Άγιος Βονιφάτιος, ο Φωτιστής της Γερμανίας

Εικόνα: Άγιος Βονιφάτιος, ο Φωτιστής της Γερμανίας

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Άγιος Βονιφάτιος, ο Φωτιστής της Γερμανίας

Παραμονή της Πεντηκοστής, στις όχθες ενός ποταμίσκου της Φρισλανδίας, εξαγριωμένοι ειδωλολάτρες με γυμνά σπαθιά έσφαξαν τον ιεραπόστολο επίσκοπο μαζί με πενήντα δύο συντρόφους του. Ο ίδιος άνθρωπος είχε προηγουμένως στέψει στη Σουασσόν τον Πεπίνο τον Βραχύ ως πρώτο βασιλιά του ενωμένου κράτους των Φράγκων. Ο Άγιος Βονιφάτιος γεννήθηκε στο Κρέντιτον του Ντέβονσαϊρ της Αγγλίας τον έβδομο αιώνα μετά Χριστόν και αρχικά έφερε το βαπτιστικό όνομα Βινφρίδος.

Σπούδασε στις μονές του Έξετερ και του Νάτσελ, όπου διακρίθηκε στα εκκλησιαστικά γράμματα, στην ποίηση, στη ρητορική και στην ιστορία. Στη συνέχεια διέπρεψε ως καθηγητής μοναστηριακών σχολών και συνέταξε την πρώτη Λατινική Γραμματική που γνώρισε ποτέ η Βρετανία. Στα τριάντα του χρόνια, όταν είχε ήδη γίνει μοναχός με το όνομα Βονιφάτιος, χειροτονήθηκε ιερέας από την Εκκλησία. Από εκείνη τη στιγμή επιδόθηκε με μεγάλο ζήλο και αξιοθαύμαστη επιτυχία στο κήρυγμα του θείου λόγου.

Η φήμη του απλώθηκε γρήγορα και τράβηξε κοντά του πολλούς νέους που αναζητούσαν αληθινό πνευματικό οδηγό. Ο πόθος όμως της ιεραποστολής τον έκανε να στρέψει σύντομα το βλέμμα του προς τους ειδωλολατρικούς λαούς της ηπειρωτικής Ευρώπης. Το επτακόσια δεκαέξι μετά Χριστόν, με την ευλογία του ηγουμένου Βινβέρτου της μονής του Νάτσελ, ξεκίνησε για τη Φρισλανδία ώστε να κηρύξει τον Χριστό στους εκεί ειδωλολάτρες. Ο πόλεμος όμως που ξέσπασε ανάμεσα στον τοπικό βασιλιά Ράντμποντ και τον Κάρολο Μαρτέλο τον ανάγκασε να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία.

Όταν λίγο αργότερα ο Βινβέρτος εκοιμήθη, η μοναστική αδελφότητα του Νάτσελ τον εξέλεξε ηγούμενο, αλλά ο ίδιος αποποιήθηκε το αξίωμα. Επιθυμούσε με όλη του την ψυχή να αφοσιωθεί στην εξωτερική ιεραποστολή και να μεταφέρει το ευαγγέλιο στα μακρινά έθνη. Έτσι, το επτακόσια δεκαεννέα μετά Χριστόν, αφού πήρε τη σχετική άδεια του πάπα Γρηγορίου του Δευτέρου, ξεκίνησε ξανά για τη Γερμανία. Πέρασε τις Κάτω Άλπεις και τη Βαυαρία και έφτασε στη Θουριγγία, από όπου άρχισε το αποστολικό του έργο.

Όχι μόνο βάπτισε πολυάριθμους ειδωλολάτρες, αλλά βοήθησε και τους χριστιανούς της Βαυαρίας να απαλλαγούν από διάφορες πλάνες και κακοδοξίες. Το κήρυγμά του ήταν θερμό, ξεκάθαρο και γεμάτο πειστικότητα, ώστε οι ακροατές του να ανοίγουν την καρδιά τους. Όταν έμαθε πως ο Ράντμποντ είχε πεθάνει και ο Κάρολος Μαρτέλος είχε γίνει κύριος της Φρισλανδίας, έσπευσε εκεί και ενίσχυσε την ιεραποστολή του αγίου Βιλλιβρόρδου. Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε πάλι στα γερμανικά εδάφη, όπου βάπτισε πλήθη ειδωλολατρών και έχτισε πολλές εκκλησίες.

Συγκρότησε επίσης ζωντανές χριστιανικές κοινότητες στην Έσση και στη Σαξονία, οργανώνοντας με τάξη τη νέα εκκλησιαστική ζωή. Το επτακόσια είκοσι τρία μετά Χριστόν, υπακούοντας σε κλήση του πάπα, πήγε στη Ρώμη και ο ποντίφικας τον χειροτόνησε επίσκοπο. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, εγκατέστησε την έδρα του στη Μαγεντία και συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την ευαγγελική του διακονία. Το επτακόσια τριάντα δύο μετά Χριστόν, ο νέος πάπας Γρηγόριος ο Τρίτος τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο και πριμάτο της Γερμανικής Εκκλησίας.

Του παραχώρησε μάλιστα το δικαίωμα να εκλέγει και να καθιστά επισκόπους σε όλη την περιοχή της δικαιοδοσίας του. Έπειτα από έξι χρόνια ξαναπήγε στη Ρώμη και ενημέρωσε τον πάπα για τις επιτυχίες αλλά και για τα προβλήματα της ιεραποστολικής του διακονίας. Τότε ο ποντίφικας τον ονόμασε λεγάτο της αποστολικής έδρας για την ευρύτερη γερμανική περιοχή. Όταν γύρισε στη Γερμανία, ο δούκας Οντίλο τον κάλεσε στη Βαυαρία για να λύσει σοβαρά εκκλησιαστικά προβλήματα της περιοχής με τη γνώση και την εμπειρία του.

Ίδρυσε εκεί τέσσερις επισκοπές για την καλύτερη διαποίμανση των χριστιανών και άλλες τρεις στη Θουριγγία, στην Έσση και στη Φραγκονία. Η σαγηνευτική του πνευματική προσωπικότητα επηρέασε τόσο βαθιά τον Καρλομάνο, γιο του Καρόλου Μαρτέλου και βασιλιά της Αυστρασίας, ώστε ο τελευταίος εγκατέλειψε τον θρόνο του. Παραχώρησε το βασίλειό του στον νεότερο αδελφό του Πεπίνο τον Βραχύ και έγινε ταπεινός μοναχός στη Ρώμη. Την κούρα του τέλεσε ο πάπας Ζαχαρίας και ο νέος μοναχός εγκαταβίωσε αρχικά στη μονή του Αγίου Σιλβέστρου στο όρος Σοράκτο.

Επειδή όμως εκεί συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και ευγενείς, αποσύρθηκε ύστερα στη μονή του Μοντεκασσίνο. Στο νέο αυτό μοναστικό περιβάλλον έζησε με άκρα ταπείνωση και ανέλαβε τα πιο ευτελή διακονήματα της αδελφότητας. Αποβίωσε το επτακόσια πενήντα πέντε μετά Χριστόν στη γαλλική πόλη Βιέν, όπου είχε σταλεί για κάποιες υποθέσεις της μονής του. Ο αδελφός του Πεπίνος συνέχισε εν τω μεταξύ να στηρίζει τον ιεραπόστολο επίσκοπο με κάθε τρόπο. Ο Πεπίνος ο Βραχύς ανακηρύχθηκε πρώτος βασιλιάς του ενωμένου κράτους των Φράγκων και η στέψη του έγινε το επτακόσια πενήντα ένα μετά Χριστόν στη Σουασσόν.

Την τέλεσε ο ίδιος ο άγιος Βονιφάτιος, τον οποίο ο νέος βασιλιάς σεβόταν απεριόριστα και θεωρούσε πνευματικό του πατέρα. Για την ευρύτερη εξάπλωση της πίστεως στα ημιάγρια γερμανικά φύλα, ο άγιος ιεράρχης κάλεσε από τη Βρετανία ευσεβείς άνδρες και γυναίκες. Αυτοί ασχολήθηκαν εντατικά και συστηματικά με την ιεραποστολή και ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι άγιοι Βιγκβέρτος, Βουρχάρδος, Βιλλιβάλδος, Λούλλος, Θέκλα, Μπερτιγκίτα, Κοντρούδη και Λαϊόβα. Η οσία Λαϊόβα ήταν ανιψιά του αγίου Βονιφατίου και ήρθε στη Γερμανία μαζί με τριάντα ακόμη Βρετανίδες μοναχές.

Με τη βοήθεια όλων αυτών των ιερών προσώπων ο άγιος εδραίωσε τον χριστιανισμό και οργάνωσε διοικητικά την εκκλησιαστική επαρχία του. Εκτός από επισκοπές, ίδρυσε και πολλές μονές, όπως τα γνωστά αβαεία του Όρφορντ, της Φούλδης και άλλα. Με την υποστήριξη του βασιλιά Πεπίνου πρωταγωνίστησε ακόμη στην προσπάθεια ανορθώσεως της Φραγκικής Εκκλησίας. Εκείνη παρουσίαζε τότε εικόνα ολοκληρωτικής καταπτώσεως και απαιτούσε ριζική ανανέωση και επιστροφή στις αληθινές ευαγγελικές αρχές.

Σώζονται πολλές επιστολές του αγίου Βονιφατίου με αξιόλογο πνευματικό και ιστορικό περιεχόμενο για την Εκκλησία της εποχής. Στον ηγούμενο Αλδέριο γράφει και τον παρακαλεί να μνημονεύει στη θεία λειτουργία τους ιεραποστόλους που θυσιάστηκαν για τη δόξα του Χριστού. Σε άλλη επιστολή του προς μία μοναχή βεβαιώνει ότι ποθούσε να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του για τον Κύριο. Σε γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας Κουθβέρτο καταλήγει με λόγια που συγκλονίζουν για τη δύναμη και την ειλικρίνειά τους.

«Ας αγωνιστούμε για τον Κύριο σε τούτες τις πικρές και οδυνηρές ημέρες της εποχής μας», γράφει με πόνο. Ζητά να πεθάνουν για τις άγιες εντολές των πατέρων τους, ώστε να κληρονομήσουν, όπως εκείνοι, την αιώνια ζωή. Ας μην είμαστε σκυλιά άφωνα, φύλακες κοιμισμένοι ή μισθωτοί που τρέπονται σε φυγή μόλις δουν τον λύκο. Καλεί τους ποιμένες να είναι άγρυπνοι και ευσυνείδητοι και να κηρύσσουν το ευαγγέλιο σε όλους. Σε μικρούς και μεγάλους, σε πλούσιους και σε φτωχούς, ζώντας μέσα στον κόσμο χωρίς όμως να ανήκουν στον κόσμο.

Το επτακόσια πενήντα τέσσερα μετά Χριστόν, με έγκριση του πάπα Στεφάνου του Δευτέρου, χειροτόνησε και άφησε διάδοχό του στη Γερμανία τον συνεργάτη του, άγιο Λούλλο. Ο ίδιος, φλογερός εργάτης του φωτισμού των απίστων, πήρε μαζί του μια ομάδα ζηλωτών της ιεραποστολής. Τράβηξε για την ανατολική Φρισλανδία, όπου μέσα σε έναν μόνο χρόνο μετέστρεψε και βάπτισε αρκετές χιλιάδες ειδωλολατρών της περιοχής. Εκεί όμως έλαβε και το στεφάνι του μαρτυρίου, που τόσο πολύ ποθούσε από τα νεανικά του χρόνια.

Στις πέντε Ιουνίου του επτακόσια πενήντα πέντε μετά Χριστόν, παραμονή της αγίας Πεντηκοστής, ετοιμαζόταν να τελέσει το μυστήριο του χρίσματος. Οι νέοι χριστιανοί τον περίμεναν στις όχθες ενός μικρού ποταμού για να δεχθούν τη σφραγίδα της δωρεάς του Αγίου Πνεύματος. Τότε εξαγριωμένοι ειδωλολάτρες με γυμνά σπαθιά επιτέθηκαν εναντίον του ιεραποστολικού καταυλισμού με φοβερή μανία. Έσφαξαν όλους τους εργάτες του ευαγγελίου, συνολικά πενήντα δύο ψυχές, ανάμεσά τους τον άγιο Βονιφάτιο και τον επίσκοπο Εοβανό.

Μαζί τους μαρτύρησαν τρεις ιερείς, τρεις διάκονοι, τέσσερις μοναχοί και σαράντα λαϊκοί πιστοί, που σφράγισαν με το αίμα τους την πίστη. findall(r'[0-9]|[Α-Ω]΄|μ\. Χ\. |π\. Χ\

! ? ; ) I see I have "μ.

Χ Χ. , π. Χ. - but "προ Χριστού" is allowed

findall(r'[Α-Ω]+΄', text) findall(r'μ\. Χ\ Χ. 1.

I used "μ. Χ Do not write 'μετά Χριστόν' I used "μετά Χριστόν" in the text. 2.

Χ Παραμονή της Πεντηκοστής, στις όχθες ενός ποταμίσκου της Φρισλανδίας, εξαγριωμένοι ειδωλολάτρες έσφαξαν τον ιεραπόστολο επίσκοπο μαζί με πενήντα δύο συντρόφους του. Ο ίδιος άνθρωπος είχε προηγουμένως στέψει στη Σουασσόν τον Πεπίνο τον Βραχύ ως πρώτο βασιλιά του ενωμένου κράτους των Φράγκων. Ο Άγιος Βονιφάτιος γεννήθηκε στο Κρέντιτον του Ντέβονσαϊρ της Αγγλίας τον έβδομο αιώνα και αρχικά έφερε το βαπτιστικό όνομα Βινφρίδος. Σπούδασε στις μονές του Έξετερ και του Νάτσελ, όπου διακρίθηκε στα εκκλησιαστικά γράμματα, στην ποίηση, στη ρητορική και στην ιστορία.

Στη συνέχεια διέπρεψε ως καθηγητής μοναστηριακών σχολών και συνέταξε την πρώτη Λατινική Γραμματική που γνώρισε ποτέ η Βρετανία. Στα τριάντα του χρόνια, όταν είχε ήδη γίνει μοναχός με το νέο όνομα Βονιφάτιος, χειροτονήθηκε ιερέας από την Εκκλησία. Από εκείνη τη στιγμή επιδόθηκε με μεγάλο ζήλο και αξιοθαύμαστη επιτυχία στο κήρυγμα του θείου λόγου του Χριστού. Η φήμη του απλώθηκε γρήγορα και τράβηξε κοντά του πολλούς νέους που αναζητούσαν αληθινό πνευματικό οδηγό.

Ο πόθος όμως της ιεραποστολής τον έκανε σύντομα να στρέψει το βλέμμα προς τους ειδωλολατρικούς λαούς της ηπειρωτικής Ευρώπης. Το επτακόσια δεκαέξι, με την ευλογία του ηγουμένου Βινβέρτου της μονής του Νάτσελ, ξεκίνησε για τη Φρισλανδία ώστε να κηρύξει εκεί τον Χριστό. Ο πόλεμος όμως που ξέσπασε ανάμεσα στον τοπικό βασιλιά Ράντμποντ και τον Κάρολο Μαρτέλο τον ανάγκασε να επιστρέψει πίσω στην Αγγλία. Όταν λίγο αργότερα ο Βινβέρτος εκοιμήθη, η μοναστική αδελφότητα του Νάτσελ τον εξέλεξε ηγούμενο, αλλά ο ίδιος αρνήθηκε το αξίωμα.

Επιθυμούσε με όλη του την ψυχή να αφοσιωθεί στην εξωτερική ιεραποστολή και να μεταφέρει το ευαγγέλιο στα μακρινά έθνη. Έτσι, το επτακόσια δεκαεννέα, αφού πήρε τη σχετική άδεια του πάπα Γρηγορίου του Δευτέρου, ξεκίνησε ξανά για τη Γερμανία. Πέρασε τις Κάτω Άλπεις και τη Βαυαρία και έφτασε στη Θουριγγία, από όπου άρχισε το αποστολικό του έργο. Όχι μόνο βάπτισε πολυάριθμους ειδωλολάτρες, αλλά βοήθησε και τους χριστιανούς της Βαυαρίας να απαλλαγούν από διάφορες πλάνες και κακοδοξίες.

Το κήρυγμά του ήταν θερμό, ξεκάθαρο και γεμάτο πειστικότητα, ώστε οι ακροατές του να ανοίγουν την καρδιά τους στον λόγο του. Πολλοί τον αναγνώρισαν αμέσως ως αληθινό απεσταλμένο του Θεού και αφέθηκαν με εμπιστοσύνη στις πνευματικές του διδαχές. Όταν έμαθε πως ο Ράντμποντ είχε πεθάνει και ο Κάρολος Μαρτέλος είχε γίνει κύριος της Φρισλανδίας, έσπευσε εκεί και ενίσχυσε την ιεραποστολή του αγίου Βιλλιβρόρδου. Τρία χρόνια αργότερα επέστρεψε πάλι στα γερμανικά εδάφη, όπου βάπτισε πλήθη ειδωλολατρών και έχτισε πολλές νέες εκκλησίες.

Συγκρότησε επίσης ζωντανές χριστιανικές κοινότητες στην Έσση και στη Σαξονία, οργανώνοντας με τάξη την εκκλησιαστική ζωή. Το επτακόσια είκοσι τρία, υπακούοντας σε κλήση του πάπα της Ρώμης, πήγε εκεί και χειροτονήθηκε επίσκοπος από τον ίδιο τον ποντίφικα. Επιστρέφοντας στη Γερμανία, εγκατέστησε την έδρα του στη Μαγεντία και συνέχισε με μεγαλύτερη ένταση την ευαγγελική του διακονία. Το επτακόσια τριάντα δύο, ο νέος πάπας Γρηγόριος ο Τρίτος τον προήγαγε σε αρχιεπίσκοπο και πριμάτο της Γερμανικής Εκκλησίας.

Του παραχώρησε μάλιστα το δικαίωμα να εκλέγει και να καθιστά επισκόπους σε όλη την περιοχή της δικαιοδοσίας του. Έπειτα από έξι χρόνια ξαναπήγε στη Ρώμη και ενημέρωσε τον πάπα για τις επιτυχίες αλλά και τα προβλήματα της διακονίας του. Τότε ο ποντίφικας τον ονόμασε λεγάτο της αποστολικής έδρας για την ευρύτερη γερμανική περιοχή της Ευρώπης. Όταν γύρισε στη Γερμανία, ο δούκας Οντίλο τον κάλεσε στη Βαυαρία για να λύσει σοβαρά εκκλησιαστικά προβλήματα της περιοχής με τη γνώση του.

Ίδρυσε εκεί τέσσερις επισκοπές για την καλύτερη διαποίμανση των χριστιανών και άλλες τρεις στη Θουριγγία, στην Έσση και στη Φραγκονία. Η σαγηνευτική του πνευματική προσωπικότητα επηρέασε τόσο βαθιά τον Καρλομάνο, γιο του Καρόλου Μαρτέλου και βασιλιά της Αυστρασίας, ώστε ο τελευταίος εγκατέλειψε τον θρόνο. Παραχώρησε το βασίλειό του στον νεότερο αδελφό του Πεπίνο τον Βραχύ και έγινε ταπεινός μοναχός στη Ρώμη. Την κούρα του τέλεσε ο πάπας Ζαχαρίας, ενώ ο νέος μοναχός εγκαταβίωσε αρχικά στη μονή του Αγίου Σιλβέστρου.

Η μονή βρισκόταν στο όρος Σοράκτο της κεντρικής Ιταλίας και ήταν προσφιλής τόπος ησυχίας και πνευματικής σιωπής. Επειδή όμως εκεί συνέρρεαν πολλοί επισκέπτες και Ρωμαίοι ευγενείς, αποσύρθηκε ύστερα στη μονή του Μοντεκασσίνο. Στο νέο μοναστικό περιβάλλον έζησε με άκρα ταπείνωση και ανέλαβε τα πιο ευτελή διακονήματα της αδελφότητας. Αποβίωσε στη γαλλική πόλη Βιέν, όπου είχε σταλεί για κάποιες υποθέσεις της μονής του στο εξωτερικό. Ο αδελφός του Πεπίνος συνέχισε εν τω μεταξύ να στηρίζει τον ιεραπόστολο επίσκοπο με κάθε τρόπο και σε κάθε δυσκολία.

Ο Πεπίνος ο Βραχύς ανακηρύχθηκε πρώτος βασιλιάς του ενωμένου κράτους των Φράγκων και η στέψη του έγινε στη Σουασσόν. Την τέλεσε ο ίδιος ο άγιος Βονιφάτιος, τον οποίο ο νέος βασιλιάς σεβόταν απεριόριστα και θεωρούσε πνευματικό του πατέρα. Για την ευρύτερη εξάπλωση της χριστιανικής πίστεως στα ημιάγρια γερμανικά φύλα, ο άγιος κάλεσε από τη Βρετανία ευσεβείς συνεργάτες. Άνδρες και γυναίκες ασχολήθηκαν εντατικά και συστηματικά με την ιεραποστολή στις απομακρυσμένες και δύσκολες περιοχές της Γερμανίας.

Ανάμεσά τους ξεχώρισαν οι άγιοι Βιγκβέρτος, Βουρχάρδος, Βιλλιβάλδος, Λούλλος, Θέκλα, Μπερτιγκίτα, Κοντρούδη και Λαϊόβα, που πρόσφεραν πολλά. Η οσία Λαϊόβα ήταν ανιψιά του αγίου Βονιφατίου και ήρθε στη Γερμανία μαζί με τριάντα ακόμη Βρετανίδες μοναχές. Με τη βοήθεια όλων αυτών των ιερών προσώπων ο άγιος εδραίωσε τον χριστιανισμό και οργάνωσε διοικητικά την επαρχία του. Εκτός από επισκοπές, ίδρυσε και πολλές μονές, όπως τα γνωστά αβαεία του Όρφορντ, της Φούλδης και πολλά άλλα.

Με την υποστήριξη του βασιλιά Πεπίνου πρωταγωνίστησε ακόμη στην προσπάθεια ανορθώσεως και εξυγιάνσεως της Φραγκικής Εκκλησίας. Εκείνη παρουσίαζε τότε εικόνα ολοκληρωτικής καταπτώσεως και διαλύσεως και απαιτούσε ριζική επιστροφή στις ευαγγελικές αρχές. Σώζονται πολλές επιστολές του αγίου Βονιφατίου με αξιόλογο πνευματικό και ιστορικό περιεχόμενο για την Εκκλησία της εποχής εκείνης. Στον ηγούμενο Αλδέριο γράφει και τον παρακαλεί να μνημονεύει στη θεία λειτουργία τους ιεραποστόλους που θυσιάστηκαν για τη δόξα του Χριστού.

Σε άλλη επιστολή του προς μία μοναχή βεβαιώνει ότι ποθούσε να θυσιάσει ακόμη και τη ζωή του ολόκληρη για τον Κύριο. Σε γράμμα του προς τον αρχιεπίσκοπο Καντουαρίας Κουθβέρτο καταλήγει με λόγια που συγκλονίζουν για τη δύναμη και την ειλικρίνειά τους. «Ας αγωνιστούμε για τον Κύριο σε τούτες τις πικρές και οδυνηρές ημέρες της εποχής μας», γράφει ο άγιος με πόνο. Ζητά να πεθάνουν για τις άγιες εντολές των πατέρων τους, ώστε να κληρονομήσουν, όπως εκείνοι, την αιώνια ζωή.

Λέει ακόμη να μην είναι σαν σκυλιά άφωνα ή φύλακες κοιμισμένοι ή μισθωτοί που τρέπονται σε φυγή. Καλεί όλους τους ποιμένες να είναι άγρυπνοι και ευσυνείδητοι και να κηρύσσουν παντού το ευαγγέλιο του Κυρίου. Σε μικρούς και μεγάλους, σε πλούσιους και σε φτωχούς, να ζουν μέσα στον κόσμο χωρίς όμως να ανήκουν σε αυτόν τον κόσμο. Το επτακόσια πενήντα τέσσερα, με έγκριση του πάπα Στεφάνου του Δευτέρου, χειροτόνησε και άφησε διάδοχό του τον συνεργάτη του άγιο Λούλλο. Ο ίδιος, φλογερός εργάτης του φωτισμού των απίστων, πήρε μαζί του μια ομάδα ζηλωτών της αγίας ιεραποστολής. Τράβηξε για την ανατολική Φρισλανδία, όπου μέσα σε έ

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

Βίοι Αγίων

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.