Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αθανάσιος Πατριάρχης Κωνσταντινουπόλεως
Ένας ιεράρχης παραιτήθηκε δύο φορές από τον πατριαρχικό θρόνο για να μην γίνει αιτία εκκλησιαστικής διχόνοιας στην βυζαντινή πρωτεύουσα. Ο Άγιος Αθανάσιος γεννήθηκε στην Αδριανούπολη και το κοσμικό του όνομα στη νεαρή του ηλικία ήταν Αλέξιος. Από τη νεότητά του απαρνήθηκε τις χαρές του κόσμου και πήγε στη Θεσσαλονίκη, όπου εκάρη μοναχός με το όνομα Ακάκιος. Έπειτα ανεχώρησε στο Άγιον Όρος και εντάχθηκε με ζήλο στην αδελφότητα της μονής Εσφιγμένου, όπου διακόνησε για τρία χρόνια στην τράπεζα.
Με τη συντριβή της καρδιάς απέκτησε το χάρισμα των δακρύων και με τα έργα του κέρδισε την εκτίμηση όλης της αδελφότητος. Αποφεύγοντας τους ανθρώπινους επαίνους, αποσύρθηκε ταπεινά πρώτα στα Ιεροσόλυμα και κατόπιν στο όρος των Πατέρων, όπου έζησε για χρόνια ως ησυχαστής. Από εκεί πέρασε στη μονή του Αυξεντίου και έπειτα στη Γαλάντεια, στη μονή του Οσίου Λαζάρου, για περισσότερη άσκηση. Εκεί έλαβε το μέγα αγγελικό σχήμα με το όνομα Αθανάσιος, χειροτονήθηκε πρεσβύτερος και ανέλαβε το διακόνημα του εκκλησιάρχου.
Άκουσε τότε από τον Εσταυρωμένο τη φωνή του Κυρίου, η οποία τον καλούσε με σαφήνεια στην ποιμαντορική διακονία του λαού. Επανήλθε στο Άγιον Όρος για δέκα ολόκληρα έτη, αλλά εξαιτίας ταραχών επέστρεψε ξανά στη Γαλάντεια κοντά στους μαθητές του. Πλήθος πιστών συνέρρεε προς αυτόν για πνευματική καθοδήγηση και οργάνωσε εκεί ένα ολόκληρο γυναικείο μοναστήρι για όσες ζητούσαν μοναχική ζωή. Εκείνα τα χρόνια ο πατριαρχικός θρόνος της Κωνσταντινουπόλεως είχε χηρέψει μετά τις ταραχές της εποχής του Πατριάρχη Ιωάννη Βέκκου.
Με πρόταση του ευσεβούς αυτοκράτορα Ανδρονίκου Παλαιολόγου, σύνοδος ιεραρχών εξέλεξε ομόφωνα τον Αθανάσιο στον πατριαρχικό θρόνο το έτος χίλια διακόσια ογδόντα εννέα. Άρχισε με ζήλο να εκπληρώνει το νέο του ποιμαντορικό έργο και έπραξε πολλά για τη στερέωση της Εκκλησίας. Η αυστηρότητα όμως των πεποιθήσεών του προκάλεσε τη δυσαρέσκεια ισχυρών κληρικών και αναγκάστηκε να παραιτηθεί από τον θρόνο το έτος χίλια διακόσια ενενήντα τρία. Επέστρεψε στο μοναστήρι του και αφιερώθηκε ξανά στην ασκητική ζωή μέσα στη βαθιά ησυχία της καρδιάς.
Το έτος χίλια τριακόσια τρία του εμπιστεύτηκαν εκ νέου τη ράβδο της πατριαρχικής διακονίας, την οποία υπηρέτησε επάξια για επτά ολόκληρα χρόνια. Το έτος χίλια τριακόσια οκτώ καθιέρωσε με προσωπική του πράξη τον Άγιο Πέτρο ως Μητροπολίτη Κιέβου και πάσης Ρωσίας. Παραιτήθηκε ξανά από τη διοίκηση της Εκκλησίας το έτος χίλια τριακόσια έντεκα, για να μην γίνει αιτία εκκλησιαστικής διχόνοιας. Αποσύρθηκε στο αγαπημένο του μοναστήρι και παρέδωσε τον εαυτό του ολοκληρωτικά στους πνευματικούς αγώνες της μοναχικής πολιτείας.
Προς το τέλος της ζωής αξιώθηκε πάλι να δει τον Χριστό, ο οποίος τον επέπληξε για τη δειλία του ως ποιμένα. Με δάκρυα μετανόησε για τη δειλία του και έλαβε από τον Κύριο συγχώρεση και το χάρισμα της θαυματουργίας. Κοιμήθηκε εν Κυρίω σε ηλικία εκατό ετών, ενώ στην ελληνική παράδοση τιμάται στις είκοσι οκτώ Οκτωβρίου. Ταις πρεσβείαις του αγίου ιεράρχου Αθανασίου του Πατριάρχου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.