Άγιος Λουκιανός ο Ιερομάρτυρας της Αντιοχείας

Εικόνα: Άγιος Λουκιανός ο Ιερομάρτυρας της Αντιοχείας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιος Λουκιανός ο Ιερομάρτυρας της Αντιοχείας

Στα Σαμόσατα της Συρίας γεννήθηκε ένας από τους μεγαλύτερους διδασκάλους και ομολογητές της αρχαίας Εκκλησίας, ο Λουκιανός. Οι γονείς του ήταν αξιωματούχοι και ευσεβείς χριστιανοί, οι οποίοι τον μεγάλωσαν με αρχές και αγωγή σύμφωνα με το Ευαγγέλιο. Όταν ήταν μόλις δώδεκα ετών, έχασε αιφνίδια και τους δύο γονείς του, και έμεινε ολομόναχος ορφανός στον κόσμο. Αμέσως μοίρασε όλη τη μεγάλη περιουσία που του είχαν αφήσει, και την παρέδωσε στους φτωχούς και στους έχοντες ανάγκη.

Έφυγε από την πατρική γη και πήγε στην πόλη Έδεσσα, στον ομολογητή Μακάριο, για να μάθει την Αγία Γραφή. Από νεαρή ηλικία ζούσε με αυστηρότατη άσκηση, με δάκρυα προσευχής, με αγρυπνία, και έτρωγε μόνο μία φορά την εβδομάδα. Δεν δοκίμασε ποτέ κρασί στη ζωή του, παρά μόνο νερό, και η τροφή του ήταν λίγο ξερό ψωμί με νερό. Έγινε σπουδαίος γνώστης της εβραϊκής γλώσσας, και ανέλαβε το έργο της διορθώσεως του ελληνικού κειμένου της Αγίας Γραφής. Διόρθωσε τις μεταφράσεις των Εβδομήκοντα, του Ακύλα και του Συμμάχου, ώστε να καθαρίσει το κείμενο από τις αλλοιώσεις των αιρετικών.

Δώρισε αργότερα την πολύτιμη μετάφρασή του στην εκκλησία της Νικομηδείας, που τη φύλαξε για πολλούς αιώνες ως θησαυρό. Λέγεται ότι το χειρόγραφο κρύφθηκε μέσα σε τοίχο κατά τον διωγμό, και βρέθηκε αργότερα στις ημέρες του Μεγάλου Κωνσταντίνου. Με την ευλάβεια και τη μάθησή του χειροτονήθηκε πρεσβύτερος στην Αντιόχεια, όπου ίδρυσε φημισμένη σχολή και συγκέντρωσε πλήθος μαθητών. Δίδαξε εκεί την κατανόηση των Γραφών, αλλά και την έμπρακτη χριστιανική αρετή, καταρτίζοντας ζηλωτές και θεολόγους για τους επόμενους χρόνους.

Στους δρόμους της πόλης τον έβλεπαν ορατά μόνο όσοι ο ίδιος επιθυμούσε, διότι η χάρη του Θεού τον κάλυπτε. Όταν ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός Γαλέριος εξαπέλυσε σκληρό διωγμό κατά των χριστιανών, διέταξε ειδικά τη σύλληψη των πιο σοφών διδασκάλων της πίστεως. Σκέφθηκε ο παράνομος ότι ρίχνοντας τους στύλους της Εκκλησίας, θα γκρέμιζε ολόκληρο το οικοδόμημα της ορθόδοξης πίστεως. Είχε ήδη θανατώσει τον Άνθιμο της Νικομηδείας και τον Πέτρο της Αλεξανδρείας, και τώρα στρεφόταν εναντίον του φωτεινού Λουκιανού.

Κάποιος ιερέας της Αντιοχείας, ονόματι Παγκράτιος, οπαδός της αιρέσεως του Σαβελλίου, πρόδωσε με φθόνο τον κρυμμένο διδάσκαλο. Σαν δεύτερος Ιούδας φανέρωσε στους απεσταλμένους του βασιλέως τον τόπο όπου βρισκόταν ο άγιος, και τον παρέδωσε στους διώκτες. Έτσι ο Λουκιανός συνελήφθη και ξεκίνησε αλυσοδεμένος για τη Νικομήδεια, για να σταθεί ενώπιον του ίδιου του αυτοκράτορα και να ομολογήσει την πίστη του. Καθώς οδοιπορούσε δέσμιος, στάθηκε εμψυχωτής όλων των χριστιανών που συναντούσε στους δρόμους και τα χωριά, διδάσκοντας υπομονή και ελπίδα.

Στη διαδρομή μέσα από την Καππαδοκία ο άγιος συνάντησε στρατιώτες χριστιανούς που από φόβο των βασανιστηρίων είχαν αρνηθεί τον Χριστό. Με γλυκύτητα και αυστηρότητα μαζί, τους ντρόπιασε λέγοντας ότι θυσιάζονταν για έναν επίγειο βασιλέα και αρνούνταν τον αιώνιο. Τους κάλεσε να θυμηθούν την τιμή της μαρτυρίας, την αιώνια δόξα, και τα ανείπωτα αγαθά που ετοίμασε ο Κύριος. Τους θύμισε ακόμη τα παιδιά και τις γυναίκες που στάθηκαν γενναιότεροι από αυτούς ενώπιον των βασάνων.

Οι στρατιώτες συγκλονίστηκαν, μετανόησαν με δάκρυα, και επέστρεψαν με ομολογία στον Χριστό, και σαράντα από αυτούς μαρτύρησαν αμέσως. Με τον γλυκύ και θεόπνευστο λόγο του, ο άγιος Λουκιανός ανέστησε πεσμένες ψυχές και τις στεφάνωσε με τον στέφανο του μαρτυρίου. Όταν ο Λουκιανός έφθασε στη Νικομήδεια, βρήκε εκεί πλήθος γνωστών χριστιανών και μαθητών του σε φόβο και κρυψώνες. Μερικοί ήθελαν να αρνηθούν την πίστη τους από τρόμο, αλλά ο άγιος τους ενίσχυσε με τον λόγο του Κυρίου.

Τους θύμισε να μη φοβούνται όσους σκοτώνουν το σώμα αλλά δεν έχουν καμία εξουσία πάνω στην αθάνατη ψυχή. Πολλοί από αυτούς, με τη δύναμη του λόγου του, στερεώθηκαν τότε στην πίστη και κατάφεραν να σταθούν αλύγιστοι μέχρι το τέλος. Μια μαθήτριά του, η Πελαγία, για να σώσει την παρθενία της από τους διώκτες, ρίχτηκε από ψηλό παράθυρο και ετελεύτησε. Οι πιστοί την τίμησαν ως μάρτυρα, και ο Λουκιανός παρηγόρησε όλους τους τρομαγμένους χριστιανούς να σταθούν με σταθερότητα στην ομολογία.

Ο Μαξιμιανός είχε ακούσει για το χάρισμα του προσώπου και του λόγου του Λουκιανού, και φοβόταν να συνομιλήσει μαζί του πρόσωπο με πρόσωπο. Έτσι, όταν ο άγιος παρουσιάστηκε, διέταξε να τοποθετηθεί ένα παραπέτασμα ανάμεσά τους, ώστε να μη βλέπει το φωτεινό του πρόσωπο. Στην αρχή του υποσχέθηκε δώρα, τιμές και αξιώματα, αλλά ο Λουκιανός χαμογέλασε με περιφρόνηση στα κολακευτικά λόγια του. Όταν οι απειλές αντικατέστησαν τις υποσχέσεις, ο άγιος έμεινε εντελώς ατάραχος και έτοιμος για κάθε δοκιμασία.

Τον έριξαν σε σκοτεινή φυλακή, όπου τον έδεσαν με σχοινιά και τον χτυπούσαν με κοφτερά λιθάρια. Τον βασάνισαν με πείνα, με δίψα και με αμέτρητες κακώσεις, ξεκλειδώνοντας τα μέλη του από τις αρθρώσεις. Τον ξάπλωσαν με την πλάτη πάνω σε αιχμηρά κεραμίδια, και έμεινε εκεί ολόκληρες δεκατέσσερις ημέρες χωρίς τροφή ή ανάπαυση. Όταν πλησίασε η εορτή των Θεοφανείων, ο μάρτυρας επιθύμησε να κοινωνήσει μαζί με τους χριστιανούς που ήταν στη φυλακή. Με προσευχή του Θεού, οι φύλακες δεν αντιλήφθηκαν την είσοδο πιστών που έφεραν άρτο και οίνο για τη Λειτουργία.

Ο άγιος είπε τότε στους μαθητές του να σταθούν γύρω του και να τελέσουν τη θεία Λειτουργία πάνω στο στήθος του. Όλοι όρθιοι γύρω του σχημάτισαν ναό ζωντανό, και ο μάρτυρας τους είπε πως η ζωντανή Εκκλησία αρέσει στον Θεό περισσότερο από κάθε άλλη. Δεμένος καθώς ήταν, ζήτησε να τοποθετήσουν τον άρτο και τον οίνο πάνω στο σώμα του, λέγοντας ότι το ζωντανό στήθος είναι καλύτερη τράπεζα από κάθε ξύλο. Έτσι, μέσα στη φυλακή τελέσθηκε η Θεία Λειτουργία, και όλοι όσοι παρευρίσκονταν αξιώθηκαν την αχραντη μετάληψη.

Το πρωί ο αυτοκράτορας έστειλε υπηρέτες να δουν αν ο Λουκιανός ζούσε ακόμη, και εκείνος τους είδε να πλησιάζουν στις πόρτες. Πριν αφήσει την τελευταία του πνοή, ο άγιος αναφώνησε τρεις φορές με δύναμη «Είμαι χριστιανός», και παρέδωσε το πνεύμα του στον Κύριο. Ο αυτοκράτορας διέταξε να ρίξουν το σώμα του μάρτυρος στη θάλασσα, αφού πρώτα δέσουν βαρύ λίθο πάνω του. Το λείψανο έμεινε στον βυθό τριάντα ολόκληρες ημέρες, ενώ η Εκκλησία θρηνούσε για τον αγαπημένο της διδάσκαλο.

Έπειτα ο άγιος εμφανίστηκε σε όνειρο στον μαθητή του Γλυκέριο και του φανέρωσε το σημείο της παραλίας. Όταν ο Γλυκέριος έφθασε εκεί με άλλους χριστιανούς, είδαν δελφίνια να μεταφέρουν ευλαβικά το άθικτο και ευωδιαστό σώμα. Οι πιστοί ενταφίασαν με τιμές τον μάρτυρα, και αργότερα η Αγία Ελένη έκτισε στον τάφο του υπέροχο ναό. Πρεσβεύει ο Λουκιανός για όλους εμάς, ώστε ο πανοικτίρμων Θεός να μας χαρίσει την μετάνοια, την υπομονή και την ουράνια βασιλεία, αμήν.

Το διάβασαν7μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

ΙερομάρτυρεςΜάρτυρες