Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Σιλβανός Επίσκοπος Γάζης και 40 Μάρτυρες
Από στρατιώτης του επίγειου βασιλιά έγινε επίσκοπος της Γάζης και οδήγησε σαράντα ψυχές στον Χριστό μέσα στα ορυχεία του χαλκού. Στην Καισάρεια έδωσε τη μαρτυρική του ομολογία και έπεσε από το ξίφος μαζί με τους σαράντα μαθητές του την εποχή του αυτοκράτορα Διοκλητιανού. Ο άγιος Σιλβανός καταγόταν από τα περίχωρα της παλαιάς πόλεως της Γάζης στην Παλαιστίνη και υπηρετούσε αρχικά στον στρατό της Ρωμαϊκής αυτοκρατορίας. Όταν όμως γνώρισε την αλήθεια του Χριστού, άφησε για πάντα τη στρατιωτική ζωή και τα όπλα του κόσμου.
Αφιέρωσε όλη την ψυχή του στον ουράνιο Βασιλιά και ζήτησε να τον υπηρετεί με προσευχή, νηστεία και διαρκή ιεραποστολή. Η Εκκλησία τον αξίωσε πρώτα του βαθμού του πρεσβυτέρου και έπειτα τον ανέδειξε επίσκοπο της πόλεως της Γάζης. Από τον επισκοπικό θρόνο κήρυττε με θερμότητα και έπειθε πολλούς ειδωλολάτρες να αφήσουν τα είδωλα του τόπου. Έτσι η ποίμνη του μεγάλωνε ολοένα και πολλές οικογένειες δέχονταν το άγιο βάπτισμα μέσα στους ναούς της περιοχής.
Ο λόγος του ήταν ζωντανός, καθαρός και έφτανε βαθιά στις καρδιές όσων τον άκουγαν με ειλικρίνεια. Η φήμη του απλώθηκε γρήγορα σε όλη τη γύρω περιφέρεια της Παλαιστίνης και έγινε γρήγορα στόχος των φανατικών εχθρών της πίστεως. Όταν ξέσπασε ο μεγάλος διωγμός εναντίον των χριστιανών στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού, οι ζηλωτές των ειδώλων όρμησαν στην Γάζα και συνέλαβαν τον επίσκοπο. Τον οδήγησαν με αλυσίδες στην πόλη της Καισάρειας και τον παρέδωσαν στον τοπικό άρχοντα για επίσημη δίκη και βασανιστήρια.
Οι δικαστές απαίτησαν από τον άγιο να αρνηθεί τον Χριστό και να θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς της αυτοκρατορίας. Εκείνος όμως στάθηκε ατρόμητος μπροστά στο βήμα και ομολόγησε με δύναμη το όνομα του αληθινού και ζώντος Θεού. Τότε άρχισαν τα φρικτά μαρτύρια και ο Σιλβανός δοκίμασε σκληρό ξυλοδαρμό στο γυμνό σώμα του. Ύστερα τον κρέμασαν ψηλά και ξέσχισαν τις σάρκες του με σιδερένια ξυστήρια χωρίς κανένα έλεος. Παρά τους φοβερούς πόνους ο επίσκοπος δεν έβγαλε ούτε μία λέξη παραπόνου από το στόμα του.
Η γενναιότητα και η υπομονή του προκάλεσαν θάμβος στους θεατές αλλά και οργή στους ειδωλολάτρες κριτές της πόλεως. Επειδή δεν μπόρεσαν να τον λυγίσουν με τα βασανιστήρια του βήματος, αποφάσισαν να τον στείλουν μακριά στα ορυχεία χαλκού. Εκεί τον περίμενε σκληρή καταναγκαστική εργασία στις πιο άθλιες συνθήκες, μαζί με άλλους κατάδικους και χριστιανούς της επαρχίας. Η τιμωρία αυτή θεωρούνταν τότε από τις πιο φοβερές μέσα σε ολόκληρη τη Ρωμαϊκή αυτοκρατορία.
Μέσα στα σκοτεινά ορυχεία ο γέροντας πια επίσκοπος εργαζόταν με τα ίδια του τα χέρια κάτω από βαριά φορτία πέτρας και χαλκού. Το σώμα του εξαντλήθηκε γρήγορα από τους κόπους και την πείνα, αλλά η ψυχή του παρέμενε φωτεινή, ήρεμη και χαρούμενη. Δεν σταμάτησε ούτε στιγμή να μιλά για τον Χριστό σε κάθε σύντροφο του δικού του μαρτυρίου. Με γλυκύτητα και υπομονή τους εξηγούσε το ευαγγέλιο και τους έδειχνε τον δρόμο της σωτηρίας μέσα από την αγάπη του Θεού.
Σαράντα άντρες πίστεψαν στα λόγια του και δέχθηκαν με χαρά τον Χριστό ως μοναδικό Κύριο της ζωής τους. Οι ειδωλολάτρες όμως πληροφορήθηκαν τη νέα αυτή ιεραποστολή μέσα στα ορυχεία και θύμωσαν φοβερά με τον επίσκοπο. Τον κατηγόρησαν ότι παρασύρει και άλλους εργάτες στην πίστη του Χριστού και ζήτησαν αμέσως τον θάνατό του. Έτσι αποφάσισαν να αποκεφαλίσουν με το ξίφος και τον ίδιο τον ποιμενάρχη και τους σαράντα νέους ομολογητές. Ο άγιος Σιλβανός δέχθηκε με γαλήνη τη φοβερή απόφαση και ευχαρίστησε τον Θεό για τον στέφανο του μαρτυρίου. Όλοι μαζί παρέδωσαν τότε τις άγιες ψυχές τους στον Κύριο τον χρόνο τριακόσια έντεκα και κοσμούν αιώνια ως μάρτυρες την ουράνια Εκκλησία του Χριστού.