Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ακάκιος Ο Εκατόνταρχος
Άγγελοι του Κυρίου κατέβηκαν τη νύχτα στο σκοτεινό κελί της φυλακής για να θεραπεύσουν τις πληγές του εκατόνταρχου Ακακίου. Οι συγκρατούμενοί του τους είδαν να φέρνουν λευκή σαν χιόνι τροφή και να λούζουν τα τραύματά του με ζεστό νερό. Ο Άγιος Ακάκιος έζησε στα σκληρά χρόνια του αυτοκράτορα Μαξιμιανού, όταν ξέσπασε ο τρίτος μεγάλος διωγμός κατά της Εκκλησίας του Χριστού. Καταγόταν από τη μακρινή Καππαδοκία και υπηρετούσε ως εκατόνταρχος στο μαρτησιανό τάγμα υπό τον αυστηρό χιλίαρχο Φίρμο.
Ο σκληρός αυτοκράτορας διέταξε να αναζητούνται οι χριστιανοί ακόμα και μέσα στις τάξεις του ρωμαϊκού στρατεύματος της εποχής. Ο χιλίαρχος Φίρμος κάλεσε τότε κάθε στρατιώτη ξεχωριστά και τον ρωτούσε ποια ήταν η αληθινή πίστη του εκείνη την ώρα. Πολλούς ασθενείς στην πίστη τους έπεισε με κολακείες και απειλές, ώστε να επιστρέψουν στη σκοτεινή ειδωλολατρία της εποχής. Όταν ήλθε η σειρά του Ακακίου, εκείνος δήλωσε με δυνατή φωνή ότι είχε γεννηθεί χριστιανός και θα παρέμενε χριστιανός.
Διακήρυξε ότι όχι μόνο ο πατέρας και η μητέρα του, αλλά και οι παππούδες και προπάππουδες ήταν πιστοί ακολουθητές του Χριστού. Ο Φίρμος τον προέτρεψε τρεις φορές να προσφέρει θυσία στα είδωλα και τελικά τον έστειλε δέσμιο στον στρατηγό Βιβιανό για ανάκριση. Ο σκληρός στρατηγός Βιβιανός κάθισε στο επίσημο δικαστήριο και ανέκρινε με αυστηρότητα τον νεαρό εκατόνταρχο της Καππαδοκίας. Ρώτησε για το όνομά του και ο Ακάκιος εξήγησε με σοφία ότι η λέξη Ακάκιος σημαίνει αυτός που δεν έχει κακία στην καρδιά.
Ο στρατηγός θύμωσε και απείλησε αμέσως τον γενναίο μάρτυρα με σκληρά βασανιστήρια αν δεν προσκυνούσε τους θεούς της αυτοκρατορίας. Ο Άγιος απάντησε ότι οι αυτοκράτορες βασιλεύουν με τη συγχώρηση του αληθινού Θεού και όχι με τη χάρη των ανύπαρκτων ειδώλων. Διακήρυξε ότι ο Χριστός ήλθε στον κόσμο, σαρκώθηκε από την Παναγία Παρθένο και θανατώθηκε στον σταυρό για τη σωτηρία των ανθρώπων. Με τη δική του ένδοξη ανάσταση συνέτριψε τις πύλες του Άδη και ελευθέρωσε όλο το γένος των ανθρώπων από την εξουσία του διαβόλου.
Ο στρατηγός θαύμασε τη βαθιά σοφία του νεαρού στρατιωτικού και τον ρώτησε αν είχε σπουδάσει βιβλία ή θεολογία. Ο Ακάκιος απάντησε ότι ο ίδιος ο Θεός μιλάει μέσα από τα στόματα των αμαθών δούλων του και τους φωτίζει. Επεσήμανε επίσης ότι ο Κύριος επέλεξε αλιείς και τελώνες για να κηρύξουν το Ευαγγέλιο σε όλη τη γη και όχι σοφιστές ή ρήτορες. Ο στρατηγός έμεινε άναυδος μπροστά σε αυτή την απάντηση και αναζητούσε τρόπο να κάμψει το θάρρος του Αγίου.
Ο στρατηγός Βιβιανός διέταξε αμέσως σκληρά βασανιστήρια εναντίον του γενναίου ομολογητή της πίστεως του Σωτήρος Χριστού. Πρώτα τον κρέμασαν και του ξέσχισαν τις σάρκες με σιδερένια όργανα, μέχρι που φάνηκαν τα οστά του στους θεατές. Έπειτα τον έσυραν με βαριές αλυσίδες σε μακρύ ταξίδι από την πόλη Πέρινθο μέχρι την πόλη του Βυζαντίου. Οι στρατιώτες βάδιζαν γρήγορα χωρίς έλεος και ο μάρτυρας υπέφερε από τις πληγές, την πείνα και την αφόρητη δίψα.
Όταν σταμάτησαν για ξεκούραση, ο Άγιος ευχαρίστησε ολόψυχα τον Θεό που τον αξίωσε να πάθει για το άγιο όνομα του Χριστού. Τότε ακούστηκε φωνή από τον ουρανό η οποία έλεγε «Θάρρος Ακάκιε και να γίνεις δυνατός στις δοκιμασίες». Τη φωνή την άκουσαν και οι άλλοι κρατούμενοι που πορεύονταν μαζί με τον γενναίο μάρτυρα της πίστεως. Πολλοί από αυτούς πίστεψαν στον Χριστό και ζήτησαν από τον Άγιο να τους διδάξει τα ιερά μυστήρια της χριστιανικής πίστεως.
Εκείνος τους εξήγησε με απλά λόγια το μυστήριο της ενανθρωπήσεως και της σταυρικής θυσίας του Σωτήρα Χριστού στο γένος των ανθρώπων. Όταν έφτασαν στο Βυζάντιο, ο στρατηγός διέταξε να φυλακιστεί στο πιο εσωτερικό κελί χωρίς τροφή και νερό για πολλές ημέρες. Ο Άγιος υπέμενε γαλήνια τη σκληρότητα της μοναξιάς, τις πληγές και την έλλειψη τροφής με μεγάλη πίστη στον Σωτήρα Χριστό. Στη διάρκεια εκείνων των νυχτών οι συγκρατούμενοι του Αγίου είδαν φωτεινούς νεαρούς να επισκέπτονται κρυφά το σκοτεινό κελί του μάρτυρα.
Στην αρχή νόμισαν ότι ήταν συγγενείς και φίλοι του Ακακίου που έρχονταν να τον παρηγορήσουν στις φοβερές θλίψεις. Σύντομα όμως κατάλαβαν ότι επρόκειτο για Αγγέλους του Θεού οι οποίοι έλυναν τα σιδερένια δεσμά του δίκαιου μάρτυρα. Οι Άγγελοι έλουαν τις βαθιές πληγές του με ζεστό νερό και τις θεράπευαν με την ουράνια θεϊκή τους δύναμη. Έφερναν επίσης λαμπρή τροφή και πόση, λευκή σαν το χιόνι, για να ενισχύσουν τον δεσμώτη μάρτυρα του Χριστού στις δοκιμασίες.
Όταν ο φύλακας της φυλακής έμαθε για τα παράδοξα αυτά γεγονότα, μπήκε ξαφνικά στο κελί για να ελέγξει την αλήθεια των κρατουμένων. Δεν βρήκε όμως κανέναν, παρά μόνο τον Άγιο, ο οποίος προσευχόταν με τα σιδερένια δεσμά στα χέρια και στα πόδια του. Μετά από επτά ολόκληρες ημέρες ο σκληρός στρατηγός Βιβιανός κάλεσε ξανά τον γενναίο μάρτυρα στο επίσημο δικαστήριο της πόλης. Έμεινε έκπληκτος όταν είδε τον Ακάκιο υγιή και χαρούμενο, χωρίς ίχνος αδυναμίας ή πόνου στο φωτεινό πρόσωπό του.
Νόμισε ότι κάποιοι στρατιώτες έδιναν κρυφά τροφή στον μάρτυρα και διέταξε να τιμωρηθούν αυστηρά οι φύλακες της φυλακής με σκληρές ποινές. Ο φύλακας ορκίστηκε στην εξουσία του στρατηγού ότι εκτέλεσε πιστά κάθε εντολή που του είχε δοθεί από τον ίδιο τον στρατηγό. Διηγήθηκε με κάθε λεπτομέρεια όσα είδαν οι κρατούμενοι αλλά και όσα ο ίδιος είδε με τα μάτια του στο κελί του Αγίου. Είδε φωτεινούς άνδρες που μπήκαν μέσα από κλειστές πόρτες και θεράπευαν τις βαθιές πληγές του εκατόνταρχου Ακακίου.
Όταν όμως ο ίδιος μπήκε αμέσως στο κελί, βρήκε μόνο τον δέσμιο μάρτυρα να προσεύχεται ταπεινά στον Κύριο. Ο στρατηγός θύμωσε ξανά και διέταξε να χτυπήσουν αλύπητα με σιδερένιες ράβδους τον αθώο φύλακα της φυλακής για ώρα πολλή. Ο Άγιος Ακάκιος είδε αυτή την μεγάλη αδικία και δοκίμασε λύπη βαθιά για το άδικο μαρτύριο του φύλακα. Ο στρατηγός του φώναξε με μεγάλη οργή, ότι ήταν μάγος και γόης, που εξαπατούσε τους ανθρώπους με μαγικά τεχνάσματα. Ο μάρτυρας απάντησε ότι η μεγάλη δύναμη και η υγεία του ήταν δώρα του Κυρίου Ιησού Χριστού στον δούλο του.
Διέταξε τότε δέκα στρατιώτες να χτυπούν αλύπητα τον Ακάκιο με δρύινα ραβδιά στην πλάτη και στην κοιλιά του. Ο μάρτυρας υπέμενε καρτερικά τις πληγές και επικαλούνταν αδιάκοπα τη βοήθεια του Σωτήρος Χριστού στις σκληρές αυτές δοκιμασίες. Ακούστηκε ξανά ουράνια φωνή που ενίσχυε τον Άγιο και τα χέρια των άσπλαχνων δημίων ξάφνου παρέλυσαν και έμειναν ακίνητα. Ο στρατηγός Βιβιανός, ο οποίος δεν ήξερε πώς να τον νικήσει, αποφάσισε να τον στείλει στον ηγεμόνα Φλακκίνο της Θράκης.
Ο ηγεμόνας θαύμασε την ανδρεία και τη μεγάλη υπομονή του μάρτυρα Ακακίου στα φοβερά εκείνα βασανιστήρια του Βιβιανού. Έδωσε αμέσως εντολή να αποκεφαλιστεί έξω από την πόλη του Βυζαντίου χωρίς καμία άλλη χρονοτριβή. Όταν τον οδηγούσαν στον τόπο της εκτελέσεως, ο Άγιος δοξολογούσε τον αληθινό Θεό για την τιμή του μαρτυρίου. Ζήτησε λίγο χρόνο για προσευχή και γονάτισε ταπεινά μπροστά στον σκληρό δήμιο και τους θεατές. Ευχαρίστησε τον Κύριο, ο οποίος τον αξίωσε να ονομάζεται μάρτυρας του Χριστού, αν και αμαρτωλός και ανάξιος.
Έπειτα έσκυψε γενναία τον αυχένα του και ο σκληρός δήμιος έκοψε την τίμια κεφαλή του με το ξίφος. Έτσι παρέδωσε την ψυχή του στον Νυμφίο Χριστό στις επτά Μαΐου του τριακοστού τρίτου έτους από Χριστού γεννήσεως. Το τίμιο σώμα του Αγίου ενταφιάστηκε από πιστούς στον τόπο εκείνο, ο οποίος έκτοτε ονομάστηκε Σταυρίον. Αργότερα κτίστηκε ναός προς τιμή του Αγίου και τα ιερά λείψανα μεταφέρθηκαν εκεί με ευλάβεια. Με τις πρεσβείες του ενδόξου μάρτυρος Ακακίου, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.