Στους δρόμους της Νικομήδειας, στις αρχές του τετάρτου αιώνα, οι φωτιές των ειδωλολατρικών ναών έλαμπαν δίπλα στις πληγωμένες σιωπές των κρυμμένων πιστών. Ο αυτοκράτορας Μαξιμιανός είχε φτάσει στην πόλη και είχε προσφέρει επίσημες θυσίες στους ψεύτικους θεούς ενώπιον όλου του πλήθους. Αμέσως διέταξε να ψάχνουν παντού τους χριστιανούς και να τους παραδίδουν στα βασανιστήρια χωρίς κανέναν οίκτο. Όποιος έκρυβε πιστό απειλούνταν με σκληρές ποινές, ενώ όποιος τους κατέδιδε υποσχόταν δώρα και αξιώματα από τον αυτοκράτορα.
Έτσι γείτονες πρόδιδαν γείτονες και αδέλφια πρόδιδαν αδέλφια, ώστε άρχισαν να αποκαλύπτονται παντού οι μυστικοί ομολογητές του ονόματος του Χριστού. Άλλοι από φόβο για τη βασιλική απειλή και άλλοι από φιλοδοξία για τις υλικές ανταμοιβές πρόδιδαν τους πιστούς αδίστακτα. Η Νικομήδεια έγινε λοιπόν μέσα σε λίγες εβδομάδες σκηνικό συνεχούς αναζητήσεως και ομαδικών συλλήψεων αθώων χριστιανών. Κάποιοι ειδωλολάτρες είδαν στη σπηλιά μιας πλαγιάς εικοσιτρείς χριστιανούς, που έψαλλαν και προσευχόντουσαν όλη τη νύχτα στον Θεό τους.
Οι στρατιώτες έσπευσαν εκεί, τους έδεσαν με σιδερένιες αλυσίδες και τους οδήγησαν στην πόλη για να σταθούν μπροστά στον αυτοκράτορα. Ο Μαξιμιανός σταμάτησε στο άρμα του και τους ρώτησε από πού κρατούσαν την καταγωγή και την πίστη τους. Εκείνοι απάντησαν με παρρησία ότι γεννήθηκαν εκεί, αλλά είναι χριστιανοί, και πως γελούν με την ανοησία του αυτοκράτορα και του σατανά που τον κινεί. Οργισμένος ο τύραννος διέταξε να τους τεντώσουν και να τους χτυπήσουν σκληρά με ραβδιά μπροστά σε όλους.
Οι μάρτυρες τού φώναζαν να φέρει κι άλλους βασανιστές, γιατί κάθε νέο μαρτύριο πολλαπλασίαζε τα στεφάνια τους στον ουρανό. Όσο τους χτυπούσαν, τόσο εκείνοι μιλούσαν με σύνεση και ομολογούσαν τον αληθινό Θεό μπροστά στο πλήθος. Ο αυτοκράτορας πρόσταξε να τους χτυπήσουν με πέτρες στα στόματα και απείλησε ότι θα έκοβε τις γλώσσες τους. Οι άγιοι του απάντησαν με ηρεμία ότι ακόμη και αν τους έκοβε τη γλώσσα, οι στεναγμοί και η καρδιά τους θα έφταναν στον Θεό.
Διέταξε τότε να τους δέσουν με αλυσίδες και να τους ρίξουν στη φυλακή, καταγράφοντας τα ονόματα και τα λόγια τους στα δικαστικά βιβλία. Μέσα στο δικαστήριο βρισκόταν ένας λαμπρός αξιωματούχος ονόματι Αδριανός, ηλικίας μόλις εικοσιοκτώ ετών, που υπηρετούσε ως επικεφαλής του πραιτωρίου. Έβλεπε την ψυχραιμία και την υπομονή των μαρτύρων και ένιωσε ολόκληρη η καρδιά του να συγκινείται από θαυμασμό. Πλησίασε λοιπόν τους αλυσοδεμένους και τους ρώτησε ποια ανταμοιβή προσδοκούν από τον Θεό τους για να αντέχουν τόσα φρικτά βασανιστήρια.
Οι άγιοι απάντησαν ότι ούτε γλώσσα ούτε νους ανθρώπινος μπορεί να συλλάβει τη δόξα που τους ετοίμασε ο δίκαιος Κριτής. Ακούγοντας τα λόγια εκείνα, ο Αδριανός σηκώθηκε όρθιος και είπε στους γραμματείς να γράψουν και το δικό του όνομα ανάμεσα στους καταδίκους. Δήλωσε δημόσια ότι είναι κι αυτός χριστιανός και θέλει να πεθάνει μαζί τους για τον Χριστό. Οι γραμματείς έτρεξαν αμέσως στον αυτοκράτορα και του ανήγγειλαν την έκπληκτη απόφαση του νεαρού αξιωματούχου της αυλής.
Ο αυτοκράτορας ξαφνιάστηκε πολύ και οργίστηκε σφόδρα με αυτή την αναπάντεχη προδοσία ενός ευγενούς και πιστού αυλικού αξιωματικού. Ο Μαξιμιανός τον κάλεσε και τον ρώτησε αν είχε χάσει τα λογικά του ή αν επιθυμούσε όντως τέτοιον θάνατο. Ο Αδριανός απάντησε ότι δεν έχασε τη λογική, αλλά αντίθετα από τη μεγάλη παραφροσύνη πέρασε στον αληθινό υγιή νου. Διέταξε τότε ο αυτοκράτορας να τον φυλακίσουν μαζί με τους εικοσιτρείς μάρτυρες, ορίζοντας ημερομηνία βασάνων για όλους μαζί.
Ένας δούλος έτρεξε στο σπίτι του και ανήγγειλε στη νεαρή του σύζυγο Ναταλία τη φυλάκιση του κυρίου. Η Ναταλία, που ήταν κρυφά χριστιανή από ευσεβείς γονείς, αρχικά νόμισε ότι κάποιο αδίκημα συνέβη και έσχισε τα ρούχα της θρηνώντας. Όταν όμως ο δούλος της εξήγησε ότι ο σύζυγος της δηλώθηκε χριστιανός μαζί με τους μάρτυρες, εκείνη αναγάλλιασε από βαθιά πνευματική χαρά. Φόρεσε τα πιο όμορφα ρούχα της και έσπευσε στη φυλακή για να στηρίξει τον σύντροφο της ζωής της.
Μπαίνοντας στην υγρή φυλακή έπεσε στα πόδια του Αδριανού, φίλησε τα δεσμά του και τον ονόμασε μακάριο για τον θησαυρό που βρήκε. Τον προέτρεψε να μη λυπηθεί τα νιάτα, την ομορφιά, τα πλούτη και τους συγγενείς, αλλά να ατενίζει μόνο τα αιώνια ουράνια αγαθά. Ζήτησε από τους εικοσιτρείς μάρτυρες να τον στηρίξουν με τα λόγια τους και να γίνουν πνευματικοί πατέρες στον νεαρό άντρα της. Όταν πλησίασε η ημέρα της δίκης, ο Αδριανός παρακάλεσε τους αγίους να εγγυηθούν για χάρη του ώστε να φέρει τη Ναταλία να δει το τέλος.
Με τη δωροδοκία των φρουρών βγήκε από τη φυλακή και κατευθύνθηκε ταπεινά προς το σπίτι του. Όταν η Ναταλία τον είδε από το παράθυρο, νόμισε ότι αρνήθηκε τον Χριστό και ότι αφέθηκε ελεύθερος από τους ειδωλολάτρες. Έκλεισε τις πόρτες και τον αποκάλεσε αποστάτη, δεύτερο Ιούδα, και δεν δεχόταν με κανέναν τρόπο να του ανοίξει. Ο Αδριανός χτυπούσε από έξω και της εξήγησε ότι δεν δραπέτευσε, αλλά γύρισε εκούσια να την πάρει για να παρακολουθήσει το μαρτύριο.
Όταν εκείνη πείστηκε, άνοιξε τις πόρτες και αγκάλιασε τον σύζυγο της με πνευματική χαρά, ευλογώντας τον σαν μαρτυρικό στέφανο. Ο σύζυγος μαζί με τη σύζυγο γύρισαν αμέσως στη φυλακή, αφήνοντας πίσω κάθε επίγειο μέριμνα και αγωνία. Η Ναταλία ξεκίνησε αμέσως διακονία στους πληγωμένους εικοσιτρείς μάρτυρες, καθαρίζοντας τα τραύματα και αλείφοντας τις πληγές με καθαρά πανιά. Επί επτά ολόκληρες ημέρες υπηρέτησε νυχθημερόν τους αλυσοδεμένους ομολογητές, παρηγορώντας και ενθαρρύνοντας τον σύζυγό της Αδριανό για την επικείμενη δίκη.
Όταν ξανάφεραν τον νεαρό στο δικαστήριο, ο αυτοκράτορας τον ρώτησε αν επιμένει στην παραφροσύνη του και θέλει να πεθάνει. Ο Αδριανός απάντησε με ηρεμία ότι ήταν παράφρων όταν λάτρευε άψυχα είδωλα, ενώ τώρα συνήλθε ολοκληρωτικά στον αληθινό Δημιουργό. Διέταξε τότε ο τύραννος να τον χτυπήσουν σκληρά με ραβδιά και ισχυρά παλούκια στην κοιλιά μέχρι να ξεχυθούν τα σπλάγχνα. Εκείνος υπέμενε χωρίς κραυγή και έλεγε ότι όσο περισσότερες βασάνους εφεύρισκε ο μάρτυρας, τόσο περισσότερα στεφάνια θα δεχόταν στον ουρανό.
Ο Μαξιμιανός προσπάθησε με υποσχέσεις και κολακείες να τον λυπήσει για τη νεότητά του και να τον γυρίσει στα είδωλα. Ο Αδριανός όμως ρώτησε με σύνεση γιατί θα έπρεπε να λατρεύει θεούς που δεν μπορούν ούτε να μιλήσουν. Επέστρεψε αλυσοδεμένος ξανά στη φυλακή και η Ναταλία έσπευσε να σκουπίσει το αίμα και να αλείψει με αυτό το ίδιο της το σώμα. Όταν ο αυτοκράτορας απαγόρευσε τις γυναικείες επισκέψεις, εκείνη έκοψε τα μαλλιά και ντύθηκε σαν άντρας για να συνεχίσει τη διακονία.
Άκουσε λοιπόν ο τύραννος ότι παρά τις φρικτές κακώσεις οι μάρτυρες έμεναν ζωντανοί και διέταξε να φέρουν αμόνι και σιδερένιο σφυρί. Ήθελε να τους σπάσει τα γόνατα και τα χέρια, ώστε να πεθάνουν με βασανιστικό και ασυνήθιστο τρόπο μέσα στη φυλακή. Η Ναταλία, φοβούμενη ότι ο σύζυγός της θα τρόμαζε βλέποντας τα παθήματα των άλλων, παρακάλεσε να αρχίσουν από εκείνον πρώτα. Σήκωσε η ίδια τα πόδια του και τα ακούμπησε στο αμόνι, ώστε ο σφυροκόπος να σπάσει τα κόκαλα και τις κλειδώσεις.
Παρακάλεσε ακόμη τον σύζυγο να απλώσει το χέρι του όσο ζούσε, για να μην υστερήσει σε σχέση με τους άλλους μάρτυρες. Ο Αδριανός άπλωσε το δεξί του χέρι και εκείνη το έθεσε στο αμόνι, και με τη σφυριά πέταξαν τα κόκαλα και η ψυχή. Παρέδωσε αμέσως το πνεύμα του στα χέρια του Σωτήρα, ένδοξος ομολογητής μέσα σε λίγο χρόνο πίστης. Έπειτα οι δήμιοι κατευθύνθηκαν προς τους υπόλοιπους μάρτυρες, που μόνοι έβαζαν πόδια και χέρια στο αμόνι ομολογώντας το όνομα του Κυρίου.
Ο αυτοκράτορας τότε διέταξε να καούν τα ιερά λείψανα μέσα σε φωτιά, ώστε οι χριστιανοί να μην τα τιμήσουν. Η Ναταλία πρόλαβε όμως να κρύψει στο μέρος της το τίμιο χέρι του συζύγου της, για παρηγοριά μέχρι το τέλος της ζωής. Τη στιγμή που ρίχτηκαν τα σώματα στη φωτιά, ξέσπασε ξαφνικά βροντή τρομερή και άστραψε ισχυρά κεραυνός που έσβησε τη βαριά κάμινο. Πολλοί από τους δήμιους χτυπήθηκαν από αστραπή στους δρόμους και έπεσαν νεκροί, ενώ οι υπόλοιποι τρόμαξαν και έφυγαν τρέχοντας.
Ευσεβείς άντρες και γυναίκες έβγαλαν αμέσως από την κάμινο τα ιερά λείψανα ακέραια και άθικτα, χωρίς να καεί ούτε τρίχα από τα μαλλιά τους. Κάποιος πιστός αποφάσισε να μεταφέρει τα λείψανα στο Βυζάντιο με πλοίο, μέχρι την ησυχία μετά τη χαλεπή βασιλεία του Μαξιμιανού. Λίγο αργότερα ένας ισχυρός αξιωματούχος ζήτησε από τον αυτοκράτορα να του δώσει για σύζυγο τη νεαρή και πλούσια Ναταλία. Η αγία ζήτησε προθεσμία τριών ημερών για ετοιμασίες και χρησιμοποίησε τον χρόνο για να σχεδιάσει τη μυστική φυγή της.
Παρακάλεσε με δάκρυα τον Κύριο να φυλάξει την παρθενική κλίνη του μάρτυρος συζύγου της από κάθε επόμενη μόλυνση. Είδε σε όνειρο έναν από τους μάρτυρες που της ανήγγειλε ότι ο Αδριανός παραστάθηκε πρώτος ενώπιον του Σωτήρα Χριστού. Της είπε να επιβιβαστεί αμέσως σε πλοίο και να ταξιδέψει εκεί όπου βρίσκονται τα ιερά λείψανα των ομολογητών. Πήρε τότε στο χέρι μόνο το τίμιο λείψανο του Αδριανού και κατευθύνθηκε ταπεινά στην ακτή της θάλασσας.
Στο λιμάνι βρήκε αμέσως πλοίο έτοιμο, που σαλπάριζε για το Βυζάντιο γεμάτο χριστιανούς πρόσφυγες, και αναχώρησε με μεγάλη χαρά. Ο αξιωματούχος που τη ζητούσε γυναίκα την κυνήγησε με άλλο πλοίο, αλλά εναντίος άνεμος γύρισε τον στόλο πίσω και πολλοί πνίγηκαν. Στο χριστιανικό πλοίο μέσα στη νύχτα εμφανίστηκε ο διάβολος υπό μορφή κυβερνήτη, προσπαθώντας με ψεύδος να τους παραπλανήσει. Τους έλεγε να αλλάξουν πορεία προς τα αριστερά, αλλά ξαφνικά εμφανίστηκε λάμποντας ο ίδιος ο μάρτυς Αδριανός.
Φώναξε στους ταξιδιώτες να μην ακούσουν τις απατηλές συμβουλές, αλλά να συνεχίσουν την αρχική πορεία προς το Βυζάντιο. Ο διάβολος εξαφανίστηκε μαζί με το ψεύτικο πλοίο του και ο άγιος βάδισε για λίγο μπροστά στα κύματα. Έφτασε η αγία στο Βυζάντιο πριν χαράξει και έτρεξε αμέσως στον ναό όπου φυλάσσονταν τα ιερά λείψανα των μαρτύρων. Έπεσε με χαρά, ασπάστηκε τα τίμια λείψανα και τοποθέτησε στο σώμα του Αδριανού το χέρι που είχε φέρει από τη Νικομήδεια.
Έπειτα από προσευχή και ασπασμό των πιστών αδελφών, αποκοιμήθηκε εξαντλημένη και είδε σε όραμα τον σύζυγο της. Της είπε να έρθει στην ανάπαυση που της ετοίμασε ο Κύριος, και η μακαρία Ναταλία παρέδωσε τότε ειρηνικά την ψυχή. Ταις πρεσβείαις των αγίων μαρτύρων Αδριανού και Ναταλίας των εν Νικομηδεία αθλησάντων, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.