Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Νέστωρ ο Μάρτυς της Θεσσαλονίκης
Στη Θεσσαλονίκη του ασεβούς αυτοκράτορα Μαξιμιανού στήθηκε ένα ψηλό ξύλινο εξέδρωμα, που έγινε τόπος αίματος και αλαζονικού θεάματος. Κάτω από τα σανίδια του είχαν καρφωθεί ορθά πολλά δόρατα και αιχμηρά όπλα, έτοιμα να σχίσουν όποιον έπεφτε από ψηλά. Πάνω σε αυτή τη σκηνή πάλευε ο τρομερός Λυαίος, ένας γιγαντόσωμος Βάνδαλος με ύψος και ορμή θηρίου. Η φωνή του έμοιαζε με βρυχηθμό λιονταριού και η δύναμή του φαινόταν ακαταμάχητη στα μάτια όλου του κόσμου που τον κοίταζε.
Είχε ήδη σκοτώσει αμέτρητους άνδρες δυνατούς και γενναίους, ρίχνοντάς τους στα όρθια δόρατα μπροστά στο ταραγμένο πλήθος. Ο αυτοκράτορας τον αγαπούσε ιδιαίτερα, γιατί ο ίδιος δεν χόρταινε με ανθρώπινο αίμα και έβλεπε τα σφάγια σαν προσωπική του διασκέδαση και καύχημα. Πολλοί χριστιανοί σύρθηκαν με τη βία στην αρένα και χάθηκαν εκεί, χωρίς να μπορεί κανείς να αντισταθεί στον γίγαντα. Ο πιστός λαός της πόλης παρακολουθούσε με βαθιούς στεναγμούς αυτό το άθλιο θέαμα της απανθρωπιάς, μην έχοντας τρόπο να βοηθήσει.
Την ίδια ώρα, ο μέγας Δημήτριος ήταν κλεισμένος στη φυλακή του Μαξιμιανού για την παρρησιακή ομολογία του Χριστού. Ο αυτοκράτορας είχε καταδικάσει τον άγιο σε σκοτεινή σιωπή, ώστε ανενόχλητος να καυχιέται για τη δύναμη του αθλητή του. Όμως η πίστη των απλών πιστών δεν έσβησε ποτέ μέσα στα στήθη τους, αλλά περίμενε σιωπηλά την ώρα του Θεού. Σε εκείνη την πόλη ζούσε ένας νεαρός, ο Νέστωρ, με σφιχτό σώμα και ωραίο πρόσωπο, που μόλις του φύτρωνε το πρώτο γένι.
Ήταν αγαπητός μαθητής του αγίου Δημητρίου και είχε διδαχθεί κοντά του την αληθινή πίστη του Χριστού. Βλέποντας τους αδικοχαμένους αδελφούς, η καρδιά του πυρπολήθηκε από ιερό ζήλο και αγάπη για τον Κύριο. Πήγε κρυφά στη φυλακή, γονάτισε μπροστά στον Δημήτριο και διηγήθηκε με δάκρυα όσα γίνονταν στην αρένα. Παρακάλεσε τον άγιο να προσευχηθεί θερμά, ώστε να αντιμετωπίσει ο ίδιος τον φοβερό και πανίσχυρο Λυαίο. Ο Δημήτριος σφράγισε με τον τίμιο σταυρό το μέτωπο και το στήθος του πιστού νεαρού μαθητή του.
Του προφήτευσε ξεκάθαρα ότι θα νικούσε τον Λυαίο και αμέσως ύστερα θα μαρτυρούσε ένδοξα για τον Χριστό. Ο Νέστωρ ανέβηκε άφοβα στην ψηλή εξέδρα και φώναξε δυνατά μπροστά σε όλους ότι θέλει να παλέψει. Ο αυτοκράτορας θαύμασε τη νεανική του τόλμη και προσπάθησε να τον αποτρέψει με γλυκόπικρα και επικίνδυνα λόγια. Εκείνος όμως απάντησε άφοβα ότι μικρός είναι ο ίδιος και αδύναμος, αλλά μεγάλη και ακατάλυτη η δύναμη του Χριστού του. Όρμησε στον γίγαντα και τον σήκωσε σαν ελαφρύ πουλί, ρίχνοντάς τον άσπλαχνα κάτω στα όρθια δόρατα.
Ο Λυαίος ξεψύχησε αμέσως εκεί, και ο λαός φώναξε με δάκρυα ότι μέγας είναι ο Θεός του Δημητρίου. Ο εξοργισμένος Μαξιμιανός πρόσταξε αμέσως να αποκεφαλίσουν τον γενναίο Νέστορα και να λογχίσουν τον δίκαιο Δημήτριο. Δέξου, Κύριε, τις θερμές πρεσβείες των αγίων μαρτύρων Νέστορος και Δημητρίου, και χάρισέ μας ανδρεία ψυχής και νίκη κατά των αόρατων εχθρών, αμήν.