Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αλέξιος Τοθ Ο Ομολογητής Της Αμερικής
Με τριακόσιους εξήντα ένα ενορίτες ο πατήρ Αλέξιος Τοθ επέστρεψε επισήμως στην Ορθοδοξία στις είκοσι πέντε Μαρτίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα ενός. Οι πιστοί Καρπαθορώσοι μετανάστες της Μινεάπολης φώναξαν με χαρά «Δόξα τω Θεώ διά το μέγα του έλεος». Ο Άγιος Αλέξιος γεννήθηκε στις δεκαοκτώ Μαρτίου του χίλια οκτακόσια πενήντα τέσσερα στην Αυστροουγγαρία από φτωχή οικογένεια Καρπαθορώσων. Ο πατέρας και ο αδελφός του ήταν ιερείς, ενώ ο θείος του ήταν επίσκοπος της Ουνίας στη χώρα τους.
Έλαβε άριστη μόρφωση και γνώριζε πολλές γλώσσες, μεταξύ άλλων καρπαθορώσικα, ουγγρικά, ρωσικά, γερμανικά, λατινικά και ελληνικά για ανάγνωση κειμένων. Νυμφεύθηκε τη Ροζαλία Μιχάλιτς, θυγατέρα ιερέως, και χειροτονήθηκε στις δεκαοκτώ Απριλίου του χίλια οκτακόσια εβδομήντα οκτώ ως δεύτερος ιερέας. Λίγο αργότερα έχασε τη γυναίκα του και έπειτα το μοναδικό τους παιδί, δοκιμασίες που υπέμεινε με την υπομονή του Ιώβ. Τον Μάιο του χίλια οκτακόσια εβδομήντα εννέα διορίστηκε γραμματέας του επισκόπου του Πρέσοβ και διοικητής της Επισκοπικής Διοίκησης.
Στο σεμινάριο της πόλεως δίδαξε επίσης Εκκλησιαστική Ιστορία και Κανονικό Δίκαιο, μαθήματα που φάνηκαν χρήσιμα στη μετέπειτα διακονία του. Όλη αυτή η προετοιμασία ήταν ένα μέρος του θεϊκού σχεδίου, που ετοιμαζόταν για το έργο του Αγίου στην Αμερική. Τον Οκτώβριο του χίλια οκτακόσια ογδόντα εννέα διορίστηκε εφημέριος ουνιτικής ενορίας στη Μινεάπολη της Πολιτείας Μινεσότα. Όπως ο πατριάρχης Αβραάμ άφησε τη χώρα του και τους συγγενείς του για να εκπληρώσει το θείο θέλημα του Θεού.
Με την άφιξή του στην Αμερική παρουσιάστηκε στον τοπικό ρωμαιοκαθολικό αρχιεπίσκοπο Ιωάννη Άιρλαντ, καθώς δεν υπήρχε ουνίτης επίσκοπος εκεί. Ο αρχιεπίσκοπος αυτός ανήκε στη μερίδα η οποία υποστήριζε την πλήρη αμερικανοποίηση όλων των ρωμαιοκαθολικών της χώρας εκείνης. Στο όραμά του δεν χωρούσαν εθνικές ενορίες ούτε κληρικοί άλλου τυπικού πέρα από το λατινικό τυπικό. Έτσι, όταν ο πατήρ Τοθ προσκόμισε τα διαπιστευτήριά του, ο αρχιεπίσκοπος τον δέχθηκε με ανοιχτή εχθρότητα και απόρριψη.
Αρνήθηκε να τον αναγνωρίσει ως νόμιμο καθολικό ιερέα και του απαγόρευσε κάθε ιερατική διακονία στην επισκοπή του. Ο πατήρ Τοθ ως ιστορικός και καθηγητής Κανονικού Δικαίου γνώριζε καλά τα δικαιώματά του βάσει των όρων της Ουνίας. Τον Οκτώβριο του χίλια οκτακόσια ενενήντα συγκάλεσε σύσκεψη οκτώ από τους δέκα ουνίτες ιερείς της Αμερικής στην Ουίλκες Μπαρ. Οι ευρωπαίοι ουνίτες επίσκοποι αρνήθηκαν να ακούσουν τις αγωνιώδεις εκκλήσεις των ιερέων που βρίσκονταν στην ξενιτιά της Αμερικής.
Έτσι ο πατήρ Αλέξιος βρέθηκε χωρίς καμία υποστήριξη και αναγκάστηκε να αναζητήσει σύντομα βοήθεια από αλλού. Ο αρχιεπίσκοπος Άιρλαντ απαγόρευσε στους ενορίτες των άλλων ναών να συμμετέχουν στις ακολουθίες της ενορίας του πατρός Αλεξίου. Με την προσδοκία της επικείμενης απέλασης, ο Άγιος ενημέρωσε τους ενορίτες του και πρότεινε να επιστρέψει ο ίδιος στην Ευρώπη. Εκείνοι όμως απάντησαν με αποφασιστικότητα ότι δεν ήθελαν πια να υποτάσσονται σε ξένους ιεράρχες της Δύσεως.
Πρότειναν τότε να επικοινωνήσουν με τον Ρώσο επίσκοπο της Αμερικής και να ζητήσουν από αυτόν την προστασία της Ορθοδοξίας. Έγραψαν επιστολή στον Ρώσο πρόξενο του Σαν Φρανσίσκο για να μάθουν το όνομα και τη διεύθυνση του επισκόπου. Ο Ιβάν Μλίναρ ταξίδεψε πρώτος στο Σαν Φρανσίσκο και ακολούθησε αργότερα ο πατήρ Τοθ μαζί με τον επίτροπο της ενορίας. Ο επίσκοπος Βλαδίμηρος ήλθε ο ίδιος στη Μινεάπολη και στις είκοσι πέντε Μαρτίου του χίλια οκτακόσια ενενήντα ενός δέχθηκε όλους στην Ορθοδοξία.
Οι ενορίτες θεώρησαν αυτό το γεγονός ως μία νέα προσωπική Θριάμβευση της Ορθοδοξίας στη γη της εξορίας τους. Η πρωτοβουλία αυτή ξεκίνησε από τον ίδιο τον λαό και δεν προκλήθηκε από καμία εξωτερική πίεση ή προτροπή. Η Ρωσική Εκκλησία αγνοούσε την ύπαρξη αυτών των Σλάβων ουνιτών μεταναστών στην Αμερική, αλλά απάντησε θετικά στη ζήτησή τους με προθυμία. Το παράδειγμα του Αγίου Αλεξίου και της ενορίας του ενθάρρυνε εκατοντάδες άλλους ουνίτες της Αμερικής να επιστρέψουν στην πατρώα Ορθοδοξία.
Ο Άγιος έλαμψε σαν λαμπάδα πάνω σε λυχνία, η οποία φωτίζει όλους τους ανθρώπους γύρω της. Με το άφοβο κήρυγμά του ξερίζωσε τα ζιζάνια που είχαν φυτρώσει μέσα στον σπόρο της αληθούς πίστεως. Παρότι δεν δίστασε να επισημάνει τις πλάνες των άλλων ομολογιών, πρόσεχε να αποτρέπει το ποίμνιό του από κάθε μισαλλοδοξία. Τα κείμενα και τα κηρύγματά του είναι γεμάτα παροτρύνσεις για σεβασμό προς τους άλλους και αποφυγή επιθέσεων εναντίον της πίστης τους. Όταν τον προσέβαλλαν ή τον εξαπατούσαν άλλοι άνθρωποι, εκείνος συγχωρούσε αμέσως και ζητούσε από τον επίσκοπο συγγνώμη για τα δικά του σφάλματα.
Μέχρι να αρχίσει να φτάνει ο μισθός του από τη Ρωσία, ο δίκαιος εργάστηκε σε αρτοποιείο για να συντηρηθεί. Ακόμα και με ισχνά μέσα δεν παρέλειπε να μοιράζει ελεημοσύνη στους φτωχούς και τους ενδεείς αδελφούς του Χριστού. Συνέβαλε επίσης στην ανέγερση πολλών ναών αλλά και στη μόρφωση σπουδαστών της θεολογικής σχολής της Μινεάπολης. Δεν αγωνιούσε για τη ζωή του, αλλά εμπιστευόταν στον Κύριο, ο οποίος υπόσχεται τα πάντα στους εργάτες της βασιλείας.
Έτσι έφερε με υπομονή τις θλίψεις, τις συκοφαντίες και τις σωματικές επιθέσεις χωρίς ποτέ να μειωθεί η πνευματική του χαρά. Οι επίσκοποι Βλαδίμηρος, Νικόλαος, ο Άγιος Τύχων και ο Πλάτων αναγνώρισαν τα ιδιαίτερα πνευματικά χαρίσματα του πατρός Αλεξίου. Τον έστελναν συχνά να κηρύττει και να διδάσκει σε κάθε τόπο όπου υπήρχαν Σλάβοι μετανάστες της Αμερικής. Παρότι γνώριζε καλά τις δικές του αδυναμίες, υπάκουε αμέσως στις εντολές των ιεραρχών χωρίς δικαιολογίες ή αναβολές.
Επισκέφθηκε πολλές ουνιτικές ενορίες και εξηγούσε τις διαφορές μεταξύ Ορθοδοξίας, προτεσταντισμού, ρωμαιοκαθολικισμού και ουνίας με μεγάλη σαφήνεια. Τόνιζε με σταθερότητα ότι η αληθινή οδός της σωτηρίας βρίσκεται μόνο μέσα στην αγία Ορθόδοξη Εκκλησία του Χριστού. Συνέβαλε στη δημιουργία ή την επιστροφή δεκαεπτά ορθοδόξων ενοριών και φύτεψε έτσι έναν αμπελώνα Χριστού στο νέο εκείνο έδαφος. Μέχρι το έτος της κοιμήσεώς του, χιλιάδες Καρπαθορώσοι και Γαλικιανοί ουνίτες είχαν επιστρέψει στην πατρώα Ορθοδοξία της ανατολής.
Έλαβε από την Ιερά Σύνοδο πολύτιμη μίτρα και από τον Τσάρο τα παράσημα του Αγίου Βλαδιμήρου και της Αγίας Άννης. Το χίλια εννιακόσια επτά τον πρότειναν για την επισκοπική θέση, αλλά εκείνος αρνήθηκε ταπεινά τη μεγάλη τιμή. Είπε ότι η ευθύνη αυτή έπρεπε να δοθεί σε νεότερο και υγιέστερο πρόσωπο της Εκκλησίας. Ο Άγιος γνώριζε τις δικές του δυνάμεις και προτίμησε να συνεχίσει το ποιμαντικό του έργο μέχρι την τελευταία του πνοή. Στο τέλος του χίλια εννιακόσια οκτώ η υγεία του Αγίου άρχισε να εξασθενεί, εξαιτίας της επιδείνωσης πολλών ασθενειών μαζί.
Πήγε στις θαλάσσιες ακτές του νοτίου Νιού Τζέρσεϋ, με την ελπίδα να ανακτήσει τις δυνάμεις του εκεί. Επέστρεψε όμως σύντομα στην Ουίλκες Μπαρ, όπου παρέμεινε κλινήρης για δύο ολόκληρους μήνες πριν την κοίμησή του. Ο δίκαιος αυτός εκοιμήθη την Παρασκευή επτά Μαΐου του χίλια εννιακόσια εννέα, ημέρα μνήμης των Αγίων Σάββα και Αλεξίου της Λαύρας του Κιέβου. Στη διαθήκη του παρέδωσε την ψυχή του στο έλεος του Θεού και ζήτησε συγχώρηση από όλους τους ανθρώπους.
Ο ίδιος επίσης συγχώρησε αμέσως όσους τον είχαν αδικήσει στη μακρά διακονία του στην Αμερική. Τα ιερά λείψανά του αναπαύονται σήμερα στο μοναστήρι του Αγίου Τύχωνος στο Σάουθ Κάναν της Πενσυλβανίας. Πολλοί προσέρχονται εκεί για να τα προσκυνήσουν και να ζητήσουν τις πρεσβείες του Αγίου προς τον φιλάνθρωπο Κύριο. Οδήγησε πλήθος Καρπαθορώσων και Γαλικιανών μεταναστών μέσα από τη σύγχυση του Νέου Κόσμου πίσω στην ενότητα της Ορθοδοξίας. Με τα φιλάνθρωπα λόγια του και το άγιο παράδειγμά του διέλυσε τα σκότη της πλάνης για χιλιάδες ψυχές. Με τις πρεσβείες του ομολογητού πατρός Αλεξίου, αξίωσε και εμάς Κύριε, της επουρανίου σου βασιλείας.