▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η εορτή της Μεσοπεντηκοστής
Στα βυζαντινά χρόνια η Μεσοπεντηκοστή ήταν η μεγάλη πανηγυρική εορτή της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως, με πλήθη λαού να συρρέουν στον μεγάλο ναό. Στην Έκθεση της Βασιλείου Τάξεως ο Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος περιγράφει με κάθε λεπτομέρεια το επίσημο τυπικό του εορτασμού. Ο εορτασμός αυτός ετελείτο μέχρι την ημέρα που έγινε η απόπειρα κατά της ζωής του αυτοκράτορα Λέοντα του Έκτου του Σοφού, στον ναό του Αγίου Μωκίου στην Κωνσταντινούπολη.
Η Εκκλησία μας πανηγυρίζει την εορτή αυτή την Τετάρτη μετά την Κυριακή του Παραλύτου, και την κατατάσσει στις μεγάλες δεσποτικές εορτές. Πρόκειται για μία ημέρα που σφραγίζει το μέσον της πεντηκονταήμερης χαρμόσυνης περιόδου του Πάσχα μέσα στο εκκλησιαστικό έτος. Στη βυζαντινή πρωτεύουσα η σημασία της φαίνεται από τον λαμπρό εορτασμό που οργάνωνε ο αυτοκράτορας μαζί με τον πατριάρχη και τη συνοδεία τους. Ο αυτοκράτωρ φορούσε τα επίσημα βασιλικά του ενδύματα και ξεκινούσε από το ιερό παλάτι το πρωί της εορτής για τον ναό του Αγίου Μωκίου.
Εκεί, μέσα σε ατμόσφαιρα ιερής κατάνυξης, θα τελούνταν η θεία λειτουργία με όλη τη μεγαλοπρέπεια που συνήθιζαν οι μεγάλες εορτές της αυτοκρατορίας. Έτσι όλη η βασιλεύουσα πόλη γινόταν συμμέτοχος αυτής της λαμπρής δεσποτικής εορτής της Μεγάλης Εκκλησίας της Κωνσταντινουπόλεως. Όλα είχαν προετοιμαστεί από πριν, σύμφωνα με το βυζαντινό τυπικό, που καθόριζε κάθε λεπτομέρεια της πομπής. Σε λίγο έφθανε η λιτανεία με επί κεφαλής τον πατριάρχη και ο βασιλεύς με τον πατριάρχη εισέρχονταν επισήμως στον ναό.
Η θεία λειτουργία ετελείτο με την συνήθη βυζαντινή μεγαλοπρέπεια που ταίριαζε σε τέτοιες ξεχωριστές πανηγυρικές ημέρες. Μετά το πέρας της ο αυτοκράτωρ παρέθετε επίσημο πρόγευμα, στο οποίο έπαιρνε μέρος και ο πατριάρχης δίπλα του. Έπειτα ο βασιλεύς, μέσα στις επευφημίες του πλήθους και με πολλούς ενδιαμέσους σταθμούς, επέστρεφε πάλι στο ιερό παλάτι. Αλλά και στα σημερινά μας λειτουργικά βιβλία, στο Πεντηκοστάριο, βλέπει κανείς καθαρά τα ίχνη της παλαιάς της λαμπρότητας.
Παρουσιάζεται ως μία μεγάλη δεσποτική εορτή, με τα εκλεκτά της τροπάρια και τους διπλούς της κανόνες. Τα έργα αυτά της υμνογραφίας είναι καρπός των μεγάλων υμνογράφων του Θεοφάνους και του Ανδρέου Κρήτης, που στόλισαν την εορτή. Η Μεσοπεντηκοστή έχει τα δικά της αναγνώσματα και ασκεί την επίδραση της στις προ και μετά από αυτήν Κυριακές. Ο εορτασμός της παρατείνεται επί οκτώ ολόκληρες ημέρες, κατά τον τύπο που ακολουθούν οι μεγάλες εορτές του εκκλησιαστικού έτους.
Έτσι, αν και σήμερα δεν την προσέχουμε όσο παλαιότερα την πρόσεχαν στην Κωνσταντινούπολη, η ημέρα αυτή διατηρεί όλα τα χαρακτηριστικά μιας πανηγυρικής δεσποτικής εορτής της Εκκλησίας μας. Η παλαιά της λαμπρότητα συνεχίζει να φωτίζει διακριτικά τη λατρευτική μας ζωή κατά τη χαρμόσυνη αυτή περίοδο. Ποιό όμως είναι το θέμα αυτής της ιδιόρρυθμης εορτής μέσα στο πανηγυρικό κλίμα της Πεντηκοσταρίου περιόδου; Δεν πρόκειται για κάποιο γεγονός της ευαγγελικής ιστορίας, όπως συμβαίνει συνήθως με τις άλλες δεσποτικές εορτές του έτους.
Το θέμα της είναι καθαρά εορτολογικό και θεωρητικό, και αυτό αποτελεί μία από τις μεγάλες ιδιαιτερότητες της. Η Τετάρτη της Μεσοπεντηκοστής είναι η εικοστή πέμπτη ημέρα από το Πάσχα και η εικοστή πέμπτη ημέρα προ της Πεντηκοστής. Σημειώνει δηλαδή το ακριβές μέσον της περιόδου των πενήντα εορτάσιμων ημερών μετά τη λαμπρή εορτή του Πάσχα. Είναι ένας σταθμός μέσα στη χαρμόσυνη αυτή περίοδο, μία τομή που χωρίζει τα δύο μεγάλα γεγονότα της Εκκλησίας.
Ωραία τοποθετεί αυτή την έννοια το πρώτο τροπάριο του εσπερινού της εορτής, που μιλάει για τη μεσότητα των ημερών. Η ημέρα αυτή, χωρίς να έχει δικό της θεματικό περιεχόμενο, συνδυάζει τα θέματα του Πάσχα από τη μία πλευρά και της επιφοιτήσεως του Αγίου Πνεύματος από την άλλη. Παράλληλα προφαίνει και τη δόξα της αναλήψεως του Κυρίου, που θα εορτασθεί δεκαπέντε ημέρες αργότερα στο ίδιο πανηγυρικό κλίμα. Λάμπει λοιπόν με τις λαμπρότητες των δύο μεγάλων εορτών, αφού τις έχει εκατέρωθεν και τις ενώνει μέσα στον εορτασμό της.
Ακριβώς αυτό το μέσον των δύο μεγάλων εορτών έφερνε στο νου των βυζαντινών υμνογράφων ένα εβραϊκό επίθετο του Κυρίου, το Μεσσίας. Ο Μεσσίας στα ελληνικά μεταφράζεται Χριστός, αλλά ηχητικά θυμίζει στο αυτί τη λέξη μέσον της εορτής. Έτσι στα τροπάρια και στο συναξάρι της ημέρας η παρετυμολογία αυτή γίνεται αφορμή να παρουσιασθεί ο Χριστός ως Μεσσίας. Ο Χριστός εμφανίζεται ως μεσίτης Θεού και ανθρώπων, ως μεσίτης και διαλλάκτης ημών και του αιωνίου αυτού Πατρός.
Όπως σημειώνει ο Νικηφόρος Ξανθόπουλος στο συναξάρι, για αυτή την αιτία την παρούσα εορτή πανηγυρίζουμε και Μεσοπεντηκοστή την ονομάζουμε στα λειτουργικά μας βιβλία. Σε αυτή τη θεολογική προσέγγιση βοήθησε και η ευαγγελική περικοπή που εξελέγη για την ημέρα αυτή, από το κατά Ιωάννην Ευαγγέλιο. Μεσούσης της εορτής του Ιουδαϊκού Πάσχα ο Χριστός ανεβαίνει στο ιερό και διδάσκει με παρρησία τον λαό. Η διδασκαλία Του προκαλεί τον θαυμασμό αλλά και ζωηρά αντιδικία ανάμεσα σε Αυτόν, στον λαό και στους διδασκάλους.
Είναι ο Ιησούς ο αναμενόμενος Μεσσίας ή δεν είναι, και είναι η διδασκαλία Του εκ Θεού ή προέρχεται από κάπου αλλού; Νέο λοιπόν θέμα προστίθεται στην εορτή της ημέρας: ο Χριστός εμφανίζεται μπροστά μας ως ο μέγας διδάσκαλος. Έτσι ο Κύριος αποκαλύπτεται μπροστά στους Ιουδαίους ως πηγή της αληθινής σοφίας και της θείας διδαχής. Είναι Αυτός που, ενώ δεν έμαθε γράμματα από ανθρώπινους δασκάλους, κατέχει όμως όλο το πλήρωμα της θείας σοφίας μέσα Του. Και τούτο επειδή ο ίδιος είναι η Σοφία του Θεού η κατασκευάσασα τον κόσμο και τα πάντα μέσα σε αυτόν.
Από τον διάλογο αυτό του Κυρίου με τους Ιουδαίους εμπνέεται μεγάλο μέρος της θαυμάσιας υμνογραφίας της εορτής της Μεσοπεντηκοστής. Εκείνος που διδάσκει στον ναό, στο μέσον των διδασκάλων του Ιουδαϊκού λαού και στο μέσον της εορτής, είναι ο ίδιος ο Μεσσίας, ο Χριστός και Λόγος του Θεού. Αυτός που αποδοκιμάζεται από τους δήθεν σοφούς του λαού Του είναι η ίδια η ενυπόστατος Σοφία του Θεού Πατρός. Λίγες σειρές πιο κάτω στο Ευαγγέλιο του Ιωάννου, αμέσως μετά τον διάλογο του Κυρίου με τους Ιουδαίους, έρχεται ένας ακόμη παρόμοιος διάλογος.
Αυτός έλαβε χώρα μεταξύ Χριστού και των Ιουδαίων κατά την έσχατη ημέρα την μεγάλη της εορτής, δηλαδή κατά την Πεντηκοστή των Ιουδαίων. Ο διάλογος αυτός αρχίζει με μία μεγαλήγορο φράση του Κυρίου που λέει στον λαό: εάν τις διψά, ας έρθει σε εμένα και ας πιει. Ο Ευαγγελιστής σχολιάζει ότι αυτό το είπε για το Άγιο Πνεύμα, που έμελλαν να λάβουν όσοι θα πίστευαν σε Αυτόν. Η εικόνα του ζώντος ύδατος γίνεται έτσι ένα από τα πιο εκφραστικά σύμβολα της εορτής.
Δεν έχει σημασία ότι οι λόγοι αυτοί του Κυρίου δεν ελέχθησαν κατά τη Μεσοπεντηκοστή αλλά λίγες ημέρες αργότερα στην ίδια χαρμόσυνη περίοδο. Ποιητική αδεία μπήκαν στο στόμα του Κυρίου, στην ομιλία Του κατά την Μεσοπεντηκοστή, από τους ιερούς υμνογράφους. Ταίριαζαν εξάλλου τόσο πολύ με το θέμα της εορτής, ώστε δεν μπορούσε να βρεθεί πιο παραστατική εικόνα. Έτσι αναδεικνύεται με δύναμη ο χαρακτήρας του διδακτικού έργου του Χριστού στη γη και στην ανθρώπινη ιστορία.
Στο ανθρώπινο γένος, που υπέφερε από δίψα, η διδασκαλία του Κυρίου ήλθε σαν ύδωρ ζων, σαν ποταμός χάριτος που δρόσισε το πρόσωπο της γης. Ο Χριστός είναι η πηγή της χάριτος, του ύδατος που πηδά και αναβλύζει εις ζωήν αιώνιον, και ξεδιψά τις ψυχές των ανθρώπων που υποφέρουν από βασανιστική δίψα. Αυτή είναι λοιπόν η εορτή της Μεσοπεντηκοστής, με όλο τον θεολογικό της πλούτο και τη συμβολική της δύναμη μέσα στη λατρεία. Η έλλειψη ιστορικού υποβάθρου την στέρησε από εκείνον τον λαϊκό χαρακτήρα που θα την έκανε προσφιλή στον πολύ κόσμο.
Και το εντελώς θεωρητικό της θέμα δεν βοήθησε όσους δεν είχαν τις θεολογικές προϋποθέσεις να εισδύσουν στη δόξα του διδασκάλου Χριστού, της Σοφίας και Λόγου του Θεού. Όμως η Εκκλησία εξακολουθεί να την πανηγυρίζει με ωραιότατους ύμνους και διατηρεί ζωντανή τη μνήμη του ακενώτου ύδατος.