Στην κεντρική πλατεία του γραφικού χωριού Φιλώτι της Νάξου, ανάμεσα σε αιωνόβιους πλατάνους, υψώνεται ένας περικαλλής ορθόδοξος ναός. Είναι η ευλογημένη Παναγία η Φιλωτίτισσα, τιμώμενη στην Κοίμηση της Θεοτόκου, καρδιά της θρησκευτικής ζωής του Φιλωτίου. Ο ναός βρίσκεται ακριβώς ανάμεσα στους δύο παλιούς οικισμούς του Φιλωτίου, τον Κλέφαρο και το Ραχίδιο. Η ιδιαίτερη προσωνυμία του προέρχεται προφανώς από το ίδιο το όνομα του ιστορικού χωριού της κεντρικής Νάξου.
Δεν είναι γνωστό πότε ακριβώς δόθηκε αυτή η ονομασία στην ευλογημένη εκκλησία της Παναγίας του Φιλωτίου. Φαίνεται όμως πιθανό ότι δόθηκε ήδη από την αρχική ίδρυση του ναού, καθώς το όνομα του χωριού είναι αρχαίο. Ως χρόνος αρχικής ίδρυσης του ναού θεωρείται από τους ιστορικούς η εποχή του αυτοκράτορα Αλεξίου του Πρώτου του Κομνηνού. Συγκεκριμένα τοποθετείται γενικώς στη διάρκεια της δυναστείας των Κομνηνών, ανάμεσα στο χίλια εβδομήντα ένα και το χίλια διακόσια τέσσερα.
Η ναξιακή αυτή εκκλησία διατηρήθηκε ζωντανή μέχρι το χίλια πεντακόσια σαράντα τέσσερα, όταν την κατέστρεψαν βίαια πειρατές. Παρέμεινε από τότε σε ερείπωση για ένα μεγάλο χρονικό διάστημα, μάρτυρας της σκληρότητας των επιδρομών στις Κυκλάδες. Πολύ αργότερα στη θέση εκείνη ανηγέρθη ο σημερινός περικαλλής ναός, και έγιναν τα μεγαλόπρεπα εγκαίνια την πρώτη Αυγούστου του χιλίου επτακοσίων δεκαοκτώ. Πρόκειται για την ανέγερση ενός νέου εξαιρετικά περικαλλούς οικοδομήματος, στη θέση του παλαιού κατεστραμμένου ναού του Αλεξίου Κομνηνού.
Φέρει όμως το ίδιο ευλαβικό όνομα και είναι αφιερωμένος στην ίδια Παναγία, τη Φιλωτίτισσα της κεντρικής Νάξου. Πίσω από την ανέγερσή του κρύβεται ένα από τα πιο συγκλονιστικά ορθόδοξα ιστορικά της ναξιακής παράδοσης, γνωστό σε όλους τους Φιλωτίτες. Σύμφωνα με την παλιά παράδοση, στα χίλια εξακόσια ενενήντα, την ημέρα της εορτής του Αγίου Γεωργίου, ξέσπασε φοβερή κακοκαιρία. Συνέβη στην αγροτική περιοχή του Καλαντού, στο νότιο άκρο του νησιού της Νάξου, και αναστάτωσε όλους τους κατοίκους.
Ένας άγριος νότιος άνεμος συνοδευόμενος από καταρρακτώδη χειμωνιάτικη βροχή σάρωνε τα πάντα στο πέρασμά του, σπέρνοντας τρόμο και πανικό. Οι κάτοικοι, ως επί το πλείστον ταπεινοί ποιμένες, είχαν καταφύγει έντρομοι στις καλύβες τους σταυροκοπούμενοι και ικετεύοντες τον Θεό. Ανάμεσά τους ήταν και ο Στέφανος Ψαρράς, γνωστός και ως Λούμπας, από το Φιλώτι της Νάξου. Είχε εκεί στα παράλια τα κτήματα και τα γιδοπρόβατά του, και ήταν γενναίος και φιλόξενος άνθρωπος.
Τον φώναζαν επίσης Αναγνώστη, επειδή γνώριζε λίγα γράμματα και βοηθούσε τον ιερέα του χωριού στη θεία λειτουργία. Την ώρα της φοβερής κακοκαιρίας έριξε το βλέμμα του προς τη θάλασσα ανάμεσα στη Νάξο και την Ιο. Παρατήρησε με τρόμο ένα ιστιοφόρο να κλυδωνίζεται στα πελώρια κύματα, και να ωθείται προς τα βράχια της ακτής. Ο Ψαρράς αντελήφθη αμέσως ότι το ταλαιπωρημένο πλοίο διέτρεχε άμεσο κίνδυνο να προσκρούσει στους βράχους και να καταστραφεί ολοκληρωτικά.
Χωρίς να χάσει χρόνο, βγήκε αμέσως από την καλύβα του και κάλεσε σε βοήθεια άλλους γείτονές του ποιμένες. Έτρεξαν όλοι μαζί προς το μέρος που ωθούνταν το πλοίο, αλλά δυστυχώς δεν πρόλαβαν να σώσουν την κατάσταση. Το ταλαίπωρο σκάφος έπεσε με μεγάλο πάταγο στους βράχια και έσπασε ολοκληρωτικά σε τρία διαφορετικά κομμάτια. Όλοι οι ταλαίπωροι επιβαίνοντες έπεσαν στη φουρτουνιασμένη θάλασσα, αλλά από τους τριάντα επιβάτες σώθηκαν μόνο οι δέκα.
Και αυτοί ήταν τραυματισμένοι και μισοπεθαμένοι από την παλαιστική προσπάθεια κατά των άγριων κυμάτων του χειμώνα. Το πλοίο ήταν τουρκικό και οι ναυαγοί ήταν Τούρκοι, παραδοσιακοί εχθροί των σκλαβωμένων Ελλήνων χριστιανών της Νάξου. Ο Ψαρράς όμως, χωρίς να λάβει υπόψη του ότι ήταν προαιώνιοι εχθροί, τους περισυνέλεξε όλους από τα κύματα. Τους βοήθησε φιλάνθρωπα και τους οδήγησε στις καλύβες, όπου τους πρόσφερε στεγνά ρούχα, τροφή και κατάλληλη περίθαλψη.
Ανάμεσα στους ναυαγούς ήταν και ένα δωδεκάχρονο τουρκόπουλο, που είχε τραυματιστεί βαρύτερα από όλους τους άλλους. Ονομαζόταν Χουσεΐν, και αυτόν ο Ψαρράς τον περιποιήθηκε καλύτερα από τους άλλους, σαν να ήταν δικό του παιδί. Την επομένη μέρα οι ναυαγοί, αφού ανέκτησαν κάπως το ηθικό τους, αποφάσισαν να φύγουν για την Χώρα της Νάξου. Ο Ψαρράς τους οδήγησε προσεκτικά πώς θα φθάσουν, ώστε να συναντήσουν τον βοεβόδα και να επιστρέψουν στην πατρίδα τους.
Τους εφοδίασε επίσης γενναιόδωρα με τρόφιμα για τον δρόμο, και εκείνοι ξεκίνησαν ευχαριστώντας για τη μεγάλη φιλοξενία. Ωστόσο τους παρακάλεσε να μείνει το τουρκόπουλο Χουσεΐν για λίγες ημέρες ακόμη, μέχρι να συνέλθει από τα βαριά τραύματά του. Δυστυχώς όμως, όταν οι αναχωρήσαντες τούρκοι ναυαγοί πλησίασαν στο διπλανό χωριό Σαγκρί, εκλήφθηκαν εντελώς λανθασμένα ως επικίνδυνοι πειραταί. Άοπλοι όπως ήταν, σφάχτηκαν αλύπητα από τους Σαγκριώτες, προς μεγάλη λύπη όλων και ιδίως του ίδιου του Ψαρρά.
Οι Σαγκριώτες ζήτησαν αργότερα συγγνώμη από τον τοπικό βοεβόδα, και έτσι το ζήτημα σταμάτησε χωρίς αντίποινα. Στο μεταξύ ο Ψαρράς οδήγησε τον μικρό Χουσεΐν στο Φιλώτι, όπου η σύζυγός του Πλυτώ δεν τον είδε με καλό μάτι. Εκείνη την εποχή υπήρχε αγεφύρωτο μίσος ανάμεσα στους Έλληνες και τους Τούρκους, και οι Έλληνες αποστρέφονταν τους εχθρούς τους. Ο καλοκάγαθος Ψαρράς όμως προσπάθησε με κάθε τρόπο να μεταπείσει τη σύζυγό του απέναντι στον αθώο και τραυματισμένο μικρό Χουσεΐν.
Είχε καλή ανατροφή και ευγενικά αισθήματα, και σταδιακά η ίδια η Πλυτώ άρχισε να τον συμπαθεί, σαν να ήταν δικό της παιδί. Ο Χουσεΐν έμαθε ελληνικά και ζήτησε να βαπτιστεί χριστιανός, παίρνοντας το όνομα Γεώργιος προς τιμή του Αγίου Γεωργίου. Πέρασαν έξι ολόκληροι χρόνοι, και ο Γεώργιος, παλιότερα Χουσεΐν, έγινε δεκαοκτώ ετών στην ευλογημένη οικογένεια του Ψαρρά. Τότε αιφνιδίως εμφανίστηκε στο Φιλώτι ο βοεβόδας της Νάξου, συνοδευόμενος από έναν τούρκο απεσταλμένο από την Κωνσταντινούπολη.
Αναζήτησε αμέσως τον Χουσεΐν Γεώργιο από τον Ψαρρά, λέγοντάς του με αυστηρότητα ότι ήταν γιος επιφανούς τούρκου προύχοντα. Είχε εντολή να τον αποστείλει στον πατέρα του, και ο Ψαρράς μαζί με τη σύζυγό του στενοχωρήθηκαν πολύ. Είχαν αγαπήσει το παιδί ως δικό τους, και δεν ήθελαν με κανέναν τρόπο να το αποχωριστούν. Ο βοεβόδας προσέφερε χρηματικό ποσό ως ανταμοιβή, αλλά η Πλυτώ αρνήθηκε λέγοντας ότι ήθελε μόνο το παιδί. Μέσα σε καυτά δάκρυα εκατέρωθεν, ο Χουσεΐν Γεώργιος αποχαιρέτησε με σπαραγμό τους ψυχογονείς του και επέστρεψε στην μακρινή Κωνσταντινούπολη.
Πέρασαν τα χρόνια και ο Ψαρράς ποτέ δεν έμαθε τίποτε για το παιδί, αναλογιζόμενος συχνά την τύχη του. Το χίλια επτακόσια δέκα οι πρόκριτοι του Φιλωτίου αποφάσισαν να κτίσουν νέα και μεγαλύτερη εκκλησία στο χωριό τους. Η παλιά εκκλησία ήταν πλέον πολύ μικρή, και δεν εξυπηρετούσε επαρκώς τις θρησκευτικές ανάγκες των πιστών κατοίκων. Στο κέντρο του Φιλωτίου υπήρχε ένας λαχανόκηπος, στην άκρη του οποίου ήταν Φράγκικη Εκκλησία και τα παλιά ερείπια.
Ο λαχανόκηπος ήταν κτήμα του Φράγκου άρχοντα Χρύσανθου Μπαρότζι, ο οποίος δεν τον παραχωρούσε ούτε τα ερείπια του ναού. Οι Φιλωτίτες, αποφασισμένοι, εισήλθαν αυθαίρετα στον χώρο και άρχισαν να ανοίγουν θεμέλια, αψηφώντας τις απειλές του Μπαρότζι. Στην κεφαλή του κινήματος ήταν ο Στέφανος Ψαρράς, που απείλησε με το γιαταγάνι του όποιον τολμούσε να εμποδίσει την εργασία. Ο Μπαρότζι κατέφυγε στον τοπικό βοεβόδα, και κατόπιν στον Γάλλο Πρόξενο και την Υψηλή Πύλη της Κωνσταντινούπολης.
Η Πύλη διέταξε να σταματήσει η αυθαιρεσία και να συλληφθεί ο Ψαρράς, ο οποίος ωδηγήθηκε σιδηροδέσμιος στην Κωνσταντινούπολη. Έμεινε εκεί στις φοβερές φυλακές για δύο ολόκληρους μήνες, υπό απάνθρωπες συνθήκες και βασανιστήρια από τους δεσμοφύλακες. Καθώς όμως ήταν γερό κόκκαλο, άντεξε ηρωικά τα βασανιστήρια και οδηγήθηκε επιτέλους στο τρομερό τουρκικό δικαστήριο. Ο δικαστής διάβασε με στεντόρεια φωνή το όνομα του κατηγορουμένου Αναγνώστη Στεφάνου Ψαρρά, και έμεινε έκπληκτος μπροστά του.
Ύψωσε την κεφαλή του, και αναγνώρισε στον γέροντα κατηγορούμενο τον ψυχοπατέρα του από το Φιλώτι, τον Σωτήρα του από το ναυάγιο. Ήταν ο δωδεκάχρονος Χουσεΐν, ο Γιώργης, που είχε ζήσει έξι ολόκληρα χρόνια στο σπίτι του Ψαρρά ως πραγματικό του παιδί. Η Παναγία της Φιλωτίτισσας τον είχε στείλει στην κρίσιμη εκείνη ώρα για να σώσει τον αγαπημένο του πατέρα. Ο δικαστής διέταξε αμέσως να λύσουν τον γέροντα, και κήρυξε αθώο τον Ψαρρά με συγκινητική στιβαρή απόφαση.
Έδωσε τότε προσωπικά εντολή να τελειώσει την εκκλησία του χωριού του χωρίς να τον εμποδίσει κανείς πλέον. Ταις πρεσβείαις της υπεραγίας Θεοτόκου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός μας, ελέησον τους πιστούς σου και σώσον ημάς, αμήν.
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.