Ένα νεαρό βασιλόπουλο, εννέα ετών μόλις, σφάχτηκε στην ξύλινη βεράντα του παλατιού του από επιβουλείς της εξουσίας. Ο Άγιος Τσαρέβιτς Δημήτριος του Ούγκλιτς και της Μόσχας γεννήθηκε στις δεκαεννέα Οκτωβρίου του έτους χίλια πεντακόσια ογδόντα δύο μετά Χριστόν. Ήταν ο νεαρότερος γιος του φοβερού Τσάρου της Ρωσίας Ιβάν του Τρομερού, που κυβέρνησε ολόκληρη τη Ρωσία. Κατά τη βασιλεία του διαδόχου Θεοδώρου, εξουσιαστής εκ των πραγμάτων του ρωσικού κράτους ήταν ο γαμπρός του.
Επρόκειτο για τον σκληρό, φιλόδοξο και πλεονέκτη βογιάρο Μπορίς Γκοντούνωφ, ο οποίος επιβουλεύθηκε τον αυτοκρατορικό θρόνο. Μετά τον θάνατο του Ιβάν στις δεκαοκτώ Μαρτίου του έτους χίλια πεντακόσια ογδόντα τέσσερα, ο Μπορίς ξεκίνησε να εξοντώνει τους ευγενείς. Ξεκίνησε να αφανίζει όλους τους πολιτικούς αντιπάλους του από τον ευγενή κύκλο της αυτοκρατορικής αυλής. Έπειτα ο Τσαρέβιτς Δημήτριος και η μητέρα του, η Τσαρίτσα Μαρία, εξορίσθηκαν με σκληρότητα στο Ούγκλιτς.
Επειδή επιθυμούσε να γίνει ο νόμιμος κληρονόμος του ρωσικού θρόνου, ο Μπορίς ξεκίνησε δολίως να ενεργεί εναντίον του Τσαρέβιτς. Στην αρχή προσπάθησε να συκοφαντήσει τον νεαρό κληρονόμο, με ψεύτικες φήμες περί δήθεν παράνομης γέννησής του. Έπειτα διέδωσε άλλη μεγάλη πλάνη ότι ο Δημήτριος είχε κληρονομήσει τη σκληρότητα του τυραννικού πατέρα του. Επειδή οι ενέργειες αυτές δεν έφεραν το επιθυμητό αποτέλεσμα, ο δόλιος Μπορίς Γκοντούνωφ αποφάσισε σκληρότερα μέτρα.
Σχεδίαζε να εξοντώσει τον Τσαρέβιτς και να βάλει μυστικά δηλητήριο μέσα στο φαγητό και το ποτό του. Όμως ο Δημήτριος δεν επλήγη καθόλου από το θανατηφόρο δηλητήριο, που του δόθηκε από τους εκτελεστές. Τότε ο κακοποιός βογιάρος αποφάσισε άλλη πιο σκληρή μέθοδο, την άμεση και βιαία θανάτωση του ίδιου του παιδιού. Έστειλε τον Δανιήλ Βολοχώφ, τον Μιχαήλ Μπιτυαγκόφσκι και τον Νικήτα Κατσάλωφ στο Ούγκλιτς, για να σκοτώσουν τον Τσαρέβιτς. Η χήρα Τσαρίτσα Μαρία, που υποπτευόταν τις πονηρές προθέσεις τους, παρακολουθούσε στενά τον γιο της παντού στο παλάτι.
Δεν τον άφηνε να βγει από το παλάτι ή μακριά από τη δική της προστατευτική εποπτεία. Έτσι οι σκοτεινοί συνωμότες ανέθεσαν στην παραμάνα του παιδιού, τη Μαρία Βολοχώβα, να συντελέσει στον φόνο. Στις δεκαπέντε Μαΐου του έτους χίλια πεντακόσια ενενήντα ένα η παραμάνα οδήγησε το παιδί στην κάτω βεράντα. Ο Δανιήλ Βολοχώφ τότε πήρε το παιδί από το χέρι και το ρώτησε για το νέο του κολλιέ. Το παιδί αθωοτάτως απάντησε αμέσως ότι δεν φορούσε ένα καινούριο κολλιέ, αλλά ένα παλιό από καιρό.
Ξαφνικά ο Δανιήλ έκοψε με μαχαίρι τον λαιμό του Τσαρέβιτς και η παραμάνα άρχισε να ουρλιάζει. Οι τρεις φονιάδες τη χτύπησαν άγρια μέχρι σχεδόν να την σκοτώσουν στη βεράντα του παλατιού. Η Τσαρίτσα Μαρία άκουσε τις δυνατές κραυγές και έτρεξε αμέσως έξω από τα διαμερίσματά της προς τη βεράντα. Έπεσε επάνω στο άψυχο σώμα του παιδιού της και άρχισε να κλαίει σπαρακτικά και να θρηνεί. Ο νεωκόρος του ναού χτύπησε αμέσως την καμπάνα του συναγερμού, και οι κάτοικοι του Ούγκλιτς συνέρρευσαν στο παλάτι.
Ο λαός γεμάτος οργή λιθοβόλησε τους τρεις φονιάδες και έριξε τα σώματά τους σε λάκκο για τα σκυλιά. Το ιερό σώμα του Τσαρέβιτς τοποθετήθηκε σε φέρετρο και μεταφέρθηκε στον Καθεδρικό ναό της Μεταμορφώσεως. Ο νεαρός μάρτυρας δεν είχε φτάσει ακόμη ούτε καν τα εννέα έτη της ηλικίας του. Πολλά θαύματα και θεραπείες άρχισαν αμέσως να συμβαίνουν στον τίμιο τάφο του, ιδιαίτερα για ασθενείς των οφθαλμών. Στις τρεις Ιουνίου του έτους χίλια εξακόσια έξι ανακαλύφθηκαν τα ιερά λείψανα του μάρτυρα Τσαρέβιτς άφθαρτα.
Τα λείψανα μεταφέρθηκαν αμέσως από το Ούγκλιτς στη Μόσχα και εναποτέθηκαν στον Καθεδρικό του Αρχαγγέλου Μιχαήλ. Μετά από πολλά θαύματα από τα ιερά λείψανα, αποφασίσθηκε ότι ο Τσαρέβιτς θα τιμάται τρεις φορές τον χρόνο. Είθε με τις πρεσβείες του Αγίου Δημητρίου ο Κύριος να ελεεί και να σώζει τις ψυχές μας, αμήν.