Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Λογγίνος ο Εκατόνταρχος και οι Δύο Συστρατιώτες του
Στους πρόποδες του φοβερού Γολγοθά, την ώρα που ο Κύριος Ιησούς Χριστός κρεμόταν στον Σταυρό για τη σωτηρία του κόσμου, στεκόταν ένας Ρωμαίος εκατόνταρχος. Ο Άγιος Λογγίνος καταγόταν από την Καππαδοκία και υπηρετούσε ως αξιωματικός κάτω από τις διαταγές του ηγεμόνα Ποντίου Πιλάτου επί της βασιλείας του αυτοκράτορα Τιβερίου Καίσαρος. Στους ώμους του και στους ώμους του στρατιωτικού του αποσπάσματος είχε ανατεθεί η σκληρή διακονία να φυλάσσει την Σταύρωση του αναμάρτητου Κυρίου.
Παραστάθηκε αυτόπτης μάρτυρας όλων των φοβερών γεγονότων, του πάθους, της απάνθρωπης σταυρώσεως, της τιμίας ταφής και της επίσημης σφραγίσεως του Παναγίου Μνήματος. Όταν όμως είδε με τα ίδια του τα μάτια τα ανείπωτα και υπερφυσικά σημεία της σταυρώσεως, η ψυχή του δονήθηκε από θεϊκό φόβο. Αντελήφθη τον μέγα σεισμό που συντάραξε τη γη, είδε τις σκληρές πέτρες των βράχων να σχίζονται και τα μνήματα των αγίων να ανοίγουν θαυμαστά. Είδε επίσης τον ήλιο να σκοτεινιάζει στη μέση της ημέρας και τους κεκοιμημένους δικαίους να εγείρονται μέσα από τους τάφους τους.
Τότε αυτός ο σκληροτράχηλος Ρωμαίος εκατόνταρχος πίστευσε ολόψυχα ότι ο σταυρωθείς ήταν ο πραγματικός και αληθινός Υιός του Θεού. Ομολόγησε δημόσια ενώπιον πάντων των παρόντων στρατιωτών και ιουδαίων εκείνα τα ευλογημένα λόγια που σώζει το ιερό Ευαγγέλιο, αληθώς Θεού Υιός ην ούτος. Από εκείνη την ιερή στιγμή ο Λογγίνος δεν ξαναέγινε ποτέ ο ίδιος άνθρωπος του παλιού του βίου. Σύμφωνα με την αδιάκοπη παράδοση της Εκκλησίας, ο Άγιος Λογγίνος ήταν εκείνος ακριβώς ο στρατιώτης που λόγχισε με τη λόγχη του την άχραντη πλευρά του εσταυρωμένου Σωτήρα.
Όταν από τη θεόρρητη αυτή πλευρά εξήλθε αμέσως το ζωηφόρο αίμα και το καθαρτικό ύδωρ, ο εκατόνταρχος έλαβε άμεσα ίαση από μακροχρόνια ασθένεια των οφθαλμών του. Από τότε διακρινόταν ως πιστός μάρτυρας του Πάθους και ως άνθρωπος ευεργετημένος προσωπικά από τη δύναμη του ζώντος Θεού. Μετά τη Σταύρωση και την τιμία Ταφή του Σωτήρα ο Λογγίνος ορίστηκε επίσης φύλακας στο σφραγισμένο Μνήμα του Κυρίου. Παρέμενε εκεί νυχθημερόν μαζί με τους στρατιώτες του, χωρίς να υποψιάζεται το ασύλληπτο και κοσμοσωτήριο γεγονός που έμελλε να συμβεί.
Όταν λοιπόν ο Κύριος ανέστη ενδόξως εκ νεκρών, ένας θαυμαστός σεισμός και η αστραπή του Αγγέλου τους έριξαν στη γη ως νεκρούς. Όταν συνήλθαν, ο Λογγίνος και δύο πιστοί συστρατιώτες του πληροφορήθηκαν με βεβαιότητα τη μεγάλη αλήθεια της Αναστάσεως του Σωτήρα τους. Έσπευσαν τότε να αναγγείλουν στον Πιλάτο και στους αρχιερείς όλα τα φοβερά γεγονότα της ένδοξης εκείνης τρίτης ημέρας. Εκείνοι όμως, αντί να μετανοήσουν, τους πρόσφεραν με δόλο πολλά αργύρια, για να σιωπήσουν για πάντα την αλήθεια της Αναστάσεως.
Ο Λογγίνος όμως αρνήθηκε χωρίς δισταγμό την προσφορά τους, διότι αγάπησε περισσότερο τον Χριστό από κάθε πρόσκαιρο χρυσάφι του κόσμου τούτου. Έγινε έτσι από Ρωμαίος εκατόνταρχος αληθινός κήρυκας και ομολογητής της Αναστάσεως του Χριστού στους εθνικούς και στους Ιουδαίους. Η ομολογία του ήταν τόσο ισχυρή, ώστε ξεσήκωσε ενάντιόν του την οργή και την αμείλικτη εκδίκηση όλου του ιουδαϊκού συνεδρίου της Ιερουσαλήμ. Επειδή ωστόσο ο Λογγίνος ήταν αξιωματικός γνωστός στον ίδιο τον Καίσαρα και προερχόταν από αρχοντική οικογένεια, δεν τολμούσαν να τον θανατώσουν μέσα στην πόλη.
Όταν αντελήφθη με προφητική φώτιση τις σκοτεινές προθέσεις τους, αποφάσισε να εγκαταλείψει οριστικά τη Ρωμαϊκή στρατιωτική του υπηρεσία και τιμή. Παρέδωσε την αξιωματική στολή, τη ζώνη και κάθε σύμβολο της επίγειας εξουσίας του, αφιερώνοντας ολόκληρη τη ζωή του στον αληθινό Βασιλέα Χριστό. Έλαβε στη συνέχεια το άγιο Βάπτισμα από τα τίμια χέρια των Αποστόλων στην Ιερουσαλήμ, καθώς πίστευε στον Χριστό ως αναμάρτητο Θεάνθρωπο. Παίρνοντας μαζί του δύο πιστούς συστρατιώτες, που είχαν επίσης πιστεύσει βαθιά στον αναστάντα Κύριο, εγκατέλειψε σιωπηλά την Ιερουσαλήμ.
Αναχώρησε για τη γενέθλια πατρίδα του Καππαδοκία, για να κηρύξει εκεί με παρρησία το ζωηφόρο Ευαγγέλιο του Χριστού. Πολλούς ειδωλολάτρες της Καππαδοκίας οδήγησε με τους φλογερούς λόγους του από την πλάνη στην επίγνωση του ενός αληθινού Θεού. Εγκαταστάθηκε τελικά στο πατρικό του χωριό και προσπαθούσε να ζει εκεί βίο ησύχιο, μέσα στη νηστεία, στη μετάνοια και στην αδιάλειπτη προσευχή προς τον Κύριο. Σύντομα όμως η φήμη της θεόπνευστης κηρυκτικής του δράσεως απλώθηκε σε ολόκληρη την Καππαδοκία και έφτασε ως τα αυτιά του ιουδαϊκού συνεδρίου της Ιερουσαλήμ.
Οι αρχιερείς και οι πρεσβύτεροι, γεμάτοι ζήλεια και θυμό, έσπευσαν να κατηγορήσουν τον Λογγίνο ενώπιον του Ποντίου Πιλάτου με ψεύτικες κατηγορίες. Τον παρουσίασαν ως επικίνδυνο λιποτάκτη και ως άνθρωπο που υποκινεί τους κατοίκους της Καππαδοκίας εναντίον της απόλυτης ρωμαϊκής εξουσίας του Καίσαρος. Ο Πιλάτος, αφού δωροδοκήθηκε αδρά από τους ιουδαίους με χρυσάφι και πολύτιμα δώρα, έστειλε τότε επιστολή κατηγορίας στον αυτοκράτορα Τιβέριο. Σύντομα ήρθε από τη Ρώμη η σκληρή αυτοκρατορική διαταγή να αποκεφαλιστεί ο Άγιος Λογγίνος μαζί με τους δύο πιστούς του συστρατιώτες.
Όταν οι σταλμένοι στρατιώτες έφτασαν στην Καππαδοκία, ο ίδιος ο Άγιος, με προφητική φώτιση από τον Θεό, βγήκε πρόθυμα να τους προϋπαντήσει. Τους υποδέχθηκε με μεγάλη φιλοξενία, χωρίς να αποκαλύψει την ταυτότητά του, και τους κάλεσε ως κουρασμένους οδοιπόρους στην ταπεινή του οικία. Όταν εκείνοι ξεκουράστηκαν και ευφράνθηκαν από το πλούσιο γεύμα, του εκμυστηρεύθηκαν τον σκοπό της επικίνδυνης αποστολής τους. Ο Άγιος έστειλε αμέσως μήνυμα και κάλεσε κοντά του τους δύο πιστούς και αγαπημένους συστρατιώτες του να μοιραστούν τη μεγάλη ώρα.
Πέρασε ολόκληρη την ευλογημένη εκείνη νύχτα όρθιος σε προσευχή προς τον Κύριο, ετοιμαζόμενος ψυχικά για το ευλογημένο μαρτυρικό του τέλος. Όταν ξημέρωσε η νέα ημέρα και έφτασαν οι δύο συστρατιώτες του στο φιλόξενο σπίτι του Αγίου, ο Λογγίνος βγήκε χαρούμενος να τους προϋπαντήσει. Τους αγκάλιασε με δάκρυα ευγνωμοσύνης, τους ασπάστηκε φιλικά και τους είπε ότι πλησίαζε επιτέλους η ώρα της ένδοξης απολύτρωσής τους από τα δεσμά της σαρκός. Τους εξήγησε γαλήνια το θέλημα του Θεού, δηλαδή ότι θα στέφονταν τρεις μαζί με ουράνιο μαρτυρικό στέφανο για την αγάπη του Σωτήρα.
Παρουσίασε ακολούθως τον εαυτό του στους έκπληκτους Ρωμαίους στρατιώτες, λέγοντας ταπεινά ότι αυτός ήταν ο Λογγίνος που ψάχνανε με τη διαταγή του Καίσαρος. Οι στρατιώτες ντράπηκαν βαθιά και αρχικά αρνήθηκαν να αποκεφαλίσουν τον γενναίο ευεργέτη τους, που τους είχε δείξει τόση καλωσύνη και ανυπόκριτη αγάπη. Ο Άγιος όμως τους πίεσε με σταθερότητα να εκτελέσουν χωρίς αναβολή την επίσημη διαταγή, λέγοντας ότι ποθεί ολόψυχα να συναντήσει τον αγαπημένο του Κύριο.
Φόρεσε στη συνέχεια ο ίδιος και οι δύο σύντροφοί του κατάλευκα ενταφιαστικά ενδύματα και υπέδειξε με γαλήνη τον τόπο της μελλοντικής τους ταφής. Τους περιεκάλεσε στους κατοίκους του χωριού να ενταφιάσουν με ευλάβεια τα τρία σώματά τους σε έναν κοντινό λόφο. Έπειτα, αφού προσευχήθηκε για τελευταία φορά και ασπάστηκε όλους τους παρόντες, έκλινε με ταπείνωση την τίμια κεφαλή του κάτω από τη ρωμαϊκή σπάθη. Έτσι έλαβε τον ουράνιο στέφανο μαζί με τους δύο γενναίους μάρτυρες, ως μία ψυχή και τρεις ομολογητές της Αναστάσεως.
Οι Ρωμαίοι στρατιώτες, αφού εκτέλεσαν την οδυνηρή διαταγή, πήραν την τιμία κεφαλή του Λογγίνου και αναχώρησαν για την Ιερουσαλήμ. Τα ιερά σώματα των τριών μαρτύρων ενταφιάστηκαν με κάθε ευλάβεια από τους πιστούς κατοίκους, στον τόπο που ο ίδιος ο Άγιος υπέδειξε. Όταν έφτασε η τιμία κεφαλή στην Ιερουσαλήμ, ο Πιλάτος και οι ιουδαίοι διέταξαν να ριφθεί έξω από τα τείχη της πόλεως μέσα στα σκουπίδια. Εκεί έμεινε για καιρό σκεπασμένη από σκόνες, αλλά ο πανάγαθος Θεός φύλαξε σώα κάθε οστό του πιστού του δούλου και μάρτυρος.
Όταν θέλησε ο Κύριος να δοξάσει τον μάρτυρά του και στη γη, μια τυφλή χήρα από την Καππαδοκία έφτασε με τον μοναχογιό της στους Αγίους Τόπους. Είχε φτάσει εκεί για προσκύνημα και για να ζητήσει την ίαση των ματιών της από τον φιλάνθρωπο Σωτήρα. Λίγες μέρες όμως μετά την άφιξή τους ο νεαρός γιος της αρρώστησε και απέθανε, αφήνοντάς την έρημη και απαρηγόρητη. Τότε εμφανίστηκε σε όραμα ο Άγιος Λογγίνος και την παρηγόρησε, υποσχόμενος ίαση και ουράνια συνάντηση με τον γιο της.
Της φανέρωσε τον τόπο όπου βρισκόταν θαμμένη η τίμια κεφαλή και της υπέδειξε να την αναζητήσει με πίστη. Η χήρα ανέσκαψε με τα χέρια της τους σωρούς των σκουπιδιών και μόλις άγγιξε τη θεία κεφαλή έλαβε ευθύς το φως της. Παρέλαβε το άγιο λείψανο, το ενταφίασε κοντά στον γιο της και ευφράνθηκε για τη διπλή ίαση. Ταις πρεσβείαις του αγίου ενδόξου μάρτυρος Λογγίνου του εκατοντάρχου και των δύο συστρατιωτών του, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.