▶Video Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οσία Ισιδώρα η Διά Χριστόν Σαλή
Σε ένα γυναικείο μοναστήρι της Ταβέννης στον ποταμό Νείλο, τετρακόσιες μοναχές υπηρετούσαν τον Θεό με κάθε ευλάβεια και προσοχή. Ανάμεσά τους ζούσε κρυφά η Ισιδώρα, η οποία υποκρινόταν τη σαλή ολόκληρη τη ζωή της για την αγάπη του Χριστού. Ο Όσιος Πιτυρούν ήταν διάσημος ασκητής της αιγυπτιακής ερήμου, του οποίου η ιερή μνήμη τιμάται στις είκοσι εννέα Νοεμβρίου. Ο γέροντας έλαβε θεϊκή πληροφορία από τον ίδιο τον Κύριο για την κρυμμένη αρετή αυτής της ταπεινής γυναίκας.
Ένας λαμπρός άγγελος του εμφανίστηκε και του ανέφερε ότι μια μεγάλη αγία ζούσε σε εκείνη την κοινοβιακή αδελφότητα του Νείλου. Μάλιστα τον βεβαίωσε ότι αυτή η άσημη γυναίκα υπερτερούσε του ίδιου στην πνευματική προκοπή και στη συνεχή μνήμη του Θεού. Έτσι ο ασκητής ξεκίνησε χωρίς αργοπορία για το νησί της Ταβέννης, θέλοντας να γνωρίσει αυτή την κρυφή κορυφή της αρετής. Οι μοναχές τον υποδέχθηκαν με μεγάλες τιμές, αφού η φήμη του είχε φτάσει σε όλη την ερημική Αίγυπτο.
Ο Πιτυρούν τους ζήτησε να συγκεντρωθούν όλες μαζί, ώστε να αναγνωρίσει εκείνη που ο ίδιος ο Θεός του είχε φανερώσει. Όταν συγκεντρώθηκαν μπροστά του, ο όσιος γέροντας δεν διέκρινε φωτοστέφανο πάνω σε καμιά από αυτές τις αδελφές. Τότε ρώτησε με επιμονή εάν έλειπε κάποια άλλη αδελφή από το πλήθος των συγκεντρωμένων μοναχών της κοινότητας. Οι μοναχές απάντησαν ότι μένει στο μαγειρείο μία αδελφή με ταραγμένο νου και αρκετά ασταθή συμπεριφορά.
Ο Όσιος Πιτυρούν παρακάλεσε αμέσως να την φέρουν μπροστά του, επειδή υποψιαζόταν με βεβαιότητα την αλήθεια του ζητήματος. Την έσυραν στη συνέχεια με τη βία, αφού εκείνη γνώριζε ήδη προφητικά τι έμελλε να συμβεί στη συνάντηση. Η Ισιδώρα παρουσιάστηκε κουρελιασμένη και ξυπόλητη, με ένα ρακένδυτο μικρό πανί τυλιγμένο πρόχειρα γύρω από το κεφάλι της. Πριν προλάβει η ταπεινή αδελφή να σκύψει και να φιλήσει το χέρι του γέροντα, εκείνος είδε ξεκάθαρα το φωτοστέφανο.
Αμέσως έπεσε στα πόδια της και της ζήτησε ταπεινά ευλογία ενώπιον όλων των κατάπληκτων αδελφών του μοναστηριού. Οι μοναχές ταράχθηκαν και προσπάθησαν να τον σταματήσουν, λέγοντας με αμηχανία ότι η Ισιδώρα είναι τάχα σαλεμένη. Ο όσιος απάντησε όμως αυστηρά ότι σαλεμένες είναι μάλλον εκείνες, αφού δεν αναγνώρισαν τη μεγάλη αγία ανάμεσά τους. Έτσι αποκαλύφθηκε δημοσίως ότι η ταπεινή αυτή υπηρέτρια έκρυβε κάτω από τα κουρέλια της κορυφαία πνευματική προκοπή.
Καταλάβαιναν τώρα όλες πως υπηρετούσε χωρίς γογγυσμό σαν δούλη υπάκουη, δεχόμενη κάθε προσβολή με βαθιά σιωπή. Έκλαιγαν πικρά και ομολογούσαν με ντροπή τις βρισιές, τις χλεύες και τις άδικες κατηγορίες που της είχαν αποδώσει επί χρόνια. Της ζητούσαν συγγνώμη για τις ταπεινώσεις και τη φόρτωση των ευτελέστερων εργασιών του μοναστηριού στους ώμους της. Λίγες ημέρες μετά τη φανερή αποκάλυψη, η Οσία Ισιδώρα εξαφανίστηκε ξαφνικά και χωρίς ίχνη από το μοναστήρι της Ταβέννης.
Δεν άντεξε τη δόξα και τις τιμές που άρχισαν να της προσφέρουν οι αδελφές με μετάνοια και θαυμασμό. Κανείς δεν γνώρισε ποτέ πού κατέφυγε, πού συμπλήρωσε τον ασκητικό αγώνα της και πού τελικά κοιμήθηκε ειρηνικά. Η εκκλησιαστική μαρτυρία διασώζει μόνο ότι ασκήτεψε θεοφιλώς σε κάποιο άγνωστο σε εμάς μοναστήρι της αιγυπτιακής ερήμου. Ο μακάριος θάνατός της τοποθετείται από τη συναξαριακή παράδοση κοντά το τριακόσια εξήντα πέντε μετά Χριστόν.
Το όνομά της σημαίνει στην ελληνική γλώσσα δώρο, και πράγματι υπήρξε ένα κρυφό και πολύτιμο δώρο από τον Θεό. Με τη ζωή της δίδαξε ότι η αληθινή αγιότητα ανθίζει συχνά στα κρυφά και τα περιφρονημένα μέρη του κόσμου. Η σιωπηρή αντοχή της θυμίζει σε όλους ότι ο Θεός βλέπει πάντοτε στην καρδιά και όχι στην εξωτερική όψη του ανθρώπου. Της πατρικής της πρεσβείας ας αξιωθούμε όλοι ενώπιον του Κυρίου των ταπεινών και κρυφών δούλων της αγάπης.
Δεύτερη διήγηση
Στο μοναστήρι Ταβεννήσι των τεσσάρων μοναζουσών, η οσία προσποιήθηκε ανοησία για να κρύψει την κρυφή της αρετή. Άγγελος Κυρίου εμφανίστηκε στον περίφημο ασκητή Πιτηρίμ και του είπε ότι αυτή τον υπερέβαινε σε πνευματικό βίο. Η οσία Ισιδώρα ασκήτευσε στο γυναικείο μοναστήρι Ταβεννησίων στη Θηβαΐδα της Αιγύπτου, μαζί με σαράντα άλλες ευλαβείς αδελφές. Από την αρχή ανέλαβε η ίδια το βαρύ άθλημα της σαλότητας για χάρη του Χριστού. Συμπεριφερόταν σαν να ήταν εντελώς ανόητη και ταραχώδης στο μυαλό, ώστε να αποκρύψει επιτυχώς από όλες τις αρετές της.
Οι αδελφές την περιφρονούσαν τόσο πολύ, ώστε καμία δεν δεχόταν να καθίσει ή να φάει στο ίδιο τραπέζι μαζί της. Όλες την ταπείνωναν συστηματικά και την προσέβαλλαν δημόσια κάθε μέρα μέσα στις διακονίες της μονής. Όμως η Ισιδώρα υπέμενε όλη αυτή τη δοκιμασία με μεγάλη χαρά και ευχαριστούσε αδιάλειπτα τον Θεό για όλα. Πάντοτε δοξολογούσε τον Κύριο μέσα στην καρδιά της, χωρίς να γογγύζει ή να παραπονιέται για όσα της συνέβαιναν. Έβλεπε σε κάθε προσβολή ευκαιρία ταπεινώσεως και πνευματικής προκοπής, σύμφωνα με τα παραγγέλματα των αγίων πατέρων.
Η ψυχή της φλέγονταν από αγάπη προς τον Νυμφίο των ψυχών, που της δώριζε αδιάκοπα ανέκφραστη ουράνια χαρά. Η Ισιδώρα δούλευε αδιάκοπα στο μαγειρείο της μονής και διακονούσε όλες τις αδελφές με αυταπάρνηση και ταπείνωση. Δεν απέφευγε καμία εργασία, ακόμη και τις πιο δύσκολες ή βρώμικες αγγαρείες της κοινής διακονίας του μοναστηριού. Με τα ίδια της τα χέρια καθάριζε όλους τους χώρους της μονής από κάθε ακαθαρσία και ρύπο. Δούλευε από το πρωί ως τη νύχτα και ούτε για μια ώρα δεν έδινε ξεκούραση στο σώμα της.
Καταπονούσε αδιάκοπα τη σάρκα της με κάθε είδους κόπο και υπέμενε όλες τις στερήσεις χωρίς γογγυσμό. Μερικές φορές προσποιείτο μάλιστα την δαιμονόπληκτη γυναίκα, για να κρύψει ακόμη βαθύτερα από τις αδελφές τις αρετές της. Έτσι εκπληρωνόταν στη ζωή της ο αποστολικός λόγος, ότι όποιος θέλει να είναι αληθινά σοφός, ας γίνει μωρός. Όλες οι σαράντα μοναχές της μονής φορούσαν στο κεφάλι κουκούλιο, σύμφωνα με τους κανόνες του μοναχικού βίου. Η Ισιδώρα όμως κάλυπτε πάντα το κεφάλι της μόνο με ένα απλό και πρόχειρο υφασμάτινο πανί.
Κανείς ποτέ δεν την είδε να τρώει ένα κανονικό κομμάτι ψωμιού ή να καθίσει στο τραπέζι με τις αδελφές. Συνέλεγε μόνο τα ψίχουλα που έπεφταν από το κοινό τραπέζι των αδελφών και τα έτρωγε σιωπηλά κάπου μόνη εκείνη. Αντί για ζεστό φαγητό από τη μαγειρική, η Ισιδώρα έπινε το νερό με το οποίο έπλενε τις χύτρες της κοινής τραπέζης. Ποτέ δεν προσέβαλε κανέναν με τον λόγο της και δεν θύμωσε σε κανέναν, ούτε γόγγυσε εναντίον του Θεού. Παρέμεινε πάντοτε σε σιωπή και δεν συζητούσε με κανέναν, ούτε σε μακρά ούτε σε σύντομη συνομιλία.
Συχνά οι άλλες αδελφές την χτυπούσαν και την κακολογούσαν δημόσια, αλλά εκείνη ποτέ δεν αντιδρούσε με όμοιο τρόπο. Ο περίφημος ασκητής Πιτηρίμ της Πορφυρίτιδος ερήμου έλαβε ξαφνικά ουράνια αποκάλυψη μέσω Αγγέλου του Κυρίου. Ο Άγγελος του είπε ότι η εξουσία του δεν τον υπερέβαλε σε αρετή, αλλά υπερέβαλε μία γυναίκα. Στο γυναικείο μοναστήρι Ταβεννησίων υπήρχε αδελφή που φορούσε αντί για κουκούλιο ένα πανί στο κεφάλι. Εκείνη η ταπεινή αδελφή είχε υπερβεί τον Πιτηρίμ σε αληθινή αρετή και σε ευαρέστηση ενώπιον του Θεού.
Ζούσε μάλιστα ανάμεσα σε άλλες αδελφές και υπηρετούσε με αγάπη όλες τους, χωρίς να ζητάει καμία ανθρώπινη αναγνώριση. Όλοι την περιφρονούσαν, αλλά η καρδιά της δεν χωριζόταν ούτε στιγμή από τον αληθινό και ζώντα Θεό. Ο νους της βυθιζόταν συνεχώς στη μνήμη του Θεού, ενώ ο Πιτηρίμ ζούσε στην έρημο και τριγυρνούσε νοερά τις πόλεις. Ο όσιος Πιτηρίμ ξεκίνησε αμέσως για το μοναστήρι Ταβεννησίων και ζήτησε συνοδούς από τη μονή των ανδρών. Πέρασαν προσεκτικά τον ποταμό που χώριζε τις δύο μονές και τον οδήγησαν στο γυναικείο μοναστήρι.
Όταν έφτασε στη μονή, πήγε πρώτα στον κεντρικό ναό και προσευχήθηκε με κατάνυξη και ευλάβεια. Έπειτα ζήτησε να συγκεντρωθούν όλες οι αδελφές μαζί, για να τις δει και να αναγνωρίσει αμέσως εκείνη που έψαχνε. Όλες οι αδελφές συγκεντρώθηκαν εκτός από την Ισιδώρα, που λείπει συνήθως μέσα στο μαγειρείο της μονής. Ο γέροντας είπε ότι λείπει μία αδελφή και οι μοναχές απάντησαν ότι μένει στην κουζίνα και είναι ανόητη. Επέμενε να την φέρουν αμέσως μπροστά του, διότι ακριβώς για εκείνη είχε έλθει στη μονή.
Τράβηξαν με βία την Ισιδώρα στον γέροντα, παρά τους έντονους δισταγμούς και την ταπεινή της αντίδραση. Όταν την είδε ο γέροντας Πιτηρίμ, αναγνώρισε ότι ήταν εκείνη που του είχε δείξει ο Άγγελος. Έπεσε στα πόδια της και ζήτησε ταπεινά την ευλογία της, ενώ εκείνη έπεσε στα δικά του πόδια. Οι αδελφές απορούσαν και τον προειδοποίησαν ότι η Ισιδώρα είχε δαίμονα μέσα της και δεν άξιζε καθόλου αυτή την τιμή. Πίστευαν ότι ο γέροντας είχε λάθος αναγνωρίσει το πρόσωπο που του είχε δείξει ο Άγγελος του Κυρίου.
Ο μακάριος Πιτηρίμ τους είπε ότι ίσως όλες εκείνες ήταν ανόητες, αλλά η Ισιδώρα είχε ευαρεστήσει τον Θεό περισσότερο από όλες. Δήλωσε ότι η αδελφή αυτή ήταν μητέρα όλων τους και θα παρακαλούσε τον Κύριο να αξιωθεί ίδιας μερίδας μαζί της στη Μέλλουσα Κρίση. Όλες οι αδελφές κατάλαβαν τότε το τεράστιο σφάλμα τους και ζήτησαν συγνώμη και έπεσαν στα πόδια της Ισιδώρας. Παρακάλεσαν την οσία να τις συγχωρήσει για όσα την είχαν προσβάλει επί τόσα χρόνια ζωής στη μονή.
Όμως η Ισιδώρα δεν άντεξε αυτή την ξαφνική φανέρωση της κρυφής της αρετής και έφυγε αμέσως από το μοναστήρι. Δεν θέλησε με κανέναν τρόπο να γίνει αντικείμενο τιμών και επαίνων από τις αδελφές της μονής. Έφυγε κρυφά τη νύχτα και κανείς δεν γνώρισε ποτέ πού πήγε ή πώς τελείωσε τον επίγειο βίο της. Η οσία προτίμησε την αφάνεια και την κρυφή ταπείνωση από κάθε ανθρώπινη δόξα και επίγεια αναγνώριση. Άφησε πίσω της φωτεινό παράδειγμα διά Χριστόν σαλότητας και ταπεινής υπακοής, που στόλισε τα συναξάρια. Η μνήμη της εορτάζεται από την Εκκλησία στις δέκα Μαΐου με ψαλμούς, εγκώμια και πνευματική κατάνυξη. Με τις πρεσβείες της οσίας Ισιδώρας της διά Χριστόν σαλής, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.