▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Δίκαιος Ιώβ ο Πολύαθλος
Σε μία και μόνη ημέρα ο Ιώβ έχασε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, μαζί με χιλιάδες πρόβατα, καμήλες, βόδια και όνους. Παρά τη συντριβή αυτή, κάθησε πάνω σε σωρό κοπριάς έξω από την πόλη και ευλόγησε το όνομα του Κυρίου. Ο Δίκαιος Ιώβ καταγόταν από την Αυσίτιδα, χώρα που απλωνόταν ανάμεσα στην Ιδουμαία και την Αραβία. Αρχικά τον ονόμαζαν Ιωβάβ και ήταν γιος του Ζαρέ και της Βοσόρρας, εγγονός του Ησαύ και πέμπτος απόγονος του πατριάρχη Αβραάμ. Υπήρξε βασιλιάς των Εδωμιτών και προφήτης για σαράντα ολόκληρα χρόνια.
Έζησε, σύμφωνα με μία παράδοση, χίλια εννιακόσια χρόνια προ Χριστού, ενώ άλλοι τοποθετούν τη ζωή του χίλια τετρακόσια χρόνια προ Χριστού. Παρά τα μυθώδη πλούτη του ήταν θεοσεβής, ευθύς και άμεμπτος, και απέφευγε με προσοχή κάθε αμαρτία. Είχε επτά γιους και τρεις θυγατέρες, αδελφούς και αδελφές, καθώς και παλλακίδες με τις οποίες απέκτησε άλλους γιους. Στην ιδιοκτησία του ανήκαν επτά χιλιάδες πρόβατα, τρεις χιλιάδες καμήλες, πεντακόσια ζεύγη βοδιών και πεντακόσιοι θηλυκοί όνοι.
Πλήθος υπηρετών φρόντιζε τα κοπάδια και την επιστασία τους με αφοσίωση και τάξη. Επειδή ήταν αγαθός και πλούσιος, ο Ιώβ έκανε μεγάλα και θεάρεστα έργα στη χώρα του. Θεωρούνταν ανάμεσα στους πιο σημαντικούς και διακεκριμένους ανθρώπους ολόκληρης της Αυσίτιδας. Τα παιδιά του Ιώβ συνήθιζαν να συγκεντρώνονται με νέους της περιοχής και να παραθέτουν συμπόσια. Όταν τα συμπόσια τελείωναν, ο Ιώβ πρόσφερε για χάρη τους ένα μοσχάρι ως θυσία στον Θεό για την εξιλέωση τυχόν αμαρτιών.
Σκεφτόταν ότι μέσα στη χαρά των τραπεζιών ίσως είχαν παραστρατήσει σε κάτι. Έτσι περνούσε τη ζωή του, με προσευχή και διαρκή φροντίδα. Κάποια ημέρα παρουσιάστηκαν οι άγγελοι ενώπιον του Θεού και μαζί τους ήρθε ο διάβολος. Ο Κύριος ρώτησε τον διάβολο εάν πρόσεξε ότι κανείς δεν ήταν τόσο άμεμπτος και θεοσεβής όσο ο Ιώβ. Εκείνος αποκρίθηκε ότι ο Ιώβ είχε ευλογηθεί με αμέτρητα αγαθά, και αν τα έχανε θα βλαστημούσε.
Ο Κύριος παρέδωσε τότε την περιουσία του Ιώβ στην εξουσία του διαβόλου, χωρίς όμως να επιτρέψει να βλαβεί ο ίδιος. Εκείνη ακριβώς την ημέρα τα παιδιά του έτρωγαν στην οικία του μεγαλύτερου αδελφού. Έφτασε αγγελιαφόρος και ανήγγειλε ότι ληστές άρπαξαν τα βόδια και τους όνους και έσφαξαν τους υπηρέτες. Αμέσως μετά ήρθε άλλος και μίλησε για φωτιά από τον ουρανό που έκαψε τα πρόβατα και τους βοσκούς. Πριν τελειώσει η αναγγελία, νέος αγγελιαφόρος ανέφερε ότι ληστές άρπαξαν τις καμήλες και έσφαξαν όσους τις φύλαγαν.
Τέλος ήρθε και τέταρτος, που μίλησε για ορμητικό άνεμο ο οποίος γκρέμισε το σπίτι πάνω στα παιδιά. Όταν ο Ιώβ άκουσε τις διαδοχικές καταστροφές, έσχισε τα ρούχα του και κούρεψε τα μαλλιά του. Έπεσε στο έδαφος, προσκύνησε τον Κύριο και είπε ότι γυμνός βγήκε από την κοιλιά της μάνας του και γυμνός θα φύγει. Πρόσθεσε ότι ο Κύριος τα έδωσε όλα και ο Κύριος τα πήρε, και ευλόγησε το όνομά του εις τους αιώνες. Παρόλες τις φοβερές συμφορές, ο δίκαιος δεν αμάρτησε ενώπιον του Θεού.
Λίγο αργότερα παρουσιάστηκαν ξανά οι άγγελοι ενώπιον του Κυρίου και μαζί τους ο διάβολος. Ο Κύριος έδειξε πώς ο Ιώβ κράτησε ακέραιη την αγαθότητά του ακόμη και μετά την απώλεια όλων. Ο διάβολος ισχυρίστηκε ότι, αν χτυπούσε τη σάρκα του δικαίου, σίγουρα θα τον βλαστημούσε. Ο Κύριος παρέδωσε τον Ιώβ στην εξουσία του διαβόλου, χωρίς όμως να επιτρέψει το θάνατό του. Έτσι ο πειρασμός χτύπησε ολόκληρο το σώμα του δικαίου με βαριά μορφή λέπρας.
Ο Ιώβ κάθησε σε σωρό από αποξηραμένη κοπριά έξω από την πόλη και έξυνε τις πληγές του με όστρακο. Ύστερα από καιρό η γυναίκα του τον πίεσε να βλαστημήσει, για να βρει τέλος ο πόνος του. Εκείνος όμως την επέπληξε ότι μίλησε σαν ανόητη, ρωτώντας αν πρέπει να δεχόμαστε μόνο τα αγαθά και όχι και τα κακά. Όταν οι τρεις φίλοι του πληροφορήθηκαν τις συμφορές, ξεκίνησαν από τις χώρες τους για να τον παρηγορήσουν. Ήταν ο Ελιφάζ, βασιλιάς των Θαιμανών, ο Βαλδάδ, τύραννος των Σαυχέων, και ο Σωφάρ, βασιλιάς των Μιναίων.
Όταν τον είδαν από μακριά δεν τον αναγνώρισαν, έβγαλαν κραυγή οδύνης, έκλαψαν και έσχισαν τις στολές τους. Έριξαν χώμα στο κεφάλι τους και κάθησαν κοντά του επτά ημέρες σιωπηλοί, καθώς το χτύπημα ήταν μεγάλο και οδυνηρό. Ο Ιώβ θρήνησε και καταράστηκε την ημέρα που γεννήθηκε. Πρώτος μίλησε ο Ελιφάζ και τον επέπληξε, διότι ο Θεός τιμωρεί τους ασεβείς και επαναφέρει τους συνετούς στην ευτυχία. Ο Ιώβ αποκρίθηκε ότι οι θλίψεις του ήταν βαρύτερες από όσα μπορούσε να σηκώσει και ζήτησε το θάνατο.
Ο Βαλδάδ τον επέπληξε ότι τα παιδιά του δίκαια τιμωρήθηκαν και ότι ο Κύριος ανταμείβει τους ευσεβείς. Ο Ιώβ διακήρυξε την παντοδυναμία και τη σοφία του Θεού, αλλά αναρωτήθηκε γιατί στέλνει τόσο βαριές θλίψεις σε άνθρωπο αθώο. Ο Σωφάρ αμφισβήτησε με σκληρά λόγια την καθαρότητά του και τον προέτρεψε να αποβάλει κάθε αμαρτία. Ο δίκαιος υπερασπίστηκε με σταθερότητα την αθωότητά του και κατηγόρησε τους φίλους του ως αναλγείς παρηγορητές, που του πρόσθεσαν περισσότερο πόνο.
Στη συζήτηση παρενέβη ο Ελιούς, γιος του Βαραχιήλ από την Αυσίτιδα. Οργίστηκε εναντίον του Ιώβ, διότι παρουσίαζε τον εαυτό του ως δίκαιο ενώπιον του Θεού. Θύμωσε επίσης με τους τρεις φίλους, οι οποίοι, παρότι μεγαλύτεροι, δεν μπόρεσαν να αντικρούσουν τους ισχυρισμούς του πάσχοντος. Τόνισε ότι σοφό δεν τον κάνει η μεγάλη ηλικία αλλά το πνεύμα του Θεού, που φωτίζει τον άνθρωπο. Ισχυρίστηκε ότι ο Κύριος καθοδηγεί τους ανθρώπους με όνειρα και τους παιδαγωγεί με τις θλίψεις.
Κατέδειξε ότι οι αμαρτίες αποτελούν τη βαθύτερη αιτία των δοκιμασιών και ζήτησε από τον Ιώβ να απευθυνθεί στη μακροθυμία του Θεού. Όταν σταμάτησε ο Ελιούς, παρενέβη ο ίδιος ο Κύριος μέσα από τα σύννεφα. Επέπληξε τους τέσσερις φίλους για τα αστήρικτα λόγια τους που συσκότιζαν τον νου. Τους έθεσε ερωτήματα γύρω από τη δημιουργία του κόσμου, τα φυσικά φαινόμενα της γης και του ουρανού, καθώς και γύρω από τα θαυμαστά των ζώων και των φυτών. Ρώτησε τον Ιώβ εάν είναι σε θέση να ελέγξει τον Θεό.
Ο Ιώβ απάντησε με ευλάβεια ότι μόνο μία φορά παραπονέθηκε και δεν επρόκειτο ποτέ να το ξανακάνει. Ταπεινός πλέον ομολόγησε ότι μέχρι τότε μόνο άκουγε για τα μεγαλεία του Θεού, ενώ τώρα τον αντίκρυσε με τα ίδια του τα μάτια. Ο Κύριος επέπληξε τότε αυστηρά τους τρεις φίλους, διότι δεν μίλησαν αληθινά για τον ίδιο όπως ο Ιώβ. Τους πρόσταξε να πάρουν επτά μοσχάρια και επτά κριάρια και να τα θυσιάσουν μαζί με τον δίκαιο, ο οποίος θα προσευχόταν για χάρη τους.
Εκείνοι έπραξαν όπως πρόσταξε, και η αμαρτία τους συγχωρήθηκε χάρη στον Ιώβ. Οι αδελφοί και οι αδελφές του πληροφορήθηκαν όσα συνέβησαν και ήρθαν να γιορτάσουν, και έφερε ο καθένας ως δώρο μια αμνάδα, ένα χρυσό τετράδραχμο και ασήμι. Ο Κύριος δόξασε και ευλόγησε τον Ιώβ, και του χάρισε διπλάσια από όσα είχε προηγουμένως. Τα πρόβατά του ανέβηκαν σε δεκατέσσερις χιλιάδες, οι καμήλες σε έξι χιλιάδες, τα ζεύγη βοδιών σε χίλια και οι θηλυκοί όνοι σε άλλες χίλιες.
Απέκτησε ξανά επτά γιους και τρεις θυγατέρες, την Ημέρα, την Κασία και την Αμαλθαία, που ήταν οι ωραιότερες γυναίκες στον κόσμο. Έδωσε μεγάλη κληρονομιά και στις θυγατέρες του, μαζί με τους γιους. Πήρε επίσης γυναίκα από την Αραβία, με την οποία απέκτησε τον Εννών. Έζησε μετά τη δοκιμασία άλλα εκατόν εβδομήντα χρόνια και είδε τα παιδιά των παιδιών του μέχρι τέταρτη γενιά. Κοιμήθηκε σε ηλικία διακοσίων σαράντα ετών με ειρήνη, υπόδειγμα πίστης, υπομονής και καρτερίας. Η Ορθόδοξη Εκκλησία τιμά τη μνήμη του στις έξι Μαΐου και την Κυριακή των Προπατόρων.