▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Μώκιος Ο Ιερομάρτυρας
Ζωντανός βγήκε ο Άγιος Μώκιος μέσα από τα στόματα των αγρίων θηρίων του ρωμαϊκού αμφιθεάτρου, παρά τα φοβερά βασανιστήρια. Ο έπαρχος Μάξιμος του έσχισε τις σάρκες και τον έριξε τροφή στα θηρία, αλλά ο Άγιος έβγαινε πάντοτε ζωντανός με θαυμαστό τρόπο. Φως μέσα στο ειδωλολατρικό σκοτάδι της Ρώμης ήταν ο Ευφράτιος και η Ευσταθία, οι γονείς του Μωκίου. Έζησαν την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, μεταξύ του διακόσια ογδόντα τέσσερα και του τριακόσια τέσσερα μετά Χριστόν.
Οι ευσεβείς αυτοί γονείς μεταλαμπάδευσαν το φως του Ευαγγελίου του Χριστού και στον υιό τους Μώκιο. Γι' αυτό, από πολύ μικρή ηλικία, ο Μώκιος είχε μεγάλο πόθο να υπηρετήσει την Εκκλησία του Χριστού. Ο φιλάνθρωπος Θεός τον αξίωσε σιγά σιγά να εκπληρώσει τον ιερό αυτόν πόθο της καρδιάς του. Από νεαρή ηλικία ο Μώκιος αποστρέφεται τα ειδωλολατρικά τέμενα και τις θυσίες των δαιμόνων που γίνονταν τότε στη Ρώμη. Αγαπούσε αντιθέτως να συμμετέχει στις χριστιανικές συνάξεις και να ακούει με σεβασμό τη διδασκαλία των αποστολικών πατέρων.
Οι γονείς του τον δίδασκαν τις θεμελιώδεις αλήθειες της ορθοδόξου πίστεως μέσα από τη μελέτη των Γραφών. Έτσι, ο νέος Μώκιος μεγάλωνε στη γνώση του Κυρίου και προετοιμαζόταν αθόρυβα για το ιερατικό του αξίωμα. Η ευσεβής οικογένεια αποτελούσε λαμπρό παράδειγμα χριστιανικής ζωής μέσα στη ζοφερή ειδωλολατρική κοινωνία της εποχής εκείνης. Σπούδασε ο Μώκιος με ιδιαίτερη επιμέλεια τα ιερά γράμματα και καταρτίστηκε όπως έπρεπε στις θρησκευτικές αλήθειες της Εκκλησίας.
Αναδείχθηκε σε άριστο γνώστη των αγίων Γραφών και των πατερικών συγγραμμάτων της αδιαιρέτου ορθοδόξου παραδόσεως της Εκκλησίας. Σε κατάλληλη ηλικία έγινε κληρικός της τοπικής Εκκλησίας και ξεκίνησε τη λειτουργική και ποιμαντική του διακονία. Αργότερα, οι άριστες υπηρεσίες του στην Εκκλησία του Χριστού τον ανέβασαν στο υψηλό αξίωμα του επισκόπου. Έγινε επίσκοπος Αμφιπόλεως της Θράκης, μίας περιοχής που είχε ανάγκη φωτεινής ποιμαντικής διακονίας στην εποχή εκείνη.
Από τη νέα του θέση ο Μώκιος εξαπέλυσε καυστικούς ελέγχους εναντίον του ψέματος της ειδωλολατρίας και των ψευδοθεών. Παράλληλα, αγωνίστηκε πυρετωδώς να ενισχύσει την πίστη και την υπομονή των πιστών της επισκοπής του στις διώξεις. Σκοπός των αγώνων του ήταν πάντοτε ο καταρτισμός των αγίων σε έργο διακονίας του ζώντος Χριστού. Σύμφωνα με τα λόγια του Αποστόλου Παύλου προς Εφεσίους, ο σκοπός ήταν η οικοδομή του σώματος του Χριστού. Δηλαδή, σκοπός ήταν να καταρτίζονται οι χριστιανοί και να επιτελείται το έργο της διακονίας τους προς τον λαό.
Με αυτό το ποιμαντικό φρόνημα ο Άγιος Μώκιος ποίμαινε με αγάπη και αυστηρότητα το ορθόδοξο ποίμνιό του στην Αμφίπολη. Στερέωνε τους πιστούς στην ορθή πίστη του Χριστού και τους ετοίμαζε για τα επερχόμενα βαριά μαρτύρια. Η έντονη όμως διακονική δράση του Αγίου Μωκίου προκάλεσε την οργή του ειδωλολάτρη επάρχου Λαοδικίου, ο οποίος ήταν φανατικός. Αυτός ο σκληρός έπαρχος τον συνέλαβε και τον βασάνισε με ποικίλους και απάνθρωπους τρόπους, για να αρνηθεί τον Χριστό.
Ο Άγιος Μώκιος όμως παρέμενε σταθερός στην ομολογία της ορθοδόξου πίστεως, χωρίς να καμφθεί από τα φοβερά βασανιστήρια. Με υπομονή και ανδρεία υπέμενε όλα τα κολαστήρια, εμπιστευόμενος ολοκληρωτικά στη βοήθεια του φιλανθρώπου Κυρίου. Αργότερα ένας άλλος έπαρχος, ο Μάξιμος, ανέλαβε τη δίωξη του Αγίου με ακόμη μεγαλύτερη σκληρότητα. Αυτός ο νέος έπαρχος του έσχισε τις σάρκες σε διάφορα μέρη του σώματος, αλλά ο Άγιος δεν λύγισε. Στη συνέχεια ο Μάξιμος τον έριξε τροφή στα άγρια θηρία του αμφιθεάτρου, αλλά εκείνα δεν τόλμησαν να τον αγγίξουν.
Έβλεπε όμως ο έπαρχος ότι ο Άγιος Μώκιος έβγαινε πάντοτε ζωντανός και αβλαβής μέσα από τα θηρία. Τα λιοντάρια και οι αρκούδες σεβάστηκαν την αγιότητά του και έπεσαν ταπεινά στα πόδια του ως αρνία. Ο λαός που έβλεπε αυτά τα θαυμαστά σημεία απορούσε για τη δύναμη του Θεού των χριστιανών. Πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν τότε στον αληθινό Χριστό και ζητούσαν να βαπτιστούν με ολόθερμη ευλάβεια στην ορθόδοξη πίστη. Ο φιλάνθρωπος Κύριος ενίσχυε με τη χάρη του τον Άγιο και τον φανέρωνε στους ανθρώπους ως αληθινό αγωνιστή της πίστεως.
Όταν ο έπαρχος Μάξιμος είδε ότι όλα τα βασανιστήρια ήταν άκαρπα, αποφάσισε να τον στείλει αλλού για εξέταση. Το έτος διακόσια ογδόντα οκτώ μετά Χριστόν ο Άγιος Μώκιος εστάλη δέσμιος στο Βυζάντιο για τελική απόφαση. Στη μελλοντική πόλη της Κωνσταντινουπόλεως οδηγήθηκε ο Άγιος Μώκιος μπροστά στις τοπικές αρχές της εποχής εκείνης. Εκεί επίσης παρέμεινε σταθερός στην ομολογία του Χριστού και αρνήθηκε να θυσιάσει στα είδωλα των ψευδοθεών. Οι αρχές της πόλεως άκουσαν με προσοχή τις απαντήσεις του Αγίου, αλλά παρέμειναν σκληρές απέναντί του.
Έβλεπαν τη μόρφωση και τη σύνεσή του, αλλά δεν θέλησαν να αλλάξουν το διωκτικό τους φρόνημα έναντι των χριστιανών. Έτσι ο Άγιος Μώκιος κρατήθηκε φυλακισμένος για κάποιο διάστημα, ενώ συνέχιζε να προσεύχεται ολόθερμα και να ψάλλει ύμνους. Παρηγορούσε τους συμφυλακισμένους χριστιανούς και τους ενίσχυε στην ορθόδοξη πίστη με τα φωτεινά λόγια του Ευαγγελίου του Χριστού. Με την χάρη του Θεού πολλοί από τους εξόριστους πιστούς ωφελήθηκαν πνευματικά από την παρουσία του Αγίου επισκόπου.
Διηγείτο τα παράδοξα θαύματα που είχε δει στα προηγούμενα στάδια του μαρτυρίου του και τους εμψύχωνε. Έλεγε ότι ο Κύριος δεν αφήνει τους πιστούς δούλους του χωρίς ουράνια βοήθεια στα τραγικά αυτά κολαστήρια. Έτσι μέσα στις δύσκολες αυτές συνθήκες της σκληρής φυλακής φανερωνόταν συνεχώς η ιερατική και ποιμαντική του διακονία. Οι κριτές, βλέποντας την αμετάθετη πίστη του, καταδίκασαν τελικά τον Άγιο σε αποκεφαλισμό δια ξίφους ως τιμωρία της ομολογίας.
Ο Άγιος ακολούθησε με χαρά τους δημίους προς τον τόπο της εκτελέσεως, ευχαριστώντας τον Θεό για το μαρτύριο. Πριν τον αποκεφαλισμό προσευχήθηκε ολόθερμα στον Κύριο, ζητώντας ανάπαυση για τη ψυχή του και έλεος για τους διώκτες. Έπειτα κατέθεσε ο Άγιος Μώκιος τον αυχένα του και έλαβε τον αμάραντο στέφανο του ιερομάρτυρος δια ξίφους. Έτσι παρέδωσε την αγιασμένη ψυχή του στα άγια χέρια του φιλανθρώπου Κυρίου, στην αιώνια επουράνιο βασιλεία του. Το ιερό λείψανο του παρέλαβαν με ευλάβεια οι χριστιανοί της περιοχής και το έθαψαν σε ασφαλή τόπο.
Έτσι το ιερό σώμα του Αγίου Μωκίου διασώθηκε από τη βεβήλωση των ειδωλολατρών και αναπαύθηκε προσωρινά στη γη του Βυζαντίου. Η μνήμη του Αγίου διαδόθηκε γρήγορα στους πιστούς της εποχής εκείνης, οι οποίοι τιμούσαν τον αθλητή του Χριστού. Σιγά σιγά διαμορφώθηκε ιερή λατρευτική παράδοση γύρω από τον τάφο του Αγίου ιερομάρτυρος Μωκίου επισκόπου Αμφιπόλεως. Πιστοί συνέρρεαν στον τάφο του ζητώντας τις θερμές πρεσβείες του προς τον φιλάνθρωπο Κύριο και θαυματουργικές ιάσεις.
Πολλά θαύματα γίνονταν στον τάφο του Αγίου με την εκ Θεού δύναμη που είχε λάβει στους ουρανούς. Με αυτόν τον τρόπο φανέρωνε ο Κύριος τη δόξα του Αγίου και ενίσχυε τους πιστούς της Εκκλησίας. Όταν αργότερα ο Μέγας Κωνσταντίνος μετέφερε την πρωτεύουσα της αυτοκρατορίας στο Βυζάντιο, τιμήθηκε ιδιαίτερα η μνήμη του Αγίου Μωκίου. Ανήγειρε ο πρώτος χριστιανός αυτοκράτορας προς τιμήν του Αγίου Μωκίου ένα μεγαλοπρεπή ναό μέσα στην πόλη του. Στον ίδιο αυτό ναό κατέθεσε με μεγάλη ευλάβεια τα ιερά λείψανα του Αγίου ιερομάρτυρος Μωκίου της Αμφιπόλεως.
Στον ναό αυτό γινόταν αυτοκρατορική προσέλευση κάθε χρόνο κατά την εορτή της Μεσοπεντηκοστής με μεγάλη λαμπρότητα. Στον ίδιο ναό φυλασσόταν επίσης το ιερό λείψανο του Αγίου Σαμψών του Ξενοδόχου, ο οποίος τιμάται από την Εκκλησία. Πλήθος πιστών έφταναν στον ναό για να προσκυνήσουν τα ιερά λείψανα και να ζητήσουν τις πρεσβείες των Αγίων. Ο Άγιος Μώκιος επιτελούσε πολλά θαύματα και ιάσεις σε όσους τον επικαλούνταν με πίστη και ολόθερμη ευλάβεια. Η μνήμη του τιμάται από την Εκκλησία στις ένδεκα Μαΐου κάθε έτους, ημέρα της μαρτυρικής του τελειώσεως.
Στο Συναξάρι αναφέρεται ότι «Μωκώμενόν σε δεισιδαίμονα πλάνην, οι δυσσεβείς κτείνουσι Μώκιε ξίφει» από τη ρωμαϊκή εξουσία. Δηλαδή «επειδή ειρωνευόσουν την δεισιδαίμονα πλάνη της ειδωλολατρίας, σε σκότωσαν με ξίφος οι ασεβείς, Μώκιε αγαθόφρονα». Επίσης συμπληρώνει «Μώκιος ενδεκάτη κεφαλήν τμήθη αγαθόφρων», δηλαδή «στις ένδεκα κόπηκε η κεφαλή του αγαθόφρονος Μωκίου». Ο Άγιος Μώκιος έγινε φωτεινό αστέρι ανάμεσα στα μύρια αστέρια των ορθοδόξων ιερομαρτύρων της Εκκλησίας του Χριστού. Με τις πρεσβείες του ιερομάρτυρος Μωκίου επισκόπου Αμφιπόλεως, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.