Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Αρέθας ο Μεγαλομάρτυρας και οι σύν αυτώ
Στους θερμούς άμμους της αραβικής χερσονήσου, την εποχή του ευσεβούς αυτοκράτορα Ιουστίνου του Πρώτου, ένας ενενηνταπεντάχρονος γέροντας στάθηκε όρθιος μπροστά σε έναν αιμοσταγή τύραννο. Ο Άγιος Αρέθας ήταν προύχοντας και πολιτάρχης της χριστιανικής πόλεως Νεγράν στην Αραβία, και η σοφία του είχε προστατεύσει για χρόνια τους συμπολίτες του από τις εξωτερικές απειλές. Η γειτονική περιοχή της Ομηρίτιδος βρισκόταν εκείνη την εποχή στα χέρια ενός σκληρού Εβραίου βασιλιά, του Δουναάν, ο οποίος είχε ορκιστεί να εξαφανίσει κάθε ίχνος Χριστιανισμού από το βασίλειό του.
Ο Χριστιανός βασιλιάς της Αιθιοπίας Ελεσβάαν είχε ήδη υποτάξει τον Δουναάν με στρατιωτική εκστρατεία και τον είχε αναγκάσει να πληρώνει φόρο υποτελείας στους νικητές. Μετά από λίγο καιρό όμως ο σκληρός Εβραίος επαναστάτησε ξανά, φόνευσε τους φύλακες του Ελεσβάαν και κήρυξε άγριο διωγμό κατά των πιστών της επικρατείας του. Συγκέντρωσε μεγάλο και ισχυρό στρατό και κατευθύνθηκε εναντίον της Νεγράν, της λαμπρής και πολυάνθρωπης πόλεως που είχε δεχτεί τον Χριστό από την εποχή του Κωνσταντίου, υιού του Μεγάλου Κωνσταντίνου.
Οι κάτοικοι αντιστάθηκαν με γενναιότητα από τα τείχη της πόλεως, και η Νεγράν δεν έπεφτε με την πολιορκία και τα όπλα. Τότε ο Δουναάν κατέφυγε στον δόλο και με ψεύτικους όρκους κατάφερε να πείσει τους εμπιστευόμενους κατοίκους να του ανοίξουν τις πύλες. Μόλις ο Δουναάν εισχώρησε στην πόλη με όλον τον στρατό του, πέταξε αμέσως τη μάσκα της φιλίας του και αποκάλυψε την κρυμμένη μανία και τη μοχθηρή του πρόθεση. Πρώτη του πράξη ήταν να αναζητήσει τον επίσκοπο Παύλο, ο οποίος είχε ήδη κοιμηθεί δύο χρόνια πριν και αναπαυόταν στον τάφο του.
Παρά ταύτα διέταξε να ανοίξουν τον τάφο, να εκταφούν τα τίμια λείψανα και να ριχτούν στη φωτιά, σκορπίζοντας τη στάχτη στον άνεμο. Έπειτα συγκέντρωσε όλους τους ιερείς, τους κληρικούς, τους μοναχούς, τις μοναχές και τις παρθένες που βρίσκονταν στην πόλη της Νεγράν. Άναψε μια τεράστια πυρά μέσα στην αγορά και έριξε μέσα τετρακόσιους εικοσιεπτά αφιερωμένους στον Θεό, οι οποίοι παρέδωσαν τις ψυχές τους ψάλλοντας ύμνους προς τον Κύριο. Στη συνέχεια έστρεψε την προσοχή του στους άρχοντες και πλούσιους της πόλεως, τους οποίους είχε ήδη φυλακίσει αλυσοδεμένους σε σκοτεινό δεσμωτήριο.
Ο γέρων Αρέθας, αν και βαρύς από τα γηρατειά και κουρασμένος, στάθηκε ενώπιον του τυράννου με τη γαλήνη και την ανδρεία ενός νεαρού πολεμιστή. Ομολόγησε δημόσια τον Χριστό ως αληθινό Θεό και Υιό Θεού, χωρίς να καμφθεί καθόλου ούτε από κολακείες ούτε από φοβερές απειλές. Μαζί με αυτόν ομολόγησαν την πίστη τους τριακόσιοι σαράντα ένδοξοι άντρες, έτοιμοι να βαδίσουν χωρίς δισταγμό προς το μαρτυρικό τέλος. Ο τύραννος, βλέποντας την αδιαλλαξία και την ανυποχώρητη πίστη τους, στράφηκε με λύσσα κατά του υπόλοιπου πληθυσμού και άρχισε ανηλεείς σφαγές.
Έφερε ενώπιόν του τις συζύγους και τα παιδιά των αλυσοδεμένων μαρτύρων, καθώς και πλήθος άλλων γυναικών, χηρών και αφιερωμένων στον Θεό παρθένων. Άλλες προσπάθησε να κολακέψει με υποσχέσεις και άλλες απείλησε με βασανιστήρια, αλλά καμία γυναίκα δεν λύγισε στη μανία του και στις πιέσεις. Οι αφιερωμένες στον Θεό παρθένες ζητούσαν μάλιστα να μαρτυρήσουν πρώτες από όλες, αψηφώντας τη φοβερή μάχαιρα του τυράννου. Έλεγαν πως όπως στον ναό κατείχαν την πρώτη θέση κατά τη λατρεία, έτσι έπρεπε και τώρα να πορευτούν πρώτες προς τον ουράνιο Νυμφίο.
Ανάμεσα στους κατοίκους της Νεγράν ήταν και μία νεαρή χήρα ονόματι Συγκλητική, ευγενική στο γένος, πλούσια στις αρετές και πανέμορφη στην όψη. Μαζί με τις δύο μικρές της κόρες είχε αφιερωθεί στον ουράνιο Νυμφίο και ζούσε μέσα σε προσευχή και νηστεία. Ο Δουναάν προσπάθησε αρχικά με γλυκές κολακείες να την παρασύρει στην αποστασία, υποσχόμενος τιμητική θέση στο παλάτι κοντά στη βασίλισσα. Εκείνη όμως απάντησε με σθένος πως κανείς γήινος θησαυρός δεν συγκρίνεται με τον Χριστό, τον αληθινό Νυμφίο της ψυχής της.
Διέταξε τότε ο οργισμένος τύραννος να διαπομπεύσουν τη Συγκλητική και τις παρθένες κόρες της στους δρόμους της πόλεως με ξεσκέπαστο κεφάλι. Η μεγαλύτερη κόρη της Συγκλητικής, ένα κορίτσι μόλις δώδεκα ετών, μη υποφέροντας τα υβριστικά λόγια του τυράννου, τον έφτυσε με τόλμη στο πρόσωπο. Οι δήμιοι αμέσως αποκεφάλισαν και τις δύο μικρές αδελφές μπροστά στα μάτια της μητέρας τους με τη φοβερή μάχαιρα. Ο Δουναάν διέταξε στη συνέχεια να συλλέξουν το αίμα των κοριτσιών σε αγγείο και να το προσφέρουν στη μητέρα τους να το πιει.
Η Αγία Συγκλητική γεύτηκε το αίμα και δοξολόγησε τον Κύριο που την αξίωσε να γευτεί την καθαρή θυσία και προσφορά των κορών της. Έπειτα η ίδια παρέδωσε τη ζωή της με τον δια αποκεφαλισμού θάνατο και ενώθηκε αιώνια με τα παιδιά της στις ουράνιες μονές του Παραδείσου. Την επόμενη ημέρα ο τύραννος ανέβηκε σε υψηλό βήμα και έφερε ενώπιόν του τον γέροντα Αρέθα μαζί με τους τριακόσιους σαράντα συναγωνιστές του. Ο Αρέθας στάθηκε όρθιος και έδωσε στον ιερό στρατό του Χριστού τον τελευταίο πατρικό του λόγο και θερμή παρηγοριά.
Τους θύμισε με δάκρυα πως η μαρτυρική κορώνα είναι ασύγκριτη με κάθε πρόσκαιρη ζωή και επίγειο αγαθό. Όλοι ομόφωνα και με μια φωνή απάντησαν πως ποτέ δεν θα τον εγκαταλείψουν και πως είναι έτοιμοι πρόθυμα να πεθάνουν για τον Χριστό. Οι δήμιοι τους οδήγησαν στο γειτονικό ρέμα που ονομαζόταν Οδιάς, για να εκτελέσουν την καταδικαστική απόφαση. Πρώτος αποκεφαλίστηκε ο μέγας γέρων Αρέθας, και με το τίμιο αίμα του χρίστηκαν όλοι οι σύντροφοί του. Μετά την εκτέλεση των τριακοσίων σαράντα μαρτύρων, μια ευλαβική χριστιανή γυναίκα προσέτρεξε στον τόπο του μαρτυρίου μαζί με τον τριετή υιό της.
Πήρε λίγο από το αίμα των αγίων μαρτύρων και άλειψε με αυτό τον εαυτό της και το μικρό παιδί της. Καθώς ο μικρός μάρτυρας υπερασπιζόταν τη μητέρα του ενώπιον του τυράννου, αποκάλυψε μέσα από τα νηπιακά του χείλη τη βαθιά γνώση του Χριστού και την ομολογία της πίστεως. Όταν είδε τη μητέρα του να ρίχνεται δεμένη στη φοβερή φωτιά, ξέφυγε από τα γόνατα του βασιλιά και πήδηξε αμέσως μέσα στις φλόγες για να ενωθεί μαζί της. Η είδηση των φρικτών σφαγών έφτασε σύντομα στα αυτιά του ευσεβούς αυτοκράτορα Ιουστίνου του Πρώτου στην Κωνσταντινούπολη και τον συγκλόνισε βαθιά.
Εκείνος έγραψε αμέσως στον πατριάρχη Αλεξανδρείας Αστέριο και ζήτησε από τον βασιλιά της Αιθιοπίας Ελεσβάαν να εκστρατεύσει για την εκδίκηση του αίματος των μαρτύρων. Ο Ελεσβάαν συγκέντρωσε εκατόν είκοσι χιλιάδες άντρες, πολυάριθμα πλοία και προμήθειες για τη μεγάλη εκστρατεία της κατακυριεύσεως. Με τη βοήθεια του Θεού και τις προσευχές των μοναχών πέρασε θαυματουργικά τα επικίνδυνα στενά και νίκησε ολοκληρωτικά τον Δουναάν στην ανοικτή μάχη. Ο τύραννος εκτελέστηκε από το χέρι του ευσεβούς βασιλιά, και η χριστιανική πίστη επανιδρύθηκε λαμπρά στη μαρτυρική πόλη της Νεγράν. Ταις πρεσβείαις του αγίου μεγαλομάρτυρος Αρέθα και των τριακοσίων σαράντα συν αυτώ μαρτύρων, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.