Δωρόθεος Τύρου, ο εκατονταετής μάρτυρας
Σε ηλικία εκατόν επτά ετών, ο γέροντας επίσκοπος Δωρόθεος παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, ύστερα από φρικτά βασανιστήρια. Είχε ποιμάνει την Εκκλησία της Τύρου για περισσότερες από πέντε δεκαετίες, οδηγώντας πλήθος ειδωλολατρών στην αλήθεια του Χριστού. Η πορεία του ξεκίνησε στη φοινικική Τύρο, στα παράλια της βόρειας Παλαιστίνης, όπου ανέλαβε τη χηροτονία γύρω στα τριακόσια τρία μετά Χριστόν. Η αρετή του, η σύνεσή του και η βαθιά γνώση των Γραφών τον ανέδειξαν φωτεινό ποιμένα στη δύσκολη εποχή του Διοκλητιανού.
Όταν ξέσπασε ο φονικός διωγμός κατά της Εκκλησίας, το ποίμνιό του τον παρακάλεσε θερμά να φύγει, για να μη χάσει τον πολύτιμο πατέρα του. Υπακούοντας στον λόγο του Κυρίου που προτρέπει τους διωκόμενους να καταφεύγουν σε άλλη πόλη, αποσύρθηκε στη Θράκη και ασκήτευε εκεί μέχρι να κοπάσει η καταιγίδα. Μόλις ανέβηκε στον θρόνο ο Μέγας Κωνσταντίνος και η Εκκλησία βρήκε ανάπαυση, ο Δωρόθεος επέστρεψε στην επισκοπή του με χαρά και θέρμη. Από εκεί συνέχισε το θεάρεστο έργο του, στηρίζοντας τους αδυνάτους και πρωτοστατώντας στη φροντίδα των χηρών, των ορφανών και των ασθενών.
Ως βαθύς γνώστης τόσο των θύραθεν όσο και των ιερών γραμμάτων, ο Δωρόθεος συνέταξε σπουδαία συγγράμματα στην ελληνική και στη λατινική γλώσσα. Η μεγάλη του μόρφωση και η ικανότητά του στον λόγο τού χάρισαν τη φήμη πολυμαθούς ποιμένα και αξιόλογου ιστορικού συγγραφέα. Συνέγραψε βίους των προφητών και των αποστόλων, καθώς και διάφορα άλλα ωφέλιμα έργα για τους πιστούς της Εκκλησίας. Στις ημέρες μας σώζεται ακόμη ένα εκκλησιαστικό του σύγγραμμα για τους εβδομήντα μαθητές του Κυρίου Ιησού Χριστού.
Έζησε πολλά χρόνια και πρόλαβε να φτάσει μέχρι τη βασιλεία του Ιουλιανού του Παραβάτη, που ξεκίνησε νέο πόλεμο κατά της πίστης. Στην αρχή ο αυτοκράτορας δεν καταδίωκε φανερά τους χριστιανούς, αλλά παρακινούσε τους ομόφρονές του άρχοντες να τους πιέζουν με κάθε τρόπο. Βλέποντας τη νέα θύελλα να σηκώνεται απειλητική πάνω από το ποίμνιό του, ο γέροντας επίσκοπος εγκατέλειψε και πάλι την έδρα της Τύρου. Πέρασε στη Μικρά Ασία και κατέφυγε στην παραθαλάσσια πόλη Ούδο, που βρίσκεται στα σημερινά εδάφη της Βουλγαρίας, κοντά στη Βάρνα.
Όμως ο Θεός δεν τον άφησε κρυμμένο, γιατί τον καλούσε στον στέφανο του μαρτυρίου που του είχε ετοιμάσει. Οι απεσταλμένοι του παράνομου αυτοκράτορα τον εντόπισαν και τον συνέλαβαν μέσα στην πόλη Ούδο της Μικράς Ασίας. Του ζήτησαν να θυσιάσει στα είδωλα, εκείνος όμως αρνήθηκε σταθερά να προδώσει την πίστη του στον αληθινό Θεό. Άρχισαν τότε να τον βασανίζουν ανελέητα με πολλούς και διαφορετικούς τρόπους, παρά τη βαθιά γεροντική του ηλικία. Ο μακάριος ιεράρχης υπέμεινε με θαυμαστή ανδρεία τα φρικτά μαρτύρια, χωρίς να καμφθεί από τους πόνους και τις απειλές.
Μέσα στις βασάνους παρέδωσε την ψυχή του στα χέρια του Κυρίου, γύρω στα τριακόσια εξήντα δύο μετά Χριστόν. Είχε φτάσει τότε σε ηλικία εκατόν επτά ετών, στεφανωμένος με τη διπλή δόξα του ιεράρχη και του μάρτυρα. Εκείνος που είχε καταγράψει τους βίους τόσων αγίων προφητών και αποστόλων, γράφτηκε ο ίδιος πλέον στο βιβλίο της Ζωής. Σήμερα κατοικεί στις ουράνιες σκηνές, μαζί με τους αγίους που τίμησε με τη γραφίδα του στην επίγεια ζωή.