▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Νεομάρτυς Αργύριος ο Επανομίτης
Δεκαοκτώ μόλις χρονών ήταν ο Αργύριος, όταν όρμησε μέσα στο καφενείο των γενιτσάρων στο Ταχτάκαλα της Θεσσαλονίκης. Εκεί φώναξε με παρρησία σε έναν χριστιανό, που είχε αρνηθεί τον Χριστό από φόβο, να επιστρέψει αμέσως στην πίστη του. Λίγες ώρες αργότερα οδηγήθηκε ο ίδιος στον Κατή και κατέληξε στην αγχόνη, στον τόπο που λεγόταν Καμπάνι. Ο νέος αυτός αθλητής του Χριστού καταγόταν από την Επανομή της Θεσσαλονίκης και είχε γονείς ευλαβείς και ταπεινούς.
Σύμφωνα με μαρτυρίες των γεροντοτέρων του τόπου, ο πατέρας του ονομαζόταν Αστέριος, η δε μητέρα του Βασιλική, από το γένος Ντουγιούδη. Από μικρός ο Αργύριος έζησε στη Θεσσαλονίκη, όπου εργαζόταν ως υπηρέτης σε κάποιον ράφτη της πόλης. Πολλοί Θεσσαλονικείς, οι οποίοι τον γνώρισαν προσωπικά μέσα στα στενά της πόλης, διηγήθηκαν αργότερα τη ζωή και τα ήθη του. Ήταν ένας νέος γεμάτος χάρη, βαθιά ευλαβής, σεμνός στους τρόπους και πλούσιος σε κάθε ηθικό χάρισμα.
Η νεανική του μορφή προκαλούσε αγάπη και σεβασμό σε όσους τον συναναστρέφονταν στην αγορά και στο εργαστήρι. Σε ηλικία μόλις δέκα οκτώ ετών, ο νέος Επανομίτης βρισκόταν στο κατώφλι της μεγάλης δοκιμασίας της ζωής του. Εκεί τον περίμενε ο Θεός, για να αναδείξει τη γενναιότητα της πίστης του μπροστά σε όλη την πόλη. Εκείνες τις ημέρες ένας χριστιανός από το Σοχό βρισκόταν έγκλειστος στη φυλακή του πασά της Θεσσαλονίκης για κάποιο έγκλημα. Επειδή δεν είχε να πληρώσει τα χρήματα που του ζητούσε ο πασάς, εκείνος τον απειλούσε με απαγχονισμό.
Μπροστά στην απειλή του θανάτου ο άφρων εκείνος δείλιασε και, για να γλιτώσει τη ζωή του, δήλωσε ότι θέλει να τουρκέψει. Η εξώμοση αυτή χαροποίησε υπερβολικά τους Αγαρηνούς, οι οποίοι αμέσως τον ελευθέρωσαν από το κρατητήριο της φυλακής. Μετά την άρνηση της αγιωτάτης πίστης μας και την ομολογία της αντίχριστης πλάνης τους, τον οδήγησαν σε ένα καφενείο της πόλης. Το καφενείο εκείνο βρισκόταν στην τοποθεσία Ταχτάκαλα, σε συνοικία γνωστή για τη δράση των γενιτσάρων της Θεσσαλονίκης.
Εκεί συγκεντρώθηκε γύρω του πλήθος Αγαρηνών, για να τον στηρίξουν στη νέα του θρησκεία και να τον συμβουλέψουν. Στο σημείο εκείνο βρέθηκε από συγκυρία και ο νεαρός Επανομίτης Αργύριος, που είδε με τα μάτια του όλη τη σκηνή. Όταν αντιλήφθηκε τι είχε συμβεί, η ψυχή και η καρδιά του γέμισαν από θείο ζήλο και αγία αγανάκτηση. Σε εκείνη τη στιγμή ωρίμασε μέσα του η απόφαση που θα τον οδηγούσε στο μαρτύριο. Το αίμα του νέου ζεστάθηκε από τη φλόγα της αγάπης για τον Χριστό και έδιωξε κάθε δειλία.
Ο μακάριος νέος περιφρόνησε ακόμα και την ίδια του τη ζωή και όρμησε με μεγάλη γενναιότητα στο εσωτερικό του καφενείου. Στάθηκε μπροστά στον αρνητή, ανάμεσα σε πλήθος αγρίων και άγριων γενιτσάρων, και του μίλησε με θαυμαστή παρρησία. «Αδελφέ, έκαμες μεγάλο κακό με το να αρνηθείς τον Χριστό και Σωτήρα μας», του φώναξε δυνατά μπροστά σε όλους. Του εξήγησε ότι, αν και θα γλιτώσει τον πρόσκαιρο θάνατο, θα παραδώσει την ψυχή του στην αιώνια κόλαση. Τον παρακάλεσε να συνέλθει, να μετανοήσει και να ομολογήσει ξανά τον Χριστό, έστω και αν τον θανατώσουν αμέσως.
Είναι προτιμότερο, του είπε, να προσφέρει κανείς το αίμα του και τη ζωή του για την αγάπη του Σωτήρα. Πρόλαβε μόνο να πει αυτά τα ιερά και χριστιανικά λόγια, και τότε όλο εκείνο το πλήθος όρμησε καταπάνω του. Οι γενίτσαροι τον χτυπούσαν άγρια, με αλαλαγμούς και βαρβαρικές ιαχές μέσα στο μικρό καφενείο του Ταχτάκαλα. Σίγουρα θα τον θανάτωναν επιτόπου, αν δεν τους περνούσε από το νου η ελπίδα να τον αλλαξοπιστήσουν. Συγκράτησαν τότε τα χέρια τους και σταμάτησαν για λίγο το άγριο μαρτύριο μέσα στο καφενείο.
Με γυμνά τα μαχαίρια και τα χέρια ψηλά, του φώναξαν να δηλώσει αμέσως ότι τουρκεύει. Διαφορετικά θα τον θανάτωναν επιτόπου μέσα στο ίδιο το καφενείο, χωρίς δίκη και χωρίς οίκτο. Τότε η νεανική φωνή του μάρτυρα ακούστηκε σαν βροντή μέσα στην αγριότητα εκείνη του πλήθους. Δήλωσε ότι είναι χριστιανός και δεν αρνείται την πίστη του, ό,τι και αν του κάνουν οι γενίτσαροι. Δόξα και τιμή του, είπε, ο Σταυρός του Χριστού, και επιθυμία του ο θάνατος για την αγάπη του Κυρίου.
Με μανία και αγριότητα οι Αγαρηνοί οδήγησαν τον Αργύριο στον Κατή, για να καταγγείλουν την πράξη του αυτή. Εκεί τον έδειραν αλύπητα, με κάθε τρόπο, για να αρνηθεί την πίστη του και να ομολογήσει τη δική τους θρησκεία. Όταν είδαν ότι ο Άγιος έμενε σταθερός και ακλόνητος, σταμάτησαν τα βασανιστήρια και άλλαξαν τακτική. Άρχισαν τότε με κολακείες να του υπόσχονται δώρα και αξιώματα μεγάλα, με την ελπίδα ότι θα αλλάξει γνώμη. Όμως ούτε με τις απειλές ούτε με τις υποσχέσεις κατάφεραν να μετακινήσουν την καρδιά του νεαρού ράφτη.
Τότε τον έρριξαν ξανά στη φυλακή, γεμάτο πληγές, για να τον ανακρίνουν για δεύτερη φορά. Ύστερα από δύο ημέρες τον έβγαλαν πάλι μπροστά στους ανακριτές του και τον ρώτησαν ξανά. Επειδή ο μάρτυς παρέμενε σταθερός στην ομολογία του, οι Αγαρηνοί ζήτησαν από τον Κατή θανατική απόφαση. Ο Κατής όμως δυσκολευόταν να βγάλει τέτοια καταδίκη, διότι το «έγκλημα» του Αργυρίου δεν άξιζε τον θάνατο. Αναγνώριζε μάλιστα ο Κατής ότι ο καθένας οφείλει να είναι ζηλωτής και υπέρμαχος της πίστης του, όπως ακριβώς και ο Αργύριος.
Παρακίνησε μάλιστα τους ομοθρήσκους του να μιμηθούν το παράδειγμα του νέου και να προσπαθήσουν με τον λόγο να τον μεταπείσουν. Εκείνοι όμως ταράχθηκαν και εξαγριώθηκαν εναντίον του δικαστή τους σαν θηρία αληθινά, με φωνές και απειλές. Του φώναξαν με οργή ότι δεν είναι δυνατόν να δικαιώνει τον εχθρό της πίστης τους και να ανέχεται τη βλασφημία του. Ο κριτής σκέφθηκε για λίγο, ίσως και φοβήθηκε την οργή των μανιωδών Αγαρηνών, και τελικά υποχώρησε.
Είπε τότε ότι, επειδή ο Αργύριος βλασφήμησε την πίστη τους, είναι ένοχος θανάτου, και έδωσε άδεια να κρεμαστεί. Χωρίς καμία καθυστέρηση οι αιμοβόροι γενίτσαροι παρέλαβαν τον Άγιο και τον οδήγησαν στον τόπο του μαρτυρίου. Τον κρέμασαν στον τόπο που λεγόταν Καμπάνι, και έτσι έλαβε το ακήρατο στεφάνι του μαρτυρίου την ενδεκάτη Μαΐου του χίλια οκτακόσια έξι. Ήταν ημέρα Παρασκευή και ο νεαρός μάρτυς είχε ηλικία περίπου δέκα οκτώ ετών, όταν παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο.
Πολλοί από τους παρόντες παρατήρησαν ότι στο νεκρό σώμα του δεν φαινόταν κανένα σημάδι απαγχονισμού. Έμοιαζε σαν ζωντανός που κοιμάται, ενώ απορίας άξιο είναι και το ότι τον ξεκρέμασαν την άλλη ημέρα, παρά τη συνήθεια των τριών ημερών.