Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Ιωάσαφ ο Νέος Οσιομάρτυρας Διονυσιάτης
Όταν η σκιά της οθωμανικής κυριαρχίας απλωνόταν βαριά πάνω στις ορθόδοξες χώρες, η Εκκλησία απαντούσε με νέους μάρτυρες που σφράγιζαν την πίστη με το αίμα τους. Ένας από αυτούς τους φλογερούς νέους ομολογητές υπήρξε ο Άγιος Ιωάσαφ, ο νέος οσιομάρτυρας της Ιεράς Μονής Διονυσίου του Αγίου Όρους. Η καταγωγή του αγαπημένου αυτού μάρτυρα μας είναι σήμερα παντελώς άγνωστη, καθώς ο ίδιος ζούσε πάντα σε βαθιά μοναχική αφάνεια. Συνδέθηκε όμως πολύ νωρίς με τον Άγιο Νήφωνα, τον μεγάλο πατριάρχη της Κωνσταντινουπόλεως, και έγινε υποτακτικός μαθητής του σε όλη του τη ζωή.
Όταν ο Νήφων κλήθηκε κάποτε στη Βλαχία, πήρε μαζί του τον αγαπημένο Ιωάσαφ και τον παράδελφό του Μακάριο, για να κηρύξουν τον λόγο του Θεού. Εκεί ο Ιωάσαφ μιλούσε ακούραστα στον διψασμένο λαό, μεταφέροντας με απλότητα τα λόγια της σωτηρίας στις ψυχές των πιστών. Ο ίδιος σπούδαζε νύχτα και ημέρα, όσο γινόταν περισσότερο, να μιμηθεί τις αρετές και τους ασκητικούς αγώνες του ιερού του διδασκάλου. Κατά τον Άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, η αφοσίωση του μαθητή προς τον γέροντα του ήταν εξαιρετική και αξιομνημόνευτη.
Έτσι σταδιακά εμπιστευόταν ολόκληρη την ψυχή του στις σοφές πατρικές νουθεσίες του Αγίου Νήφωνος, και άντλησε από αυτές πνευματική ζωή και βαθύτατη παρηγοριά. Επιστρέφοντας ο Άγιος Νήφων από τη Βλαχία, διήλθε από τη Μακεδονία και έφτασε ως το Μοναστήρι, δηλαδή στη σημερινή πόλη Βιτόλια της σλαβικής γης. Σε όλη τη διαδρομή δίδασκε τους χριστιανούς και τους στήριζε στην πίστη, ενώ συνοδευόταν πιστά από τον μαθητή του Ιωάσαφ. Τελικά οι δύο τους κατέληξαν στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου, όπου παρέμειναν αρκετό καιρό, μέχρι και το μαρτύριο του παράδελφου Μακαρίου το χίλια πεντακόσια επτά.
Μετά την οδυνηρή απώλεια του Μακαρίου, ο Νήφων μαζί με τον Ιωάσαφ αναχώρησαν κρυφά από τη μονή Βατοπεδίου. Κατέληξαν στην απομονωμένη Ιερά Μονή Διονυσίου, όπου ο Ιωάσαφ προόδευε ακούραστα στην τέλεια αγάπη προς τον Θεό. Άρχισε τότε να επιθυμεί με όλη του την καρδιά να δώσει την ίδια τη ζωή του στον θάνατο για χάρη του Χριστού. Φανέρωσε σε κάποια στιγμή τον ιερό αυτό πόθο στον γέροντά του Νήφωνα, ο οποίος τον διέκρινε αμέσως ως αληθινό θέλημα του Θεού.
Του προείπε μάλιστα προφητικά ότι θα τελείωνε τον δρόμο του μαρτυρίου μέσα στην ίδια την Κωνσταντινούπολη. Έτσι ο Ιωάσαφ ετοίμαζε με ησυχία και νηπτική σιωπή την καρδιά του για την μεγάλη και αναμενόμενη στιγμή της ολοκληρωτικής θυσίας προς τον αγαπημένο Νυμφίο Χριστό μέσα στη Βασιλεύουσα. Μετά την οσιακή κοίμηση του γέροντος Νήφωνος, που έγινε το χίλια πεντακόσια οκτώ, ο Ιωάσαφ αναχώρησε αμέσως για την Κωνσταντινούπολη. Πορεύτηκε με ζήλο προς τον τόπο που του είχε προφητέψει ο άγιος πνευματικός του πατέρας, χωρίς δισταγμό ή φόβο.
Φτάνοντας εκεί, κήρυξε με πολλή παρρησία ενώπιον όλων το άρρητο μυστήριο της Αγίας Τριάδος και της θείας οικονομίας του Υιού του Θεού. Δίδαξε δηλαδή φανερά την ένσαρκη παρουσία του Λόγου, την ανέκφραστη γέννησή του και ολόκληρο το έργο της σωτηρίας. Όταν οι Τούρκοι άκουσαν αυτά τα τολμηρά λόγια, θύμωσαν πάρα πολύ και τον συνέλαβαν αμέσως ως αναιδή ομολογητή. Τον υπέβαλαν σε σκληρά και αλλεπάλληλα βασανιστήρια, ελπίζοντας μάταια ότι θα κάμψουν την απαράμιλλη γενναιότητα της ομολογητικής του φωνής.
Όμως ο Ιωάσαφ έμεινε ατάραχος μπροστά σε κάθε βάσανο, και τελικά αποκεφαλίστηκε με ξίφος για την αγάπη του Νυμφίου Χριστού. Το ευλογημένο μαρτύριό του συνέβη στις εικοσιέξι Οκτωβρίου του χίλια πεντακόσια δεκαέξι και όχι το χίλια πεντακόσια τριάντα έξι, όπως κατά λάθος αναγράφουν κάποιες πηγές πιθανώς από ανακριβή αντιγραφή. Η μνήμη του ευλογημένου οσιομάρτυρα τιμάται κάθε χρόνο στις εικοσιέξι Οκτωβρίου, ενώ στην Ιερά Μονή Βατοπεδίου τιμάται ιδιαιτέρως στις είκοσι πέντε του ίδιου μηνός.
Επιπλέον συνεορτάζεται με τους άλλους Βατοπεδινούς αγίους πατέρες κατά την κοινή τους μνήμη στις δέκα Ιουλίου εκάστου έτους. Ταις πρεσβείαις του Αγίου Νέου Οσιομάρτυρος Ιωάσαφ, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός ημών, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.