Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ευλαλία η Παρθενομάρτυς της Βαρκελώνης
Στις λιακάδες της παλαιάς ισπανικής πόλης Βαρκινώνας, μια μικρή κόρη με γαλήνιο πρόσωπο ζούσε σιωπηλά για τον Νυμφίο Χριστό. Η Ευλαλία γεννήθηκε από γονείς χριστιανούς, ευσεβείς και ευγενείς, σε χωριό μερικά μίλια έξω από την πόλη. Από τα πρώτα της παιδικά χρόνια αγάπησε ολόκαρδα τον Κύριο Ιησού και αφιερώθηκε στη μελέτη των ιερών βιβλίων. Με ταπεινό βίο και αδιάλειπτη προσευχή, διαφύλαξε άσπιλη την παρθενία της και ζούσε σε ιδιαίτερο κελί με τις συνομήλικές της.
Στα δεκατέσσερά της χρόνια, οι αυτοκράτορες Διοκλητιανός και Μαξιμιανός εξαπέλυσαν φοβερό διωγμό κατά των χριστιανών σε ολόκληρη την αυτοκρατορία. Ο ηγεμόνας Δακιανός έφτασε στη Βαρκινώνα, πρόσφερε αηδιαστικές θυσίες στα είδωλα και άρχισε να αναζητά τους χριστιανούς της περιοχής. Όταν η Ευλαλία πληροφορήθηκε τα τραγικά γεγονότα, η ψυχή της πλημμύρισε από χαρά πνευματική και ιερό ζήλο. Σιωπηλά αποφάσισε να βαδίσει προς το μαρτύριο, χωρίς να αποκαλύψει τίποτα στους γονείς της που τη λάτρευαν.
Όταν έπεσε η νύχτα και όλοι κοιμήθηκαν, βγήκε κρυφά από το σπίτι και βάδισε μόνη μέχρι την πόλη. Δεν τη φόβισαν ούτε το σκοτάδι, ούτε τα άγρια θηρία, ούτε ο τραχύς δρόμος που πληγώνε τα γυμνά της πόδια. Έφτασε στην πόλη με το πρώτο φως της ημέρας και κατευθύνθηκε αμέσως προς την κεντρική πλατεία της δίκης. Στο μέσον της πόλης είδε τον ηγεμόνα Δακιανό καθισμένο πάνω σε υψηλό δικαστικό βήμα και προχώρησε ατάραχη προς αυτόν.
Με δυνατή φωνή τον αποκάλεσε άδικο κριτή, που οδηγεί αθώους ανθρώπους στη λατρεία του σατανά και θανατώνει όσους αρνούνται. Ο Δακιανός εξεπλάγη από την τόλμη της μικρής κόρης και ρώτησε ποια είναι αυτή που τολμά να τον προκαλεί. Εκείνη απάντησε με παρρησία ότι ονομάζεται Ευλαλία, δούλη του Κυρίου Ιησού Χριστού, του βασιλέως των βασιλευόντων. Διέταξε τότε ο ηγεμόνας να τη γδύσουν και να τη χτυπήσουν αλύπητα με δρύινες ράβδους στην πλάτη.
Παρά τους χτύπους η μάρτυρας έμενε ατάραχη, λέγοντας ότι ο Κύριός της είναι παρών και θα τη δυναμώσει. Έπειτα την έδεσαν σε ξύλο σταυρόσχημο και έξυσαν το σώμα της με σιδερένια νύχια, μέχρι να ξεφλουδίσει η σάρκα. Όταν την έκαιγαν με αναμμένα κεριά, εκείνη έψαλλε δυνατά τους ψαλμούς του Δαβίδ προς δόξαν του ζώντος Θεού. Η φλόγα ξαφνικά γύρισε στα πρόσωπα των δημίων και τους έκαψε φρικτά, ενώ εκείνοι έπεσαν στη γη παράλυτοι.
Έπειτα την έριξαν σε λάκκο με άγρια θηρία και τη φλόγισαν με βραστό λάδι και λιωμένο μόλυβδο. Η χάρη του Θεού τη δυνάμωνε τόσο, ώστε δεν αισθανόταν καμία οδύνη στο πληγωμένο της σώμα. Έπειτα την κάρφωσαν πάνω σε σταυρό, και εκείνη με την τελευταία προσευχή παρέδωσε την αγνή ψυχή της στον Νυμφίο. Όλοι οι παρόντες είδαν τότε ένα κάτασπρο περιστέρι να βγαίνει από το στόμα της και να ανεβαίνει δοξασμένο στον ουρανό. Οι χριστιανοί χάρηκαν, γιατί απέκτησαν από την πατρίδα τους μια πρέσβειρα ενώπιον του θρόνου του Κυρίου.
Ο Δακιανός ντροπιάστηκε επειδή νικήθηκε από μια νεαρή κόρη και έφυγε με οργή προς το σπίτι του. Διέταξε όμως να μείνει το σώμα της κρεμασμένο στο ξύλο, ώστε να το κατασπαράξουν τα πουλιά και τα ζώα. Ξαφνικά κατέβηκε από τα σύννεφα χιόνι και σκέπασε το άγιο σώμα της σαν λευκό ένδυμα ουράνιο. Οι φύλακες τρόμαξαν και απομακρύνθηκαν, παρακολουθώντας από μακριά τα θαυμαστά αυτά γεγονότα μέσα σε ιερή έκπληξη. Όταν οι γονείς της έμαθαν τα συμβάντα, έσπευσαν στην πόλη με δάκρυα πικρά, αλλά και με χαρά πνευματική για το στεφάνι.
Την τρίτη ημέρα μερικοί ευσεβείς άνδρες πήραν κρυφά το τίμιο σώμα και το έντυσαν με καθαρό σεντόνι και ευωδιαστά αρώματα. Ο άγιος Φήλιξ, που αργότερα μαρτύρησε και αυτός για τον Χριστό, αναφώνησε με δάκρυα χαράς ότι η Ευλαλία τους πρόλαβε στο στεφάνι. Τότε το νεκρό από τρεις ημέρες πρόσωπό της χαμογέλασε σαν ζωντανό, ατενίζοντας τον φίλο της μάρτυρα. Έθαψαν με τιμές το ιερό λείψανο, δοξάζοντας τη Μία Αγία Τριάδα και η αγία τιμάται προστάτιδα της Βαρκελώνης.
Ταις πρεσβείαις της αγίας παρθενομάρτυρος Ευλαλίας, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.