Ο Όσιος Κέβιν και η σιωπή του Γκλένταλοχ
Στάθηκε επτά ολόκληρα χρόνια όρθιος, με τα χέρια σταυρωμένα και τα μάτια ανοιχτά στον ουρανό, ώσπου ένα πουλάκι έχτισε τη φωλιά του μέσα στην παλάμη του. Έζησε εκατόν είκοσι χρόνια, ντυμένος με δέρματα ζώων, και κοιμήθηκε εν ειρήνη γύρω στο εξακόσια δεκαοκτώ μετά Χριστόν. Η γέννησή του είχε αναγγελθεί από άγγελο στη μητέρα του, γύρω στα τετρακόσια ενενήντα οκτώ, σε μια ευγενική οικογένεια της Ιρλανδίας που είχε δώσει αρκετούς βασιλείς στο Λένστερ.
Μετά το βάπτισμά του, οι γονείς τον εμπιστεύθηκαν στους μοναχούς της μονής του Κιλναμάναγκ, για να ανατραφεί μέσα στη σιωπή και την προσευχή. Δάσκαλοί του υπήρξαν τρεις άγιοι γέροντες, ο Εογκόιν του Άρντστροου, ο Λόχαν και ο Έννα, οι οποίοι του δίδαξαν τις Άγιες Γραφές και τη ζωή των αρετών. Ήταν τόσο όμορφος, ώστε μια κοπέλα ονόματι Κάθλιν φλέχθηκε από επιθυμία γι’ αυτόν και τον κυνηγούσε επίμονα. Ο νεαρός μοναχός έφυγε στα δάση, όπως κάποτε ο Ιωσήφ από τη γυναίκα του Πετεφρή, και κρύφτηκε σε τσουκνίδες.
Με τη βοήθεια του σημείου του σταυρού, ξέφυγε και την οδήγησε στη μετάνοια. Η φήμη της αγιότητάς του πλήθαινε και ο κόσμος συνέρρεε για συμβουλές, όμως εκείνος ποθούσε μόνο τη σιωπή και την έρημο. Έφυγε κρυφά από τη μονή και ένας άγγελος τον οδήγησε στο Γκλένταλοχ, την κοιλάδα των δύο λιμνών. Έζησε εκεί μέσα στον κορμό ενός δέντρου, τρεφόμενος με άγρια χόρτα και νερό από την πηγή. Μια αγελάδα τον ανακάλυψε και γλείφε τα ρούχα του, ώσπου το γάλα της πλήθυνε θαυμαστά και ο βοσκός βρήκε τον άγιο εξαντλημένο.
Τον μετέφεραν με τη βία στη μονή, και καθώς περνούσε ανάμεσά τους, τα δέντρα έσκυβαν για να ανοίξουν δρόμο. Οι τρεις γέροντές του αναγνώρισαν την αγιότητά του και τον ευλόγησαν να ακολουθήσει την κλήση του. Ο επίσκοπος Λουγκίδος τον χειροτόνησε πρεσβύτερο και τον έστειλε να ιδρύσει νέα εκκλησία. Αργότερα, με την καθοδήγηση αγγέλου, διέσχισε τα όρη του Γουίκλοου και θεμελίωσε μονή στο σημείο όπου ενώνονταν δύο ποτάμια. Όρισε ηγούμενο έναν από τους μοναχούς και αποσύρθηκε ξανά μόνος σε ένα στενό μέρος ανάμεσα στο βουνό και τη λίμνη.
Στην απομόνωσή του τα άγρια ζώα έρχονταν να πιουν νερό από τα χέρια του και να συντροφεύσουν την προσευχή του. Κάποια Μεγάλη Τεσσαρακοστή, ένας κότσυφας φώλιασε στην παλάμη του και γέννησε τα αυγά του. Από συμπόνια ο άγιος έμεινε ακίνητος, ώσπου τα μικρά πουλιά μεγάλωσαν και πέταξαν ελεύθερα στον ουρανό. Πάνω από την επάνω λίμνη υπάρχει μια μικρή σπηλιά, που ονομάστηκε «κρεβάτι του Κέβιν», όπου ασκήτευσε σε χαλεπή νηστεία. Άγγελος του είπε ότι ένας βράχος θα έπεφτε στο σημείο εκείνο και έπρεπε να φύγει, όμως ο όσιος αρνήθηκε να διακόψει τους αγώνες του.
Την παραμονή του Πάσχα δέχτηκε να απομακρυνθεί, με την υπόσχεση ότι μεγάλα αγαθά θα κατέρχονταν σε όσους θα πήγαιναν εκεί στο μέλλον. Μόλις αποχώρησε, ο βράχος κατρακύλησε στον τόπο όπου στεκόταν λίγο πριν. Διασχίζοντας τη λίμνη με τον άγγελο, ο άγιος αρνήθηκε την προσφορά του Θεού να ισοπεδώσει τα τέσσερα γύρω βουνά, για να μην χάσουν την κατοικία τους τα ταπεινά πλάσματα που τον αγαπούσαν. Ζητούσε για όλους ευλογία. Όταν έφτασαν στον τόπο όπου θα έθαβαν τους κεκοιμημένους, ο άγγελος καθάρισε ο ίδιος τα αγκάθια και τις πέτρες.
Ο όσιος παρακάλεσε τον τοπικό άρχοντα Ντίμμα και τους γιους του να καλλιεργήσουν τον χώρο και να τον κάνουν τόπο ωραίο και κατάλληλο για ταφή. Το μοναστήρι του Γκλένταλοχ εξελίχθηκε σε αληθινή μοναστική πολιτεία, και λέγεται πως συγκεντρώθηκαν εκεί χιλιάδες μοναχοί. Συνέβαλαν τα μέγιστα στη διάδοση του χριστιανικού πολιτισμού στην ανατολική Ιρλανδία, μέσω της μετάφρασης βιβλίων και της κατήχησης του λαού. Επιστρέφοντας από προσκύνημα στη Ρώμη, ο άγιος έφερε ιερά λείψανα που επιτέλεσαν πολλά θαύματα στους πιστούς.
Διαδέχθηκε στην ηγουμενία ο ανιψιός του Μολίββα, ο οποίος υπήρξε και ο πρώτος επίσκοπος του τόπου. Σύμφωνα με τα Χρονικά του Ούλστερ, ο όσιος ηγούμενος και ομολογητής Κέβιν εκοιμήθη εν Κυρίω την τρίτη Ιουνίου, σε βαθύτατο γήρας. Τιμήθηκε μαζί με τους μεγάλους Ιρλανδούς αγίους, τον Πατρίκιο, τη Βριγίτα και τον Κολόμβα, ενώ η μονή του έγινε ένα από τα τέσσερα κύρια προσκυνήματα ολόκληρης της Ιρλανδίας.