Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Διήγηση του Μοναχού Υποτακτικού
Σε μια ερημική σκήτη της αιγυπτιακής γης, ένας νέος μοναχός υποτασσόταν επί αρκετά χρόνια σε σοφό και διακριτικό γέροντα. Η ζωή του κυλούσε με τάξη και προσευχή, μέσα σε απόλυτη πίστη και αφοσίωση προς τον πνευματικό του πατέρα. Ο φθόνος του δαίμονος όμως δεν τον άφησε ήσυχο και βρήκε τρόπο να ραγίσει αυτή τη σχέση. Χωρίς καμία εύλογη ή επιβλαβή αφορμή, ο μοναχός βγήκε ξαφνικά από την υπακοή του γέροντος και ακολούθησε το δικό του θέλημα. Ο γέροντας, βλέποντας την παρακοή, του έβαλε επιτίμιο και τον κανόνισε με αγάπη, ώστε να μετανοήσει και να επιστρέψει.
Εκείνος όμως καταφρόνησε και το ίδιο το δοθέν επιτίμιο και τον κανόνα του πνευματικού του πατρός, και έφυγε από τη σκήτη. Κατέβηκε τότε στην μεγάλη Αλεξάνδρεια, σε πόλη γεμάτη πειρασμούς, ξένες θρησκείες και ειδωλολάτρες άρχοντες, χωρίς προστασία και χωρίς ευχή. Εκεί πιάστηκε αμέσως ως χριστιανός από τον Έλληνα άρχοντα, ο οποίος ήλεγχε τότε την εξουσία και την τάξη όλης της πόλης. Του αφαίρεσαν με βία το μοναχικό του σχήμα και άρχισαν να τον πιέζουν με απειλές και κολακείες να θυσιάσει στα είδωλα.
Ο μοναχός όμως αρνήθηκε σταθερά να αρνηθεί την πίστη του στον Χριστό, παρά τις φοβέρες και τις υποσχέσεις τιμών που του παρουσίαζαν. Ο άρχοντας, βλέποντας ότι δεν μπορούσε να τον μεταπείσει με λόγια, πρόσταξε πρώτα να τον δέρνουν άσπλαχνα με νεύρα βοδίων μπροστά στον λαό. Όταν ούτε αυτή η σκληρή τιμωρία δεν λύγισε τη γενναία ψυχή του μάρτυρος, διέταξε στη συνέχεια να τον αποκεφαλίσουν έξω από την πόλη. Το νεκρό σώμα του το πέταξαν στα σκυλιά για να το κατασπαράξουν, σε σημείο δημόσιο, ατιμωτικό και έρημο, μακριά από κάθε τιμή.
Όμως μερικοί φιλόθεοι χριστιανοί, με τόλμη και ευλάβεια, πήγαν την ίδια εκείνη νύχτα στο σημείο και το πήραν στα κρυφά. Το τύλιξαν με ευωδιαστά μύρα και με καθαρά λευκά σινδόνια, και το έβαλαν με προσοχή μέσα σε σεντούκι ξύλινο. Έπειτα το μετέφεραν με ευλάβεια στο Άγιο Βήμα του Ναού της πόλης, τιμώντας το ως ιερό λείψανο μάρτυρος. Πίστευαν με βεβαιότητα ότι το αίμα που έχυσε για τον Χριστό τον είχε στεφανώσει ολοκληρωμένα ως νικητή μάρτυρα. Όμως, κάθε φορά που τελούνταν η θεία Λειτουργία και ο διάκονος εκφωνούσε το «Όσοι κατηχούμενοι προέλθετε», το σεντούκι κινούνταν μόνο του.
Χωρίς να το αγγίξει κανένα ανθρώπινο χέρι, έβγαινε με τάξη έξω από το Βήμα και πέρα από τις πύλες του Ναού. Στεκόταν ήσυχο στον νάρθηκα μέχρι την απόλυση της θείας Λειτουργίας, και κατόπιν επέστρεφε πάλι μόνο του στο Άγιο Βήμα. Το παράδοξο αυτό θαύμα επαναλαμβανόταν σε κάθε Λειτουργία και προκαλούσε δέος, φόβο και έκπληξη σε όσους το έβλεπαν με τα μάτια τους. Όλη η Αλεξάνδρεια έμαθε σύντομα το παράδοξο γεγονός και αναζητούσε αγωνιωδώς εξήγηση για τη βαθύτερη αιτία του σημείου.
Ένας από τους τότε ζώντες μεγάλους και θεοφόρους πατέρες της ερήμου παρακάλεσε τον Θεό να του αποκαλύψει το κρυμμένο μυστήριο. Ο Θεός εισάκουσε γρήγορα τη δέηση και έστειλε άγγελο φωτεινό, που του εξήγησε με λεπτομέρεια το νόημα του σημείου. Ο μάρτυρας πράγματι έλαβε από τον Κύριο τον στέφανο του μαρτυρίου, επειδή έχυσε το αίμα του για τον Χριστό. Όμως δεν συγχωρούνταν να παραμένει μέσα στο Άγιο Βήμα, διότι είχε αφήσει με παρακοή την υπακοή του γέροντος.
Ο δεσμός του επιτιμίου παρέμενε ενεργός και μόνο ο ίδιος ο γέροντας που τον είχε δέσει μπορούσε εν ζωή να τον λύσει. Ο θείος εκείνος γέροντας πήρε αμέσως το ραβδί του και πορεύτηκε με σπουδή προς τον γέροντα του νέου μάρτυρος. Του διηγήθηκε όλη την υπόθεση με σαφήνεια και κατέβηκαν μαζί στην Αλεξάνδρεια, στον τάφο του νέου ομολογητού. Άνοιξαν το σεντούκι και έδωσαν στον μάρτυρα την συγχώρηση και την ευχή τους, με δάκρυα μετανοίας και αγάπης. Από εκείνη την ώρα και ύστερα το λείψανο παρέμενε ακίνητο μέσα στο Άγιο Βήμα, και ο Κύριος δοξάστηκε από όλους, αμήν.