Ο Άγιος Λουκιλλιανός και οι συναθλητές του

Ο Άγιος Λουκιλλιανός και οι συναθλητές του

Ένας γέροντας ειδωλολάτρης ιερέας, με λευκά μαλλιά και σεβάσμια όψη, εγκατέλειψε ξαφνικά τους βωμούς και έγινε κήρυκας του Χριστού. Στη φυλακή της Νικομήδειας συνάντησε τέσσερα παιδιά, που μαζί του βγήκαν σώα από καμίνι αναμμένο, σαν τους τρεις Παίδες της Βαβυλώνας. Ο Λουκιλλιανός έζησε στα χρόνια του Ρωμαίου αυτοκράτορα Αυρηλιανού και υπηρετούσε για δεκαετίες στα ειδωλολατρικά ιερά κοντά στη Νικομήδεια. Εκεί πέρασε σχεδόν όλη του τη ζωή, βυθισμένος στην πολυθεΐα και στη λατρεία των ψεύτικων θεών.

Όμως η χάρη του Χριστού, που θέλει όλους τους ανθρώπους να σωθούν, άγγιξε βαθιά την ψυχή του γέροντα ιερέα. Κατάλαβε την απάτη των δαιμόνων και την πλάνη των ειδώλων και άνοιξαν τα μάτια του στην αλήθεια. Πίστεψε στον έναν αληθινό Θεό, στον Κύριο ημών Ιησού Χριστό, και απαρνήθηκε με τόλμη τα είδωλα της νιότης του. Έλαβε το άγιο βάπτισμα και ανανεώθηκε στα γεράματα η νεότητά του, καθώς λέει ο ψαλμωδός για τον αετό. Με ζήλο νεανικό άρχισε αμέσως να φανερώνει στους συμπολίτες του τη ματαιότητα και τον όλεθρο της παλιάς θρησκείας.

Δίδασκε με γλυκύτητα και έπειθε πολλούς να γνωρίσουν τον αληθινό Θεό. Πολλοί ειδωλολάτρες, βλέποντας την αλλαγή του γέροντα, εγκατέλειψαν τα είδωλα και ζήτησαν το άγιο βάπτισμα. Έγινε για όλους παράδειγμα ζωντανής μετάνοιας και αληθινής επιστροφής στον Χριστό. Οι τοπικοί Ιουδαίοι όμως, βλέποντας τη μεταστροφή του και την πληθώρα των νέων χριστιανών, γέμισαν ζήλια και θυμό. Από κακία και φθόνο συκοφάντησαν τον γέροντα και τον παρέδωσαν στον ηγεμόνα Σιλβανό της Νικομήδειας.

Ο άρχοντας τον πίεζε σκληρά να αρνηθεί τον Χριστό και να επιστρέψει στα είδωλα. Ο γέροντας όμως στάθηκε ακλόνητος και ομολόγησε τον Κύριο μπροστά σε όλους. Τότε ο ηγεμόνας οργίστηκε και τον παρέδωσε σε πολλά και φοβερά βασανιστήρια. Του τσάκισαν τα σαγόνια, τον χτύπησαν ανελέητα με ραβδιά και τον κρέμασαν ανάποδα, με το κεφάλι προς τη γη. Μετά από αυτά τα φρικτά βασανιστήρια, οι στρατιώτες έσυραν τον μάρτυρα στη σκοτεινή φυλακή.

Εκεί ο Λουκιλλιανός βρήκε τέσσερα νέα παιδιά, που ήταν δεμένα για την πίστη τους στον Χριστό. Ονομάζονταν Κλαύδιος, Υπάτιος, Παύλος και Διονύσιος και είχαν συλληφθεί επειδή ομολόγησαν δημόσια τον Σωτήρα. Ο γέροντας τα αγκάλιασε σαν παιδιά του και άρχισε να τους μιλάει με χαρά για τον Χριστό. Τους θύμιζε την αιώνια ανταπόδοση στους ουρανούς και τους έλεγε να μη φοβούνται τις πρόσκαιρες τιμωρίες. Τους παρακινούσε να μη λυπούνται την ανθισμένη τους νιότη για χάρη του Νυμφίου τους, που ετοιμάζει ατέλειωτη μακαριότητα.

Όλοι μαζί προσεύχονταν μέρα και νύχτα και παρηγορούσαν ο ένας τον άλλον με την ελπίδα του Χριστού. Πέρασαν αρκετές ημέρες μέσα στη σιωπή και στη νηστεία της φυλακής, με την καρδιά τους όμως γεμάτη ουράνια αγαλλίαση. Έπειτα οι στρατιώτες τους έσυραν ξανά μπροστά στον ηγεμόνα Σιλβανό για νέα ανάκριση. Τους βασάνισαν όλους μαζί με σκληρότητα και τους έριξαν σε ένα φοβερό, αναμμένο καμίνι. Όμως ο παντοδύναμος Θεός φανέρωσε επάνω τους ένα θαύμα μεγάλο, σαν αυτό των τριών Παίδων στη Βαβυλώνα.

Η φωτιά μεταβλήθηκε ξαφνικά σε δροσιά και η φλόγα έγινε σαν πρωινή πάχνη. Από τον ουρανό έπεσε πλούσια βροχή και έσβησε ολότελα την κάμινο των απίστων. Έτσι ο γέροντας Λουκιλλιανός και τα τέσσερα παιδιά βγήκαν σώοι, χωρίς να αγγίξει η φωτιά τα ρούχα τους. Οι ειδωλολάτρες όμως, τυφλωμένοι από την απιστία και την κακία τους, αρνήθηκαν να δοξάσουν τον αληθινό Θεό. Απέδωσαν το πανέξοχο αυτό θαύμα σε μαγείες των χριστιανών και όχι στη δύναμη του Κυρίου.

Τότε ο άδικος κριτής έβγαλε καταδικαστική απόφαση και τους έστειλε στο Βυζάντιο, για να εκτελεστούν εκεί. Μετά από κουραστική και επώδυνη πορεία έφτασαν δεμένοι στην πόλη του Βυζαντίου. Τα τέσσερα άγια παιδιά αποκεφαλίστηκαν με ξίφος και έλαβαν τον αμαράντινο στέφανο της δόξας. Τον γέροντα Λουκιλλιανό τον σταύρωσαν με πολλά καρφιά καρφωμένα σε όλο του το σώμα. Έτσι ο γενναίος αθλητής παρέδωσε το πνεύμα του στον Δεσπότη Χριστό επάνω στον σταυρό.

Στο μαρτυρικό αυτό στεφάνι των πέντε αθλητών προστέθηκε και η αγία παρθένος Παύλα. Είχε γεννηθεί από χριστιανούς γονείς και από τη νεότητά της έτρεφε φλογερή αγάπη για τον Χριστό. Φύλαξε καθαρή την παρθενία της για τον αθάνατο Νυμφίο και προσπαθούσε να γίνει άξια του ουράνιου νυμφώνα. Έμεινε ορφανή μετά τον θάνατο των γονιών της και κληρονόμησε αρκετή περιουσία, την οποία διέθεσε ολόκληρη στους φυλακισμένους χριστιανούς. Πλήρωνε με χρυσάφι τους φύλακες των φυλακών για να μπαίνει μέσα και να συναντά τους κρατούμενους μάρτυρες.

Έφερνε φαγητό και νερό σε όσους υπέφεραν από την πείνα και τη δίψα μέσα στα κελιά. Έντυνε με ρούχα τους γυμνούς και έπλενε τις πληγές των μαρτύρων με ζεστό νερό. Άλειφε τα τραύματά τους με θεραπευτικά έμπλαστρα και τα έδενε με καθαρά λευκά πανιά. Φιλούσε με ευλάβεια τις πληγές που είχαν δεχτεί για χάρη του Χριστού. Με δάκρυα τους παρακαλούσε να προσεύχονται γι' αυτήν, ώστε ο Κύριος να μην της στερήσει το έλεός Του.

Η εκλεκτή αυτή νύμφη του Χριστού επισκέφθηκε και τον γέροντα Λουκιλλιανό με τα τέσσερα παιδιά στη φυλακή της Νικομήδειας. Άκουγε με προσοχή τις σοφές διδαχές του και θησαύριζε στην καρδιά της κάθε λόγο του. Όταν βασάνιζαν τους αγίους δημόσια, στεκόταν εκεί κοντά και παρακολουθούσε με σπαραγμό κάθε στιγμή του μαρτυρίου τους. Μυστικά μέσα της προσευχόταν θερμά στον Χριστό να ενισχύσει τους δούλους Του ως το τέλος. Όταν διαλυόταν ο όχλος μετά τις φρικτές εκτελέσεις, εκείνη πλησίαζε τον τόπο του αίματος.

Μάζευε με ευλάβεια το αίμα των μαρτύρων από το χώμα και το φύλαγε σαν πολύτιμο αγίασμα. Ακολούθησε τον γέροντα και τα τέσσερα παιδιά στην πορεία τους μέχρι το Βυζάντιο και τους υπηρέτησε. Όταν αποκεφάλισαν τα παιδιά, η αγία πήρε τα τίμια σώματά τους και τα έθαψε με σεβασμό. Μετά την κοίμηση του Αγίου Λουκιλλιανού γύρισε πάλι στη Νικομήδεια και συνέχισε την ίδια διακονία. Οι ειδωλολάτρες όμως έμαθαν γρήγορα ότι ήταν χριστιανή και την οδήγησαν δεμένη στον ηγεμόνα.

Ο Σιλβανός την υποδέχτηκε με κολακείες και απειλές, αλλά εκείνη έμεινε ακλόνητη στην πίστη της. Τότε διέταξε να τη χτυπήσουν σκληρά με ραβδιά και βέργες πάνω στο γυμνό κορμί της. Όταν εξαντλήθηκε σωματικά από τα τραύματα, αλλά όχι ψυχικά, παρουσιάστηκε άγγελος Κυρίου και τη θεράπευσε. Επανήλθε αμέσως η σωματική της υγεία και φάνηκε ακόμη πιο γενναία στα νέα βασανιστήρια. Έπειτα τη χτύπησαν άγρια στο στόμα, επειδή είχε ελέγξει τον τύραννο με υβριστικά λόγια.

Στη συνέχεια τη φυλάκισαν και πάλι, και ύστερα την έριξαν μέσα σε αναμμένο καμίνι. Όμως η αγία βγήκε σώα, γιατί η δύναμη του Θεού νίκησε τη δύναμη της φωτιάς. Τέλος ο μανιασμένος ηγεμόνας την καταδίκασε σε αποκεφαλισμό και την έστειλε στο Βυζάντιο για την εκτέλεση. Έφτασε στον ίδιο τόπο όπου είχε σταυρωθεί ο γέροντας Λουκιλλιανός με τα παιδιά για τον Χριστό. Εκεί ευχαρίστησε θερμά τον Θεό, που την αξίωσε να ενωθεί με τους αγαπημένους της μάρτυρες. Έκλινε με χαρά την παρθενική της κεφαλή και έλαβε τον διπλό στέφανο της παρθενίας και του μαρτυρίου.

Το διάβασαν1μοναδικός αναγνώστης

Θέματα

Βίοι Αγίων

Εγγραφή στο κανάλι Optiko

Τα στοιχεία αυτά θα χρησιμεύσουν αργότερα για ενημερωτικό υλικό που θα στέλνεται από την ιστοσελίδα μας στο email σας, ώστε να μένετε πάντοτε συνδεδεμένοι με το Optiko και με ό,τι καινούργιο βγαίνει σε αυτό. Το email αποθηκεύεται τοπικά με ασφάλεια και δεν εμφανίζεται δημόσια.