▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσία Ταϊσία Η Από Αιγύπτου
Παρέδιδε όλη την περιουσία της στους φτωχούς και άνοιγε το σπίτι της ως ξενώνα για τους ασκητές της Σκήτεως. Όταν έπεσε σε αμαρτωλή ζωή, ο γέροντας Ιωάννης ο Κολοβός την επανέφερε με ένα μόνο δάκρυ ευσπλαχνίας. Η οσία Ταϊσία γεννήθηκε στην Αίγυπτο και ορφάνεψε από τους πλούσιους γονείς της σε μικρή ηλικία. Επιθυμούσε να διαφυλάξει την παρθενία της και να προσφέρει ολόκληρη τη ζωή της στον Κύριο Ιησού. Έδωσε όλη την κληρονομιά της στους πτωχούς και μετέτρεψε το σπίτι της σε ξενώνα για τους ασκητές.
Φιλοξενούσε με αγάπη τους πατέρες της Σκήτεως, οι οποίοι περνούσαν από τον τόπο της κατά τα ιεραποστολικά ταξίδια. Με αυτόν τον τρόπο τιμούσε τον Κύριο και υπηρετούσε τον μοναχισμό της ερήμου με όλες της τις δυνάμεις. Έπειτα από καιρό όμως εξάντλησε όλη της την περιουσία και βρέθηκε σε μεγάλη πενία και υλική ένδεια. Με την επιβουλή του διαβόλου την πλησίασαν αμαρτωλοί άνθρωποι και την παρέσυραν στον δρόμο της αμαρτίας. Ξέφυγε από τη σωτήρια οδό του Θεού και ζούσε ζωή απομάκρυνσης από τον Κύριο, μέσα σε σαρκικές ηδονές.
Η πρώην ασκητική Ταϊσία βυθίστηκε στη φιλαμαρτησία και έγινε αιτία σκανδάλου για όσους τη γνώριζαν παλιά. Οι παλιοί φίλοι της και οι ευλαβείς πατέρες θρηνούσαν για τη μεταβολή της και πενθούσαν την παλαιά της αρετή. Όταν οι πατέρες της Σκήτεως πληροφορήθηκαν την αλλαγή της, λυπήθηκαν βαθύτατα στις αγνές καρδιές τους. Συγκεντρώθηκαν για να συσκεφθούν και αποφάσισαν να καλέσουν τον αββά Ιωάννη τον Κολοβό για ειδική αποστολή. Του είπαν με σεβασμό ότι η Ταϊσία είχε δείξει σε όλους πολλή αγάπη με τη φιλοξενία των ασκητών.
Πρόσθεσαν ότι ως ευγνωμοσύνη πρέπει τώρα να φροντίσουν εκείνοι για τη σωτηρία της δικής της αθάνατης ψυχής. Παρακάλεσαν τον Ιωάννη να μεταβεί ο ίδιος στο σπίτι της και να την νουθετήσει σε ειλικρινή μετάνοια. Υποσχέθηκαν ότι οι πατέρες θα νηστεύουν και θα προσεύχονται έντονα, για να βοηθήσει ο Κύριος το έργο εκείνο. Ο όσιος Ιωάννης ο Κολοβός υπάκουσε αμέσως στους πατέρες και ξεκίνησε για την πόλη της Ταϊσίας. Στον δρόμο προσευχόταν αδιάκοπα στον Κύριο και ζητούσε τη βοήθειά Του για τη σωτηρία της ψυχής της.
Όταν έφτασε στο σπίτι, η θυρωρός αρνήθηκε αρχικά να τον αφήσει να μπει μέσα στο διαμέρισμα. Είπε με οργή ότι οι μοναχοί είχαν εξαντλήσει όλα τα υπάρχοντα της κυρίας της και δεν τους ανεχόταν πια. Ο γέροντας όμως απάντησε ευγενικά ότι έφερνε για εκείνη κάτι πολύ πολύτιμο και άξιο επιθυμίας. Ζήτησε από τη θυρωρό να ενημερώσει με σεβασμό την κυρία της για τη σημαντική επίσκεψή του. Η Ταϊσία πληροφορήθηκε ότι ο γέροντας έφερνε κάτι πολύτιμο και απάντησε ότι οι μοναχοί έβρισκαν μερικές φορές μαργαριτάρια.
Έδωσε εντολή στη θυρωρό να φέρει αμέσως τον γέροντα μέσα στο διαμέρισμά της, χωρίς καμία αναβολή ή καθυστέρηση. Ο όσιος Ιωάννης μπήκε στο δωμάτιο και κάθισε δίπλα της, χωρίς να βιαστεί ούτε να της κάνει επικρίσεις. Κοίταξε με προσοχή το πρόσωπό της και έπειτα έσκυψε το κεφάλι του και άρχισε να κλαίει σιωπηλά. Η Ταϊσία απόρησε με τη συμπεριφορά του και τον ρώτησε με σεβασμό για ποιον λόγο έκλαιγε. Ο γέροντας απάντησε ότι έβλεπε τον σατανά να παίζει επάνω στο πρόσωπό της και αυτό τον έκανε να θρηνεί.
Της θύμισε ότι ο Κύριος Ιησούς Χριστός υπήρξε ο πιο πολύτιμος και άχραντος Νυμφίος για κάθε αγνή ψυχή. Ρώτησε για ποιον λόγο εκείνη είχε εγκαταλείψει τον επουράνιο νυμφικό θάλαμο και είχε παραδοθεί στον σατανά. Τα λόγια του διαπέρασαν την καρδιά της Ταϊσίας σαν πύρινο βέλος και την κατέκαψαν όλη μέσα της. Αμέσως αηδίασε με την αμαρτωλή ζωή της και ντράπηκε για τον εαυτό της και τα έργα της. Ρώτησε με δάκρυα τον γέροντα αν υπάρχει αληθινή μετάνοια για κάθε αμαρτωλή ψυχή στον κόσμο.
Ζητούσε με βαθιά ταραχή κάποιο σημάδι ελπίδας και κάποια οδό σωτηρίας από εκείνον τον σοφό γέροντα του Θεού. Ο όσιος Ιωάννης την βεβαίωσε ότι ο Σωτήρας περιμένει τη μετάνοια κάθε αμαρτωλού με ανοιχτή πατρική αγκαλιά. Της εξήγησε ότι ο Κύριος δεν θέλει να χαθεί κανένας, αλλά να σωθούν όλοι οι αμαρτωλοί άνθρωποι. Της υποσχέθηκε ότι αν μετανοήσει ειλικρινά, θα γίνει πάλι αγαπητή νύμφη του Χριστού στους ουρανούς. Στον επουράνιο νυμφικό θάλαμο θα την υποδεχθούν με χαρά όλες οι αγγελικές τάξεις του Παραδείσου.
Η Ταϊσία αποκρίθηκε αμέσως ότι το θέλημα του Θεού έπρεπε να γίνει στην ίδια της τη ζωή. Ζήτησε από τον γέροντα να την οδηγήσει αμέσως όπου εκείνος γνώριζε, για να βρει τόπο μετανοίας. Ο γέροντας σηκώθηκε και αυτή τον ακολούθησε χωρίς να φροντίσει για τίποτε από όσα είχε στο σπίτι. Δεν είπε στους υπηρέτες πού πηγαίνει και δεν τακτοποίησε καμία υπόθεση πριν φύγει για χάρη του Χριστού. Ο όσιος εξεπλάγη μπροστά στην ξαφνική αλλαγή της και στον φλογερό ζήλο της προς τον αληθινό Θεό.
Δοξολόγησε τον Κύριο για το θαύμα και ξεκίνησαν μαζί τη μακρά πορεία προς την έρημο της Σκήτεως. Η Ταϊσία βάδιζε λίγο πιο πίσω από τον γέροντα, σε σημαντική απόσταση από εκείνον, με ταπεινή σεμνότητα. Τον ακολουθούσε σαν αμαρτωλή υπηρέτρια και διψούσε πλέον μόνο για τη λυτρωτική χάρη του Σωτήρος Χριστού. Όταν οι οδοιπόροι έφτασαν στην έρημο, η νύχτα τους πρόλαβε σε τόπο ερημικό και πέτρινο της περιοχής. Ο γέροντας έφτιαξε μικρό προσκέφαλο από άμμο και είπε στην Ταϊσία να κοιμηθεί κάτω από τη χάρη του Θεού.
Έπειτα τη σφράγισε με τον τίμιο σταυρό και απομακρύνθηκε σε κάποια απόσταση για τη δική του προσευχή. Στο μέσον της νύκτας ξύπνησε ξαφνικά και είδε ένα φως που κατέβαινε από τον ουρανό προς την Ταϊσία. Έντρομος ο Ιωάννης παρατήρησε προσεκτικά και είδε αγγέλους Θεού να ανεβάζουν την ψυχή της στον ουρανό. Πλησίασε με ευλάβεια και την κουνήσε ελαφρά, για να διαπιστώσει ότι είχε ήδη παραδώσει την αγία ψυχή της. Έπεσε με τρόμο στη γη και άκουσε φωνή από τον ουρανό να του φανερώνει τη μυστική αλήθεια.
Του είπε ότι η μετάνοια εκείνης μέσα σε μία ώρα ήταν πιο ευπρόσδεκτη από μακροχρόνια μετάνοια άλλων αμαρτωλών. Η αιτία ήταν η φλογερή θέρμη της καρδιάς, που σπάνια συναντάται στους μετανοούντες της επίγειας ζωής. Ο γέροντας προσευχήθηκε μέχρι το πρωί, παρέδωσε το τίμιο σώμα της στη γη και επέστρεψε στη Σκήτι. Διηγήθηκε εκεί όλα στους πατέρες, οι οποίοι δοξολόγησαν τον Χριστό για το άπειρο έλεός Του. Με τις πρεσβείες της οσίας Ταϊσίας της εξ Αιγύπτου, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.