Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Εικόνα της Παναγίας της Γεωργίας
Πάνω στα παγωμένα νερά του ποταμού Πινέγα στον βορρά της Ρωσίας, η μαύρη βουνοπλαγιά ορθώνεται μυστική και βαθιά. Εκεί, σε τόπο έρημο και ασκητικό, υψώθηκε η μονή της Υπεραγίας Θεοτόκου με θεϊκή αποκάλυψη και κόπο ευλαβικό. Ο ιερέας Μύρων έχτισε τη μονή το χίλια εξακόσια τρία, και αργότερα έγινε ο πρώτος ηγούμενος του αγίου τόπου. Στα χρόνια του τσάρου Μιχαήλ Φεοδόροβιτς, ο πέρσης σάχης Αμπάς εισέβαλε στη Γεωργία και άρπαξε ιερά λείψανα και εικόνες της Ορθοδοξίας.
Πήρε μάλιστα μαζί του ένα τμήμα του Τιμίου Χιτώνα του Κυρίου και πολλούς ανεκτίμητους θησαυρούς της εκεί Ορθοδόξου Εκκλησίας. Οι Πέρσες όμως δεν τιμούσαν τις εικόνες, και τις προσέφεραν προς πώληση στους Ρώσους εμπόρους που σύχναζαν στην Περσία. Ένας πιστός έμπορος, ο Στέφανος Λάζαρεφ από το Γιαροσλάβλ, βρέθηκε εκείνη την εποχή εκεί για εμπορικές υποθέσεις. Κάποιος αυλικός του σάχη του πρόσφερε προς αγορά μια θαυματουργό εικόνα της Υπεραγίας Θεοτόκου, στολισμένη με ασήμι και χρυσό.
Ο ευλαβής Στέφανος, με χαρά μεγάλη και βαθιά συγκίνηση, αγόρασε την ιερή εικόνα και την κράτησε ως πολύτιμο θησαυρό της Εκκλησίας. Την ίδια ώρα στο Γιαροσλάβλ, ο κύριός του Γρηγόριος Λιτκίν είδε σε όνειρο φωνή που του προμηνούσε την άφιξη του ανεκτίμητου μαργαρίτη. Όταν ο Στέφανος επέστρεψε από την Περσία και παρέδωσε την εικόνα, ο Γρηγόριος αναγνώρισε τον αληθινό μαργαρίτη του ονείρου του. Η φωνή του είχε προστάξει να μεταφέρει την εικόνα στα όρια της επαρχίας Ντβίνσκαγια, στη Μαύρη Βουνοπλαγιά κοντά στον ποταμό Πινέγα.
Ο πιστός έμπορος ταξίδεψε με σεβασμό μέχρι τη μονή και παρέδωσε τη θαυματουργό εικόνα στους μοναχούς το χίλια εξακόσια είκοσι εννέα. Πρόσφερε επιπλέον στη μονή μεγάλη ποσότητα χρυσού, αργύρου, εκκλησιαστικών σκευών και λειτουργικών βιβλίων για τη λατρευτική ζωή. Την ημέρα της παραλαβής τελούσαν ολονυχτία στον ναό, και η εικόνα τοποθετήθηκε με κατάνυξη μέσα σε πλήθος πιστών. Εκείνη ακριβώς τη στιγμή, ένας μοναχός ονόματι Πιτιρίμ, τυφλός και κωφός πολλά χρόνια, βγήκε στο πρόαυλο του κελιού του να προσευχηθεί.
Ξαφνικά τον έλουσε ένα μεγάλο φως και είδε το βουνό να ακτινοβολεί με ηλιακή λάμψη, σαν να έφεγγε από μέσα. Έκανε το σημείο του Σταυρού, και αμέσως άρχισε να βλέπει με τα μάτια του και να ακούει με τα αυτιά του. Μετά τη λειτουργία έσπευσε στον ηγούμενο και διηγήθηκε το θαύμα, και όλοι μαζί δόξασαν τον Θεό και τη Θεοτόκο. Η εικόνα ονομάστηκε Γεωργιανή, επειδή προερχόταν από την Ιβηρία ή Γεωργία, τη χώρα όπου είχε αρπαγεί από τους Πέρσες.
Ο Γρηγόριος, βλέποντας τα θαύματα, ανέγειρε στη μονή ωραιότατο ναό προς δόξαν της Υπεραγίας Θεοτόκου σε ευγνωμοσύνη. Από την εικόνα άρχισαν να ρέουν αδιάκοπες θεραπείες σε ασθενείς και αναρρώσεις σε όσους κατέφευγαν με πίστη. Η παράλυτη Νεονίλα και η Φεοδοσία με πάθηση των ματιών της θεραπεύτηκαν πλήρως μπροστά στην ιερή θαυματουργό εικόνα. Ο Κοδράτος, που τυραννούσαν δαίμονες δέκα ολόκληρες εβδομάδες χωρίς φαγητό και νερό, βρήκε ίαση και δύναμη ψυχής.
Η Παναγία τον οδήγησε στο πατρικό του σπίτι και του υποσχέθηκε πλήρη ίαση στη μονή της θαυματουργής εικόνας. Ο ψαράς Ιωάννης, πνιγμένος ήδη στη λίμνη, σώθηκε από βέβαιο θάνατο με τη μεσιτεία της Παναγίας. Η εικόνα μεταφερόταν κάθε χρόνο με μεγάλες τιμές στο Αρχάγγελσκ για τον αγιασμό της πόλης και των χριστιανών της. Στα χρόνια του τσάρου Αλεξίου περιόδευσε στη Βόλογκντα, στο Μεγάλο Ούστιουγκ, στο Περεγιασλάβλ και ως τη μακρινή Σιβηρία.
Το χίλια εξακόσια πενήντα τέσσερα ο ιερομόναχος Μακάριος έφερε την εικόνα στη Μόσχα για συντήρηση και ένδυμα νέο. Όταν η πανώλη θέριζε την πόλη, ο αργυροχρυσοχόος Γαβριήλ Ευδοκίμοφ πήρε την εικόνα στο σπίτι του και ο γιος του θεραπεύτηκε. Ως ευχαριστία φιλοτέχνησε αντίγραφο, που τοποθετήθηκε στον ναό της Αγίας Τριάδος κοντά στις πύλες της Αγίας Βαρβάρας. Το χίλια εξακόσια πενήντα τέσσερα, με ευλογία του πατριάρχη Νίκωνος, καθιερώθηκε πανορθόδοξος εορτασμός της Παναγίας της Γεωργίας.
Μετά την απελευθέρωση της Μόσχας από τον Ναπολέοντα, η εικόνα περιφέρθηκε με δοξολογία γύρω από το Κρεμλίνο. Ταις πρεσβείαις της Υπεραγίας Δεσποίνης ημών Θεοτόκου της Γεωργιανής, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.