Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Η Οσία Μαρία Ιβάνοβνα του Ντιβέεβο η Διά Χριστόν Σαλή
Στους παγωμένους δρόμους του Σάρωφ και του Ντιβέεβο μια μισόγυμνη γυναίκα περιπλανιόταν χειμώνα και καλοκαίρι, και κανείς δεν μπορούσε να φανταστεί τι κρυβόταν πίσω από τα κουρέλια της. Η Οσία Μαρία γεννήθηκε στο χωριό Γκολέτκοβα της επαρχίας Ταμπόφ της Ρωσίας και σε ηλικία δεκατριών ετών έμεινε ορφανή και από τους δύο γονείς της, τον Ζαχαρία και την Πελαγία. Πήγε να μείνει με την οικογένεια του μεγαλύτερου αδελφού της, όμως εκείνοι δεν την ήθελαν στο σπίτι τους. Παραμελούσε τον εαυτό της, δεν χτενιζόταν ποτέ, και τα ρούχα της αποτελούνταν κυρίως από φθαρμένα και ταπεινά κουρέλια.
Από πολύ μικρή είχε επίσης την παράξενη τάση να συμπεριφέρεται με τρόπους που σκανδάλιζαν τους γύρω της. Έφυγε λοιπόν από το σπίτι του αδελφού της και άρχισε να περιπλανιέται ανάμεσα στις περιοχές του Σάρωφ, του Ντιβέεβο και του Αρντάτωφ. Πάντοτε πεινασμένη και μισόγυμνη, φορούσε κατεστραμμένα παπούτσια ολόκληρο τον χρόνο, χωρίς να την νοιάζει το αλύπητο κρύο. Περνούσε τα βράδια μέσα στο δάσος προσευχόμενη με δάκρυα και ήταν σχεδόν πάντοτε σκεπασμένη με χώματα και λάσπες.
Συχνά επισκεπτόταν το μοναστήρι του Ντιβέεβο, όπου ορισμένες καλόγριες τη λυπόντουσαν και της έδιναν καθαρά ρούχα. Σε λίγες μέρες όμως η Μαρία απαλλασσόταν από αυτά τα ρούχα και τα μοίραζε στους φτωχούς που συναντούσε. Υπήρχαν όμως και άλλες μοναχές οι οποίες την έδιωχναν κακήν κακώς από την πύλη του μοναστηριού, αλλά η ταπεινή Μαρία δεν παραπονέθηκε ποτέ για κανέναν άνθρωπο και για κανένα πράγμα. Έκρυβε με αυτόν τον τρόπο τις αρετές της και την μεγάλη της αγάπη για τον Χριστό.
Κάποτε όμως τη δέχτηκαν οριστικά στο μοναστήρι του Ντιβέεβο, όπου εκάρη μοναχή και έγινε δεκτή στην αδελφότητα. Εκεί συνέχισε να προσποιείται τη σαλή, ώστε να κρύβει το προορατικό χάρισμα που της είχε δώσει ο Κύριος. Σιγά σιγά άρχισαν να την επισκέπτονται διάφοροι άνθρωποι που ζητούσαν συμβουλή για κάποιο πρόβλημα ή πνευματική νουθεσία. Κάποτε την επισκέφθηκε ένα μικρό αγόρι και η Μαρία προφήτεψε ότι ήρθε ο ιερέας Αλέξιος, και πράγματι το παιδί αργότερα έγινε ιερομόναχος με το ίδιο όνομα.
Όταν ο πατήρ Αλέξιος την επισκέφθηκε ξανά, του είπε ότι δεν τρώει πια κρέας και τώρα νιώθει καλύτερα. Τα λόγια αυτά αφορούσαν τον ίδιο, που είχε αρχίσει να τρώει κρέας μετά από μια αρρώστια, και αμέσως το έκοψε. Άλλοτε την επισκέφθηκε μία κυρία από το Μούρομ και η Μαρία της φανέρωσε ότι κάπνιζε ακόμη και πριν από τη Θεία Λειτουργία. Τότε η Μαρία πρόσταξε τη συγκελλιώτισσά της να πάρει την ακριβή ταμπακέρα και να την πετάξει αμέσως στη φωτιά.
Αργότερα η κυρία απέστειλε στο μοναστήρι ευχαριστήρια επιστολή, στην οποία έγραφε ότι δεν σκεφτόταν πλέον καν το τσιγάρο. Μετά την κομμουνιστική επανάσταση η οσία άρχισε να χρησιμοποιεί άσχημη γλώσσα, υποδεικνύοντας τα δεινά της Εκκλησίας. Όταν την ρώτησαν πώς μια καλόγρια μιλούσε έτσι, απάντησε ότι παλιά ήταν εύκολο, αλλά τώρα με τους Σοβιετικούς ας δοκιμάσουν. Η Μαρία Ιβάνοβνα κοιμήθηκε ειρηνικά εν Κυρίω το χίλια εννιακόσια είκοσι επτά, αφήνοντας φωτεινό παράδειγμα ταπεινής αγάπης.
Ταις πρεσβείαις της οσίας μητρός ημών Μαρίας Ιβάνοβνας της διά Χριστόν σαλής, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.