μοναστήρι.
Το μοναστήρι αυτό βρισκόταν στον τόπο που ονομαζόταν Έναχ Ντουίν, γνωστός σήμερα ως Άνναγκχνταουν. Εκεί έλαβε χώρα και η τελευταία συγκινητική συνομιλία ανάμεσα στα δύο αδέλφια. Όταν ο Όσιος ζήτησε από την αδελφή του να απαλύνει με τις προσευχές της τον θάνατό του, εκείνη τον ρώτησε γιατί φοβόταν τόσο τον θάνατο. Ο Βρενδανός απάντησε με ταπείνωση ότι φοβόταν τη μοναξιά στο σκοτεινό αυτό ταξίδι προς την άγνωστη χώρα. Φοβόταν επίσης την παρουσία του Βασιλέως και την απόφαση του Δικαίου Κριτή που θα τον περίμενε.
Τα λόγια αυτά δείχνουν την αληθινή ταπείνωση των μεγάλων Αγίων μπροστά στο μυστήριο του θανάτου. Γνώριζε ακόμη ότι θα υπήρχε αντιδικία για το σκήνωμά του, καθώς πολλοί τόποι θα διεκδικούσαν να το κρατήσουν. Γι' αυτό ζήτησε να μείνει μυστική η κοίμησή του και τα ιερά λείψανά του να μεταφερθούν με κάρο στο Κλόνφερτ. Συμβούλεψε μάλιστα να μεταφερθούν κρυμμένα μέσα σε αποσκευές, σαν να επρόκειτο για πράγματα που στέλνονταν πριν από τη δική του επιστροφή.
Έτσι αναπαύθηκε στη μονή που ο ίδιος είχε ιδρύσει με κόπο και αγάπη. Η Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις δεκαέξι Μαΐου ως μεγάλου ιεραποστόλου της Δύσης. Το όνομά του παραμένει σύμβολο της πίστης που τολμά να ταξιδέψει στα βάθη του ωκεανού.