Ένας Τουρκαλβανός χωροφύλακας τη χτύπησε θανάσιμα στην καρδιά, ενώ μάζευε φύλλα μουριάς για τους μεταξοσκώληκες της οικογένειας. Η νεαρή Κρητικιά είχε ήδη αρνηθεί επανειλημμένα κάθε προσπάθεια του Οθωμανού να την παρασύρει στον μιαρό έρωτα. Η Μαρία γεννήθηκε στην Κάτω Φουρνή του Μεραμβέλλου της Κρήτης, από γονείς ευσεβείς και φιλόθεους χωρικούς. Από μικρή έλαμπε για την ομορφιά της και για τη βαθιά αγάπη της προς τον Χριστό.
Τα χρόνια εκείνα η Κρήτη στέναζε κάτω από τον τουρκικό ζυγό και οι χριστιανοί υπέφεραν συνεχείς δοκιμασίες. Ένας οθωμανός χωροφύλακας πρόσεξε την κοπέλα στα χωράφια και άναψε μέσα του ακάθαρτος σαρκικός πόθος γι' αυτήν. Όσο εκείνος επέμενε με κολακείες, με υποσχέσεις και με πιέσεις, η Μαρία τον αποστρεφόταν με βδελυγμία. Φύλαγε την παρθενία της ως πολύτιμο θησαυρό, τον οποίο είχε αφιερώσει στον ουράνιο Νυμφίο της ψυχής.
Ο διωγμός κράτησε αρκετό καιρό, χωρίς όμως να καμφθεί ποτέ η ακλόνητη θέληση της παρθένου. Μία ημέρα τη βρήκε ολομόναχη στην κρητική εξοχή να συλλέγει φύλλα μουριάς για τους μεταξοσκώληκες. Ο ασεβής εκείνος άνδρας δεν άντεξε άλλο την άρνηση, της επιτέθηκε άγρια και την έπληξε θανάσιμα. Έτσι η πάγκαλος νύμφη του Κυρίου παρέδωσε την ψυχή και έλαβε το αμαράντινο στεφάνι της αθλήσεως.
Το μαρτύριό της τοποθετείται στην Κρήτη, το χίλια οκτακόσια είκοσι έξι, την πρώτη ημέρα του Μαΐου.