Ο Άγιος Λουκιανός του Μπωβαί και η Μαρτυρική Πορεία προς τη Δύση
Κρατώντας στα χέρια του την αποκομμένη κεφαλή του, ο Άγιος Λουκιανός περπάτησε ζωντανός μέχρι τον τόπο της ταφής του δίπλα στον ποταμό Φάρα. Πεντακόσιοι ειδωλολάτρες πίστεψαν στον Χριστό εκείνη την ημέρα, ενώ προηγουμένως είχε φέρει στην πίστη περίπου τριάντα χιλιάδες ψυχές στο Βέλγιο. Ο άγιος καταγόταν από τη Ρώμη και η αρχική του ονομασία ήταν Λούκιος, προς τιμήν του ένδοξου ανθυπάτου από τον οποίο κρατούσε τη γενιά του. Όταν τον βάφτισε ο απόστολος Πέτρος, του δόθηκε το νέο όνομα Λουκιανός, που σημαίνει φωτεινός και λαμπρός.
Διδάχθηκε την ελληνική και τη ρωμαϊκή σοφία, αλλά τη γνώση της αλήθειας την αντλούσε αποκλειστικά από τον κορυφαίο των αποστόλων. Μετά το μαρτύριο του διδασκάλου του, ο Λουκιανός περιόδευσε σε πολλούς τόπους της Ιταλίας σπέρνοντας τον λόγο του Θεού. Στη Ρώμη τότε έφτασε ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης, για να συναντήσει τους αποστόλους, όμως δεν τους πρόλαβε ζωντανούς. Τον υποδέχθηκε με αγάπη ο πάπας Κλήμης, που θεώρησε ευλογημένη ευκαιρία να σταλούν ιεραπόστολοι στις δυτικές χώρες.
Ανάμεσα στους εκλεκτούς συνεργάτες ξεχώρισε ο Λουκιανός, τον οποίο χειροτόνησε επίσκοπο. Ο πάπας Κλήμης παρακάλεσε τον Διονύσιο να αναλάβει την ιεραποστολή στη Δύση, καθώς ο θερισμός ήταν πολύς και οι εργάτες ελάχιστοι. Συγκέντρωσε γύρω του ανθρώπους ενάρετους και φωτισμένους, ώστε να συνοδεύσουν τον Αρεοπαγίτη στον μεγάλο αυτόν αγώνα. Ο Λουκιανός ορίστηκε συνοδοιπόρος και συναγωνιστής, μαζί με τον Μαρκελλίνο, τον Σατουρνίνο, τον πρεσβύτερο Μαξιανό και τον διάκονο Ιουλιανό.
Ο πάπας τους ευλόγησε με θερμά λόγια, λέγοντας ότι αμέτρητος λαός από τα έθνη θα κερδιζόταν δι’ αυτών για τον Κύριο. Η αγία συνοδεία ξεκίνησε το κήρυγμα από την Ιταλία, διασχίζοντας πόλεις και χωριά. Κοντά στην Πάρμα ο Λουκιανός κήρυξε ενάντια στη λατρεία των ειδώλων, και οι ντόπιοι τον συνέλαβαν και τον έριξαν στη φυλακή. Εκείνος ψαλμωδούσε με αγαλλίαση, παρακαλώντας τον Θεό να μην του στερήσει τους συνοδοιπόρους του στον δρόμο του μαρτυρίου. Χριστιανοί τον απελευθέρωσαν νύχτα και τον οδήγησαν πάλι στους συντρόφους του.
Όλοι μαζί έφτασαν στην Παβία, όπου ξεκούρασαν τα μέλη τους από τους κόπους. Συνέχισαν με θαύματα και σημεία, οδηγώντας χιλιάδες ανθρώπους στην πίστη του Χριστού μέσα σε σύντομο χρονικό διάστημα. Φτάνοντας στην ακτή, οι ιεραπόστολοι μπήκαν σε πλοίο και αποβιβάστηκαν στο λιμάνι της Αρελάτης, όπου τους υποδέχθηκαν με φιλοξενία και τιμή οι κάτοικοι της πόλης. Εκεί κατένειμαν τις χώρες όπου ο καθένας θα κήρυσσε το Ευαγγέλιο. Ο Άγιος Μαρκελλίνος αναχώρησε με λίγους αδελφούς για την Ισπανία, ο μακάριος Σατουρνίνος κατευθύνθηκε στη Γαλατία, ενώ ο Διονύσιος με τον Λουκιανό προχώρησαν προς τα μέρη των Παρισίων.
Από εκεί ο Λουκιανός, παίρνοντας μαζί του τον πρεσβύτερο Μαξιανό και τον διάκονο Ιουλιανό, αναχώρησε για το Βέλγιο. Γεμάτος από τη χάρη του Αγίου Πνεύματος κήρυττε το όνομα του Κυρίου με δύναμη και έπειθε τους λαούς. Ο Θεός του χάρισε την εξουσία να θεραπεύει κάθε αρρώστια και να διώχνει τα πονηρά πνεύματα από τους ανθρώπους. Όσοι δαιμονισμένοι του παρουσιάζονταν ελευθερώνονταν με μόνο τον λόγο της προσταγής του. Ζούσε με αυστηρή άσκηση, τρώγοντας λίγο ψωμί και λάχανα και πίνοντας μόνο νερό για να διατηρεί καθαρό το πνεύμα του.
Νύχτα και ημέρα κήρυττε ακατάπαυστα, προσευχόταν, αγρυπνούσε και νέκρωνε το σώμα του για χάρη της αγάπης του Χριστού. Σύντομα όλα σχεδόν τα οικισμένα μέρη του Βελγίου ασπάστηκαν τη χριστιανική πίστη. Ο Λουκιανός γνώριζε καλά πως το μαρτύριο είναι διπλό, εκείνο της κρυφής άσκησης και εκείνο της φανερής ομολογίας μπροστά στους τυράννους. Πριν στεφανωθεί με το ορατό στεφάνι του αίματος, εξαντλούσε το σώμα του μυστικά με νηστείες, αγρυπνίες και ταπείνωση καρδιάς.
Το πρόσωπό του φαινόταν πάντοτε φωτεινό και γαλήνιο, ενώ ο νους του παρέμενε ειρηνικός και ολόκληρη η μορφή του γέροντα έδειχνε άγγελο επίγειο. Όταν η δόξα του απλώθηκε σε όλο το Βέλγιο, πλήθος λαού ερχόταν για να βαπτιστεί και να συντρίψει τα είδωλα που πρωτύτερα προσκυνούσε. Τότε ο αρχαίος εχθρός διάβολος ξεσήκωσε νέο διωγμό μέσω του αυτοκράτορα Δομετιανού, που διαδέχθηκε τη μανία του Νέρωνα. Ο αυτοκράτορας εξέδωσε διάταγμα, ώστε όλοι οι χριστιανοί να εξαναγκάζονται να θυσιάσουν στα είδωλα ή να θανατώνονται με σκληρά βασανιστήρια.
Στάλθηκαν στη Γαλατία τρεις διώκτες, ο Λατρίνος, ο Άρειος και ο Άντορ, με ειδική εντολή να συλλάβουν τον Λουκιανό. Όταν πληροφορήθηκαν ότι κήρυττε στους Βέλγους, ξεκίνησαν αμέσως εναντίον του γεμάτοι μανία. Ο άγιος όμως είχε ήδη μάθει την έλευσή τους από αποκάλυψη του Αγίου Πνεύματος. Συγκέντρωσε όλο το ποίμνιό του και τους μίλησε με πατρική στοργή, παρακαλώντας τους να παραμείνουν σταθεροί και ακλόνητοι στην πίστη του Χριστού. Τους είπε πως είναι γέροντας πλέον και κουρασμένος, και χαίρεται που πλησιάζει το στεφάνι του μαρτυρίου που του είχε υποσχεθεί ο Κύριος.
Στη συνέχεια ευχαρίστησε με δάκρυα τον Θεό, που τον αξίωνε να συγκαταριθμηθεί με τους αγίους μάρτυρες και να μη χωριστεί από τους φίλους του. Βγήκε από την πόλη του Μπωβαί, όχι από φόβο, αλλά για να εφαρμόσει την εντολή του Κυρίου που προστάζει την υποχώρηση από τους διώκτες. Συνοδευόμενος από τον Μαξιανό και τον Ιουλιανό, ανέβηκε σε ένα ύψωμα δίπλα στον ποταμό Φάρα, τρία μίλια έξω από την πόλη. Εκεί στάθηκε ατάραχος, σαν πόλη επάνω σε όρος που δεν μπορεί να κρυφτεί, περιμένοντας τους διώκτες του.
Οι στρατιώτες έφτασαν γρήγορα και συνέλαβαν πρώτα τους δύο συνεργάτες του. Τους πρόσταξαν να θυσιάσουν στα είδωλα, αλλιώς θα τους αποκεφάλιζαν επί τόπου. Οι μάρτυρες απάντησαν με θάρρος ότι γνωρίζουν μόνο τον αληθινό Κύριο Ιησού Χριστό. Αμέσως οι ασεβείς τους αποκεφάλισαν μπροστά στα μάτια του Λουκιανού, που δόξασε τον Θεό για τον αγώνα τους. Στη συνέχεια οι τρεις άρχοντες στράφηκαν με οργή κατά του γέροντα, κατηγορώντας τον για μαγεία και ανυπακοή στον αυτοκράτορα και στη ρωμαϊκή σύγκλητο.
Ο άγιος αποκρίθηκε με παρρησία πως δεν είναι μάγος αλλά δούλος του Ιησού Χριστού, διδαγμένος όχι σε γοητείες αλλά στη θεϊκή σοφία. Τους εξήγησε ότι ο Υιός του Θεού κατέβηκε από τους ουρανούς για να εξαγοράσει με το αίμα του την κτίση από τη δουλεία του εχθρού. Αναφέρθηκε στη γέννηση του Λόγου από την Πανάχραντη Παρθένο και στο εκούσιο πάθος του στον σταυρό για τη σωτηρία όλων. Οι διώκτες εξαγριώθηκαν ακόμη περισσότερο και τον απείλησαν με φοβερά μαρτύρια, αν δεν παραιτηθεί από το κήρυγμά του.
Τον ρώτησαν για το όνομα και την καταγωγή του, και εκείνος ομολόγησε με υπερηφάνεια ότι είναι Ρωμαίος και κυρίως δούλος του Κυρίου Ιησού. Όταν τον κατηγόρησαν ότι αρνείται τους θεούς της Ρώμης, απάντησε ότι με τη χάρη του βαπτίσματος αποτάχθηκε τον διάβολο και κάθε έργο του. Τότε τον έδεσαν, τον τέντωσαν στη γη και τον μαστίγωσαν αλύπητα για πολλή ώρα. Ο γέροντας στρατιώτης του Χριστού έμενε ακλόνητος και φώναζε ότι ποτέ δεν θα σταματούσε να δοξάζει τον Υιό του Θεού.
Βλέποντας οι διώκτες την ακατάβλητη πίστη του, διέταξαν αμέσως τον αποκεφαλισμό του με ξίφος. Ένας στρατιώτης τράβηξε το σπαθί και απέκοψε την πάντιμη κεφαλή του γέροντα μάρτυρα με ένα κτύπημα. Καθώς το σώμα του κειτόταν ακέφαλο και κινούνταν ακόμη, ένα μεγάλο φως κατέβηκε από τον ουρανό και ακούστηκε φωνή που τον καλούσε στη βασιλεία. Η ουράνια φωνή του είπε να χαίρεται, καλός δούλος Λουκιανός, και να παραλάβει το στεφάνι που του είχε υποσχεθεί ο Κύριος.
Η φωνή αυτή ακούστηκε για να στηριχθούν στην πίστη οι πιστοί που στέκονταν τριγύρω και έβλεπαν το μαρτύριο. Τότε συνέβη το μέγα θαύμα, καθώς ο νεκρός σωματικά άγιος σηκώθηκε όρθιος με τη δύναμη του Θεού. Πήρε στα χέρια του την κομμένη κεφαλή και βάδισε στέρεα, οδηγημένος από αγγέλους, όπως είχε κάνει και ο φίλος του Διονύσιος στους Παρισίους. Διέσχισε τα νερά του ποταμού Φάρα και έφτασε στον τόπο που είχε επιλέξει για ταφή. Εκεί ξάπλωσε ήρεμα στη γη και κοιμήθηκε εν ειρήνη Κυρίου.
Οι ευσεβείς πιστοί έσπευσαν, άλειψαν το σώμα με αρώματα και το τύλιξαν σε καθαρό λινό ύφασμα με πολλές τιμές. Όταν το ιερό λείψανο παραδιδόταν στον τάφο, μια ανέκφραστη και θεϊκή ευωδία απλώθηκε στον τόπο, πέρα από τα γήινα αρώματα της κηδείας. Όλοι οι παρευρισκόμενοι θαύμαζαν και αναρωτιόνταν για την προέλευσή της, δοξάζοντας τον Κύριο για το ουράνιο σημείο. Η ευωδία φανέρωνε την παρουσία των αγίων αγγέλων, που στάθηκαν δίπλα στον μάρτυρα από την αρχή του πάθους ως την ταφή του.
Οι πιστοί προσκύνησαν με συντετριμμένη καρδιά, ομολογώντας τον Χριστό ως αληθινό Υιό του Θεού, όπως είχαν διδαχθεί από το κήρυγμα του Λουκιανού. Από τα γύρω χωριά και τις πόλεις είχε συγκεντρωθεί πλήθος ανθρώπων που είδαν και άκουσαν τα μεγάλα γεγονότα της ημέρας. Εκείνη την ίδια ημέρα περίπου πεντακόσιες ψυχές πίστεψαν στον Κύριο Ιησού Χριστό, ενώ νωρίτερα με το κήρυγμα του αγίου είχαν στραφεί στη χάρη περίπου τριάντα χιλιάδες άνδρες και γυναίκες κάθε ηλικίας.
Οι πιστοί έχτισαν αργότερα ναό πάνω από τον τάφο του μάρτυρα, προς δόξαν Θεού και τιμή του αγίου. Τα σώματα του Μαξιανού και του Ιουλιανού μεταφέρθηκαν αργότερα και τοποθετήθηκαν δίπλα στο λείψανο του Λουκιανού. Πολλά θαύματα και ιάσεις χαρίζονται έκτοτε στους πιστούς με τις πρεσβείες των τριών μαρτύρων.