Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Έρασμος Επίσκοπος Φόρμια
Ένας Άγγελος τον βρήκε ψηλά στα όρη του Λιβάνου και του είπε καθαρά ότι κανένας δεν νικά τους εχθρούς της πίστεως όταν κοιμάται. Λίγο αργότερα, στη μακρινή Λυκία της Μικράς Ασίας, δέκα χιλιάδες άνθρωποι δέχτηκαν το άγιο βάπτισμα από τα ιερά του χέρια. Ο Άγιος Έρασμος αγάπησε τον Χριστό από τα παιδικά του χρόνια και υπηρέτησε με μεγάλο ζήλο τις θείες εντολές του Κυρίου. Όταν ωρίμασε στην ηλικία και στην αρετή, η Εκκλησία τον ανέδειξε επίσκοπο της πόλεως Φορμίας στην ξακουστή χώρα της Ιταλίας.
Εκεί ποίμανε το ποίμνιό του με στοργή πατρική, με βαθιά πραότητα και με σταθερό φρόνημα μέσα στις μεγάλες δοκιμασίες. Οι ημέρες όμως ήταν σκληρές και γεμάτες κίνδυνο, καθώς οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός Ηρακούλιος εξαπέλυσαν φοβερό διωγμό κατά των Χριστιανών. Ο επίσκοπος αναγκάστηκε τότε να αφήσει την έδρα του και να αναζητήσει για ένα διάστημα ασφαλές καταφύγιο σε απόμερο μέρος. Ανέβηκε λοιπόν στα ψηλά όρη του Λιβάνου και έμεινε εκεί στην αφάνεια και στην ησυχία για επτά ολόκληρα χρόνια.
Προσευχόταν αδιάλειπτα στον Κύριο, νήστευε αυστηρά και ζητούσε φωτισμό για τον δρόμο της ομολογίας και του μαρτυρίου. Έτσι περνούσαν οι ημέρες και οι νύχτες του στο βουνό, μέσα σε κατάνυξη ψυχής και σε αδιάκοπη μελέτη του θείου θελήματος. Όταν συμπληρώθηκαν τα επτά χρόνια της σιωπής στην έρημο, ένας Άγγελος Κυρίου του φανερώθηκε μέσα στην ησυχία του βουνού. Η φωνή του ήταν αυστηρή και παρηγορητική μαζί, καθώς ο ουράνιος αγγελιοφόρος τον προέτρεψε να ξυπνήσει από τη μακρόχρονη απομόνωσή του.
Του είπε ότι κανένας δεν νικά τους εχθρούς της πίστεως όταν παραμένει κρυμμένος και βυθισμένος στον ύπνο της ασφάλειας. Έπρεπε λοιπόν να επιστρέψει στην πόλη του και να αγωνιστεί ανδρείως ενώπιον όλων για το όνομα του Χριστού. Ο Άγιος Έρασμος υπάκουσε αμέσως, σηκώθηκε από την έρημο και ξεκίνησε με χαρά για την επιστροφή κοντά στην ποίμνη του. Στον δρόμο τον συνάντησαν στρατιώτες του αυτοκράτορα και τον ρώτησαν με αυστηρότητα ποιον Θεό σέβεται και λατρεύει στη ζωή του.
Ο Άγιος δεν δίστασε ούτε στιγμή και ομολόγησε ανοιχτά ότι είναι Χριστιανός και πιστός υπηρέτης του αληθινού Θεού του ουρανού. Οι στρατιώτες τον συνέλαβαν αμέσως και τον οδήγησαν δεμένο στην Αντιόχεια, όπου βρισκόταν τότε ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός. Μπροστά στον τύραννο ο Άγιος επανέλαβε με θάρρος την πίστη του στον Χριστό και ήλεγξε δριμύτατα την ασέβεια του ηγεμόνα. Η παρρησία του εξαγρίωσε σφόδρα τον αυτοκράτορα και τον οδήγησε σε αποφάσεις βίαιες, σκληρές και απάνθρωπες απέναντι στον επίσκοπο.
Ο σκληρός Διοκλητιανός διέταξε αμέσως να τον χτυπήσουν με ραβδιά και έπειτα με μολύβδινες βέργες σε όλο το σώμα. Ο Άγιος όμως έμενε ακλόνητος στην πίστη του και δεν λύγιζε διόλου από τα φοβερά κτυπήματα και τους βασανιστικούς πόνους. Τότε οι δήμιοι έσχισαν με σιδερένιες αρπάγες όλο το δέρμα του σώματός του και έλειωσαν στη φωτιά πίσσα και θειάφι. Έχυσαν στη συνέχεια τα καυτά υγρά πάνω στις ανοιχτές πληγές του, μα ο Άγιος δεν αισθανόταν καμία οδύνη ή ταλαιπωρία.
Ο τύραννος εξοργίστηκε ακόμη περισσότερο και πρόσταξε να φορέσουν στον λαιμό του Αγίου βαριά σιδερένια δεσμά και αλυσίδες. Έπειτα τον έκλεισαν σε σκοτεινή και υγρή φυλακή, για να καμφθεί επιτέλους η αντοχή του και να απαρνηθεί τον Χριστό. Όμως τη νύχτα ένας Άγγελος Κυρίου άνοιξε τις βαριές πύλες της φυλακής και έλυσε με δύναμη ουράνια τα σιδερένια δεσμά. Είπε με γλυκύτητα στον Άγιο να τον ακολουθήσει, γιατί θα τον οδηγήσει στην Ιταλία και σε νέους πνευματικούς αγώνες.
Εκεί, του υποσχέθηκε ο ουράνιος επισκέπτης, θα οδηγήσει στη σωτηρία του Χριστού πλήθος ανθρώπων που αναζητούν την αλήθεια. Ο Άγιος βγήκε ελεύθερος από τη φυλακή και ακολούθησε με βαθιά εμπιστοσύνη τον ουράνιο οδηγό και προστάτη του. Ο Άγγελος μετέφερε τον Άγιο με θαυμαστό τρόπο στην πόλη της Λυκίας και εκεί τον άφησε ελεύθερο ανάμεσα στον λαό. Ο Άγιος Έρασμος άρχισε να διδάσκει στο πλήθος την πίστη στον Χριστό με παρρησία, με γλυκύτητα και με πολλή σοφία.
Τέλεσε μάλιστα μεγάλα και εξαίσια θαύματα, ώστε ο λόγος του να επιβεβαιώνεται ολοκάθαρα από τα έργα της θείας χάριτος. Ανέστησε ακόμη και τον γιο ενός επιφανούς πολίτη που ονομαζόταν Αναστάσιος και είχε πεθάνει από βαριά και θανατηφόρα αρρώστια. Το θαύμα της αναστάσεως συγκλόνισε ολόκληρη την πόλη και άνοιξε τις καρδιές πλήθους ανθρώπων προς το άγιο ευαγγέλιο του Χριστού. Μετά από αυτό το μεγάλο θαύμα, δέκα χιλιάδες άνδρες δέχτηκαν το βάπτισμα και πρόσθεσαν το όνομά τους στον στρατό του Χριστού.
Όταν τα νέα έφτασαν στον αυτοκράτορα Μαξιμιανό Ηρακούλιο, εκείνος ταράχτηκε σφόδρα και έστειλε στρατιώτες να συλλάβουν αμέσως τον επίσκοπο. Ο Άγιος ήλεγξε με θάρρος και τον δεύτερο αυτοκράτορα και ομολόγησε με παρρησία την πίστη του στον αληθινό Θεό ενώπιόν του. Οι δήμιοι τον χτύπησαν τότε στο πρόσωπο και τον απείλησαν ότι θα τον σταυρώσουν, αν δεν θυσιάσει στους ψεύτικους θεούς. Ο Άγιος απάντησε ψύχραιμα και ζήτησε με ειρωνεία να του δείξουν πού βρίσκονται οι θεοί τους, για να τους επισκεφθεί.
Οι στρατιώτες οδήγησαν τον Άγιο στον μεγάλο ναό του Δία, όπου τον περίμενε συγκεντρωμένο πλήθος ειδωλολατρών και αξιωματούχων του παλατιού. Εκεί ο Έρασμος γονάτισε με ησυχία ψυχής και προσευχήθηκε με πολλά δάκρυα στον αληθινό Θεό του ουρανού και της γης. Αμέσως όλα τα είδωλα έπεσαν με μεγάλο κρότο στο έδαφος και έγιναν θρύψαλα μπροστά στα έκπληκτα μάτια όλων των παρευρισκομένων. Από το εσωτερικό του ναού ξεπήδησε φωτιά ορμητική και κατέκαψε πολλούς από τους ειδωλολάτρες που στέκονταν εκεί γύρω.
Ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός τρόμαξε από το θαύμα και αναγκάστηκε να φύγει εσπευσμένα από την πόλη μαζί με τους έντρομους άρχοντές του. Ο Άγιος Έρασμος βάπτισε τότε πολύ λαό στην πίστη του Χριστού και στερέωσε την Εκκλησία στην ευρύτερη περιοχή της Λυκίας. Ύστερα έφυγε για την πόλη του Σιρμίου, για να κηρύξει και εκεί το ευαγγέλιο της σωτηρίας στους ειδωλολάτρες κατοίκους. Στο Σίρμιο όμως, με νέα διαταγή του Μαξιμιανού, οι στρατιώτες τον συνέλαβαν ξανά και τον υπέβαλαν σε φρικτά και εφευρετικά μαρτύρια.
Του φόρεσαν χάλκινη πανοπλία βαριά και τον έβαλαν να ξαπλώσει πάνω σε ένα πυρακτωμένο σιδερένιο κρεβάτι μαρτυρίου. Κάρφωσαν τα πόδια του στη γη με μεγάλα σιδερένια καρφιά, για να μην μπορεί να σαλέψει καθόλου από τη θέση του. Έπειτα στοίβαξαν γύρω και πάνω στο σιδερένιο κρεβάτι ξύλα ως την κορυφή και τους έβαλαν φωτιά με μανία. Έριχναν συνεχώς πίσσα και λάδι μέσα στις φλόγες, για να γίνει η φωτιά πιο σφοδρή, πιο ψηλή και πιο καυστική. Τα ξύλα κάηκαν όλα και έγιναν στάχτη, αλλά ο Άγιος Έρασμος έμεινε σώος και αβλαβής μέσα στις φλόγες της φωτιάς.
Το θαύμα ήταν τόσο μεγάλο και ολοφάνερο, ώστε ο λαός άρχισε να αναταράσσεται και να δοξάζει φανερά τον αληθινό Θεό. Ο αυτοκράτορας φοβήθηκε λαϊκή εξέγερση και αποσύρθηκε γρήγορα στα ανάκτορά του, χωρίς να συνεχίσει τα φοβερά μαρτύρια του ομολογητή. Τότε ο Άγγελος Κυρίου παρουσιάστηκε ξανά, ελευθέρωσε τον Άγιο από τα δεσμά της φωτιάς και τον μετέφερε πάλι στη Φορμία. Στην ποίμνη του ο Έρασμος βάπτισε ακόμη μεγάλο πλήθος ανθρώπων και στερέωσε όσους πίστευαν στον Χριστό μέσα στην πόλη.
Ύστερα από όλους αυτούς τους αγώνες παρέδωσε με προσευχή ευχαριστίας την αγία ψυχή του στα χέρια του Θεού. Οι Χριστιανοί έθαψαν με τιμή και ευλάβεια τα ιερά λείψανα του ομολογητή στον τόπο που εκείνος αγίασε με το αίμα του. Η μνήμη του τιμάται στις τέσσερις του μηνός Μαΐου και ευωδιάζει την Εκκλησία ως πολύτιμο και ευώδες θυμίαμα.