▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Αγία Πελαγία
Μέσα στον πυρωμένο χάλκινο βόδι ο διώκτης αυτοκράτορας έριξε μια νεαρή κόρη που λίγο πριν είχε αρνηθεί τον θρόνο του. Η Πελαγία, γόνος επιφανούς ειδωλολατρικής οικογένειας από την Ταρσό της Κιλικίας, προτίμησε το μαρτύριο από τη συζυγία με τον διάδοχο του Διοκλητιανού. Γεννήθηκε στους χρόνους του τρομερού διωγμού των αρχών του τετάρτου αιώνα, όταν ο αυτοκράτορας είχε στρέψει όλη του τη μανία εναντίον της νέας πίστης. Η οικογένειά της ήταν πλούσια, η ίδια ξακουστή για την ομορφιά της, ενώ η μητέρα της είχε αφοσιωθεί απόλυτα στη λατρεία των ειδώλων του τόπου.
Όμως η νεαρή κόρη γνώρισε χριστιανές κοπέλες της Ταρσού που της μίλησαν με ζεστή θέρμη για τον Ιησού Χριστό και την αλήθεια του Ευαγγελίου. Η καρδιά της φλογίστηκε από αγάπη προς τον αληθινό Θεό, και υποσχέθηκε μέσα της σιωπηλά να μην παντρευτεί ποτέ θνητό άνθρωπο. Στην πόλη της εκείνη την περίοδο επίσκοπος ήταν ο Κλήνωνας, που είχε ήδη βαπτίσει πολλούς ειδωλολάτρες της περιοχής. Όταν ο Διοκλητιανός έμαθε για τη δράση του, διέταξε να συλληφθεί και να κλειστούν οι πύλες της πόλης.
Ο επίσκοπος όμως είχε ειδοποιηθεί ήδη από τον Θεό και κρύφτηκε στα βουνά μαζί με άλλους πιστούς της κοινότητας. Ο γιος του αυτοκράτορα είδε κάποτε την Πελαγία στους δρόμους της πόλης και θαμπώθηκε αμέσως από την παρθενική ομορφιά της. Έστειλε αμέσως απεσταλμένους με την πρόταση του γάμου, νομίζοντας πως η οικογένεια θα δεχόταν με χαρά μια τέτοια τιμή. Η μητέρα πράγματι ενθουσιάστηκε με την προοπτική της συγγένειας με τον αυτοκρατορικό οίκο της Ρώμης.
Η κόρη όμως κάνοντας το σημείο του σταυρού απάντησε με παρρησία πως ήταν ήδη μνηστευμένη με τον Υιό του Θεού, τον Βασιλέα τον αθάνατο. Οι απεσταλμένοι γύρισαν αμέσως στον νεαρό πρίγκιπα του παλατιού και του μετέφεραν αυτούσια την ξεκάθαρη απάντηση. Εκείνος οργίστηκε σφοδρά, αλλά αποφάσισε να την αφήσει για λίγο ήσυχη, ελπίζοντας πως θα μετάνιωνε τελικά. Η Πελαγία τότε ζήτησε από τη μητέρα της άδεια να επισκεφθεί την τροφό της, που ζούσε έξω από την πόλη.
Στην πραγματικότητα ήθελε να αναζητήσει τον κρυμμένο επίσκοπο και να βαπτιστεί από τα χέρια του. Η μητέρα στην αρχή αρνήθηκε, όμως την επόμενη νύχτα η κόρη είδε σε όραμα τη φωτεινή μορφή του επισκόπου Κλήνωνα. Έστειλε δύο πιστούς ευνούχους στους φυλακισμένους χριστιανούς της πόλης, για να μάθει τα ακριβή χαρακτηριστικά του ιεράρχη. Τα όσα της περιέγραψαν ταυτίστηκαν απόλυτα με το όραμά της, και έγινε βέβαιη πως ο ίδιος ο Θεός την καλούσε.
Πέρασαν μερικές ημέρες και η μητέρα τελικά υποχώρησε, φοβούμενη μήπως η κόρη αρρωστήσει βαριά από τη στενοχώρια της. Έντυσε την Πελαγία σαν νύφη του αυτοκρατορικού οίκου, με πορφύρα και χρυσά κοσμήματα και πολύτιμους λίθους. Ένα μεγάλο πλήθος δούλων και έμπιστων ευνούχων τη συνόδευσε σε λαμπρό άρμα με άλογα ταξιδιού. Αφού απομακρύνθηκαν περίπου δέκα μίλια έξω από την πόλη, πλησίασαν ένα δασωμένο και απόκρημνο βουνό της περιοχής.
Εκεί ένας από τους κρυφά πιστούς υπηρέτες αναγνώρισε τον επίσκοπο Κλήνωνα που κατέβαινε αργά στο μονοπάτι. Η Πελαγία κατέβηκε αμέσως από το άρμα και έτρεξε ολόψυχα προς τον ποιμένα της Εκκλησίας του Χριστού. Διέταξε τους ακολούθους της να απομακρυνθούν, και πλησιάζοντας τον επίσκοπο τον χαιρέτησε με την έκφραση «Χαίρε, διάκονε του Χριστού». Έπεσε στα πόδια του και τον παρακάλεσε με θερμά δάκρυα να της χαρίσει το άγιο βάπτισμα.
Ο Κλήνωνας τη δοκίμασε με ερωτήσεις, και βλέποντας την αυθεντική φλόγα της πίστης της δόξασε τον Θεό. Άπλωσε τα χέρια του στον γαλάζιο ουρανό και προσευχήθηκε θερμά για το νεοφώτιστο πλάσμα μπροστά του. Τότε ξεπήδησε ξαφνικά μέσα από τη γη μια πηγή ολοζώντανου νερού, σημάδι θαυμαστό της θείας αποδοχής αυτής της κόρης. Ο επίσκοπος ευχαρίστησε τον Κύριο για το ξαφνικό αυτό σημείο και ετοίμασε αμέσως την κολυμβήθρα του βαπτίσματος.
Ο επίσκοπος αγίασε το νερό και τέλεσε το μυστήριο του βαπτίσματος στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Η Πελαγία είδε δύο φωτεινούς νέους που κρατούσαν λευκά καλύμματα από κάθε πλευρά γύρω από την πηγή. Ήταν άγγελοι Κυρίου, σταλμένοι να σκεπάσουν το σώμα της με υφάσματα λευκότερα από το χιόνι. Ο ιεράρχης την κοινώνησε από το τίμιο σώμα του Χριστού που έφερε μαζί του στις περιπλανήσεις του.
Η νεοφώτιστη γονάτισε, ασπάστηκε τα πόδια του και του ζήτησε να πάρει μαζί του τα πολυτελή ενδύματα και τα κοσμήματά της. Του είπε ότι έλαβε την άφθαρτη πορφύρα του αιώνιου Βασιλέα, και πια απεχθανόταν αυτές τις γήινες λάμψεις. Ζήτησε να πουληθούν όλα αυτά, και τα χρήματα να μοιραστούν στους φτωχούς ολόκληρης της περιοχής. Φόρεσε αντί γι' αυτά το ταπεινό λευκό ένδυμα του βαπτίσματος και επέστρεψε στη συνοδεία της.
Οι υπηρέτες της συνοδείας είχαν τυφλωθεί όλοι από δαιμονική επήρεια όση ώρα διαρκούσε το άγιο μυστήριο. Με το σημείο του σταυρού η Πελαγία τους χάρισε ξανά την όραση και άρχισε αμέσως να τους διδάσκει την αλήθεια. Πολλοί από αυτούς πίστεψαν την ίδια στιγμή και ζήτησαν να βαπτιστούν κι εκείνοι από τα χέρια του επισκόπου. Όταν η μητέρα την είδε χωρίς πορφύρα και κοσμήματα, αναστατώθηκε και έπεσε στα πόδια της παρακαλώντας να επιστρέψει στην πίστη των προγόνων.
Η αγία αρνήθηκε σταθερά και δήλωσε με παρρησία ότι η απόφασή της ήταν πλέον τελειωτική και αμετάκλητη. Τότε η μητέρα έστειλε μήνυμα στον γιο του αυτοκράτορα ότι η μνηστή του είχε γίνει χριστιανή. Ο νεαρός πρίγκιπας κατάλαβε πως είχε χάσει για πάντα την Πελαγία και βυθίστηκε σε βαθιά απελπισία. Σκέφτηκε όλους τους χριστιανούς που είχε βασανίσει ο πατέρας του χωρίς να καταφέρει να αλλάξει κανέναν.
Έβγαλε το ξίφος του, ακούμπησε την αιχμή στο στήθος του και έπεσε επάνω της, βάζοντας τέλος στη ζωή του. Η μητέρα της Πελαγίας τρομοκρατήθηκε από την οργή που θα ξεσπούσε ο Διοκλητιανός εναντίον όλης της οικογένειας. Έδεσε η ίδια την κόρη της και την παρέδωσε στο αυτοκρατορικό δικαστήριο ως υπεύθυνη του θανάτου του διαδόχου. Ο αυτοκράτορας, βλέποντας την εξαιρετική ομορφιά της κρατούμενης κόρης, ξέχασε για μια στιγμή την εκδίκηση που σχεδίαζε.
Σκέφτηκε να την κάνει δική του γυναίκα, και διέταξε να φέρουν μπροστά της σωρούς από χρυσάφι και πολύτιμους λίθους. Στη μητέρα έδωσε μάλιστα εκατό τάλαντα χρυσού και την έστειλε ικανοποιημένη πίσω στο σπίτι της. Την επόμενη ημέρα ο Διοκλητιανός κάθισε στον θρόνο του με όλη του τη μεγαλοπρέπεια, περιστοιχισμένος από συμβούλους και στρατιώτες. Υποσχέθηκε στην Πελαγία βασιλικό στέμμα και τα πρωτεία ολόκληρου του παλατιού αν αρνιόταν εντελώς τον Χριστό.
Η αγία πλημμυρισμένη από θεϊκό ζήλο του απάντησε με τόλμη ότι παραληρούσε ολοκληρωτικά με τέτοιες προτάσεις. Είπε πως είχε Νυμφίο τον Χριστό τον Βασιλέα των ουρανών, και ότι την περίμεναν τρεις άφθαρτοι στέφανοι για την πίστη, την αγνότητα και το μαρτύριο. Ο αυτοκράτορας οργίστηκε και διέταξε να πυρωθεί ένας χάλκινος βόδι, σκεπτόμενος πως θα την τρόμαζε με τη θέα. Όταν το όργανο έγινε κατακόκκινο σαν φλεγόμενος άνθρακας του καμινιού, η μάρτυς το πλησίασε χωρίς κανέναν δισταγμό.
Έκανε το σημείο του σταυρού πάνω της και η ίδια εισήλθε μέσα στο πυρακτωμένο σκεύος, χωρίς να τη βάλουν με τη βία. Με δοξολογία στον αληθινό Θεό παρέδωσε την ψυχή της στα χέρια του αιώνιου Νυμφίου της Χριστού. Το σώμα της διαλύθηκε σαν λιωμένο μύρο και γέμισε ολόκληρη την πόλη με ανέκφραστη ευωδία. Τα τίμια οστά της βρέθηκαν αργότερα στο όρος Λιθάτων, φρουρούμενα από τέσσερα λιοντάρια της ερήμου.
Με το αίμα της ποτίστηκε η Εκκλησία της Ταρσού, και είθε η ομολογία της να μας ενισχύει σε κάθε ώρα δοκιμασίας.