Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οσία Παύλα η Ρωμαία
Μια αρχόντισσα της Ρώμης, με αίμα από τους ένδοξους οίκους των Γράκχων και των Σκιπιώνων, εγκατέλειψε τα παλάτια της για ένα μικρό σπίτι κοντά στη Βηθλεέμ. Εκεί έχτισε νοσοκομείο για τους προσκυνητές, ανδρικό μοναστήρι για τον άγιο Ιερώνυμο και τρεις γυναικείες μονές με δικά της χρήματα. Η οσία Παύλα γεννήθηκε στις πέντε Μαΐου του έτους τριακόσια σαράντα επτά, καρπός της ένωσης δύο μεγάλων γενών. Ο πατέρας της Ρογάτος ήταν Έλληνας, ενώ η μητέρα της Βλεσίλλα καταγόταν από τις πιο λαμπρές οικογένειες της αιώνιας πόλης.
Νυμφεύτηκε έναν πλούσιο άνδρα ονόματι Τοξότιο και απέκτησε μαζί του έξι παιδιά, πέντε κόρες και έναν γιο που πήρε το όνομα του πατέρα. Η ευτυχισμένη ζωή της όμως ραγίστηκε όταν χήρεψε στην ηλικία των τριάντα τριών ετών. Ο πόνος της ήταν τόσο βαρύς, ώστε παραλίγο να την οδηγήσει στον θάνατο από τη θλίψη. Με τον καιρό κατάλαβε τη ματαιότητα όλων των επίγειων πραγμάτων και υποτάχθηκε ολόψυχα στο θέλημα του Θεού. Σιγά σιγά συνήθισε το λιτό φαγητό και τα φθηνά ρούχα, αλλάζοντας ριζικά τον τρόπο της ζωής της.
Η Παύλα αρνιόταν πλέον να καθίσει στο τραπέζι με οποιονδήποτε άνδρα, ακόμη και με τους επισκόπους που φιλοξενούσε και των οποίων ζητούσε τη συμβουλή. Όσο ζούσε ο σύζυγός της φρόντιζε να τον ευχαριστεί σε όλα, αλλά μετά τον θάνατό του αφιερώθηκε ολοκληρωτικά στη διακονία του Θεού. Συνδέθηκε στενά με την αγία Μαρκέλλα, μια άλλη χήρα που είχε οργανώσει στον λόφο του Αβεντίνου ένα είδος πνευματικής αδελφότητας. Σε αυτή τη συντροφιά των Ρωμαίων αρχοντισσών συμμετείχαν γυναίκες που αγαπούσαν τη μελέτη της Γραφής και την άσκηση.
Πνευματικός οδηγός της ομάδας ήταν ο άγιος Ιερώνυμος, ο φημισμένος πρεσβύτερος και ερμηνευτής που μετέφρασε τη Βίβλο στα λατινικά από τα ελληνικά και τα εβραϊκά χειρόγραφα. Όταν εκείνος αναχώρησε για τους Αγίους Τόπους το έτος τριακόσια ογδόντα πέντε, η Παύλα αποφάσισε να τον ακολουθήσει. Τα παιδιά της είχαν σχεδόν μεγαλώσει και η ίδια είχε κουραστεί από τις υποθέσεις και την κοσμική ζωή της Ρώμης. Μαζί της πήρε την ανύπαντρη κόρη της Ευστόχιο, που λαχταρούσε κι αυτή να δει τα ιερά μέρη και να αφιερώσει την παρθενία της στον Χριστό.
Έφτασαν στα Ιεροσόλυμα και προσκύνησαν με δάκρυα τους αγίους τόπους, στάθηκαν μπροστά στον Τίμιο Σταυρό και βάδισαν τον δρόμο του μαρτυρίου του Κυρίου. Με βαθιά κατάνυξη ασπάστηκαν τον ζωοδόχο τάφο του Χριστού και έπειτα συνέχισαν το οδοιπορικό τους προς τη Βηθλεέμ. Εκεί, στον τόπο όπου γεννήθηκε ο Κύριος από την Παναγία Παρθένο, βρήκαν το νέο τους σπιτικό για πάντα. Ο άγιος Ιερώνυμος είχε ήδη εγκατασταθεί στην περιοχή, και έτσι η Παύλα αγόρασε ένα μικρό σπίτι κοντά στον δάσκαλο και πνευματικό της πατέρα.
Ο πλούτος της της επέτρεψε να ιδρύσει νοσοκομείο για τους προσκυνητές που έφταναν εξαντλημένοι από μακρινά ταξίδια. Έκτισε επίσης μοναστήρι για τον άγιο Ιερώνυμο και τους μοναχούς του, καθώς και τρία γυναικεία κοινόβια. Πρόσθεσε ακόμη έναν ναό αρκετά μεγάλο, ώστε να χωράει τις μοναχές και από τις τρεις αδελφότητες κατά τις ακολουθίες. Η ίδια κυβερνούσε τις υποθέσεις της μονής της με σύνεση, αγάπη και πραγματική μητρική φροντίδα προς όλες τις αδελφές.
Παρά τον πλούτο και την αρχοντική καταγωγή της, ποτέ δεν αρνήθηκε να εκτελέσει τις πιο ταπεινές εργασίες του κοινοβίου. Με τη ζωή της δίδασκε τις άλλες, δείχνοντας ξεκάθαρα με το παράδειγμά της τον δρόμο της ταπεινοφροσύνης που όφειλαν να ακολουθούν. Επειδή είχε μάθει τα ελληνικά από τον πατέρα της, αποφάσισε να σπουδάσει και την εβραϊκή γλώσσα. Ήθελε να ψάλλει τους ψαλμούς στην αρχική τους μορφή, όπως τους είχε γράψει ο προφήτης Δαβίδ. Ολόκληρο το Ψαλτήριο αντηχούσε καθημερινά μέσα στις ακολουθίες του ναού, και κάθε μοναχή ήταν υποχρεωμένη να το γνωρίζει απέξω.
Οι αδελφές καταπιάνονταν επίσης με τα χειρωνακτικά έργα, ράβοντας ρούχα για τις ίδιες και για τους φτωχούς της περιοχής. Η οσία Παύλα παρέδωσε την ψυχή της στον Κύριο σε ηλικία πενήντα έξι ετών, ύστερα από μια ευλογημένη πορεία. Πέντε χρόνια της χηρείας της τα έζησε στη Ρώμη και σχεδόν είκοσι ολόκληρα στην αγιασμένη Βηθλεέμ. Κατά την τελευταία της ασθένεια επαναλάμβανε σχεδόν αδιάκοπα τους ψαλμούς, έχοντας πάντοτε στα χείλη τους αίνους του Θεού.
Όταν δεν μπορούσε πια να μιλήσει, σχημάτισε με τα δάχτυλα το σημείο του σταυρού στα χείλη και αποκοιμήθηκε εν Κυρίω. Η κοίμησή της συνέβη στις είκοσι έξι Ιανουαρίου του έτους τετρακόσια τέσσερα, σε ατμόσφαιρα βαθιάς προσευχής και πνευματικής γαλήνης. Δύο ημέρες αργότερα το σώμα της μεταφέρθηκε σε λιτανεία από αρκετούς επισκόπους της περιοχής με πάνδημη συμμετοχή. Άλλοι κρατούσαν αναμμένες δάδες και κεριά, καθώς ολόκληρη η Παλαιστίνη συνόδευε τη μεγάλη αρχόντισσα στην τελευταία της κατοικία.
Την ενταφίασαν με τιμές μέσα στον ναό της Γεννήσεως στη Βηθλεέμ, κοντά στον τόπο όπου σαρκώθηκε ο Σωτήρας. Ο τάφος της δείχνεται ακόμη και σήμερα στο ίδιο σημείο, πλάι σε εκείνον του αγίου Ιερωνύμου, αλλά είναι πλέον άδειος. Ο άγιος Ιερώνυμος συνέθεσε ένα λατινικό επιτύμβιο επίγραμμα σε στίχους, που χαράχθηκε στον τάφο της προς αιώνια μνήμη. Με το πέρασμα του χρόνου η επιγραφή έσβησε εντελώς, όμως οι στίχοι σώθηκαν στο τέλος μιας επιστολής του προς την κόρη της. Η μνήμη της οσίας Παύλας τιμάται από την Εκκλησία ως παράδειγμα μετάνοιας, αγάπης και φιλανθρωπίας. Με τις άγιες πρεσβείες της είθε να αξιωθούμε και εμείς της ουράνιας βασιλείας του Χριστού.