Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων

Εικόνα: Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Ιάκωβος ο Αδελφόθεος, Πρώτος Επίσκοπος Ιεροσολύμων

Στους πρώτους χρόνους της Εκκλησίας έλαμψε μια μορφή τόσο δίκαιη που οι ίδιοι οι εχθροί του δεν τολμούσαν να την αμφισβητήσουν ανοιχτά. Πρόκειται για τον Ιάκωβο, που ονομάστηκε αδελφός του Κυρίου επειδή ήταν γιος του Ιωσήφ του μνήστορος από προηγούμενο γάμο. Όταν ο Ιωσήφ μοίραζε την κληρονομιά του στα παιδιά του από την πρώτη του γυναίκα, θέλησε να δώσει μερίδιο και στον μικρό Ιησού. Όλοι οι άλλοι γιοι αντέδρασαν με σκληρότητα και αρνήθηκαν, όμως μόνο ο Ιάκωβος δέχτηκε με χαρά να μοιραστεί το δικό του μέρος μαζί με τον Χριστό.

Από εκείνη τη στιγμή τον ονόμασαν αδελφό του Κυρίου, και το όνομα αυτό τον συνόδευσε σε όλη τη ζωή του. Όταν η Παναγία και ο Ιωσήφ έφυγαν στην Αίγυπτο για να σώσουν το θείο Βρέφος από την οργή του Ηρώδη, ο Ιάκωβος βάδισε δίπλα τους ως πιστός συνοδοιπόρος και προστάτης. Έζησε δηλαδή κοντά στον Χριστό από τα παιδικά Του χρόνια και έγινε αυτόπτης μάρτυρας της θείας Του παρουσίας μέσα στην ίδια του την οικογένεια. Η εμπειρία αυτή τον σφράγισε για πάντα και τον προετοίμασε εσωτερικά για το μεγάλο έργο που θα ανέθετε αργότερα ο Κύριος στα χέρια του.

Ο σπόρος της πίστης ρίζωσε στην καρδιά του από την παιδική ηλικία και άνθισε πλούσια στα ώριμα χρόνια της αποστολικής διακονίας. Από τη νεαρή του ηλικία ο Ιάκωβος αγάπησε την αυστηρή και ασκητική ζωή με μια προσήλωση που εντυπωσίαζε όσους τον γνώριζαν από κοντά. Δεν δοκίμασε ποτέ κρασί ούτε άλλο μεθυστικό ποτό, και ξεδιψούσε μόνο με νερό από τις φυσικές πηγές της γης. Δεν έτρωγε διάφορα φαγητά αλλά μονάχα ψωμί, και απέφευγε κάθε σωματική απόλαυση που του προσφερόταν εύκολα στην καθημερινότητά του.

Δεν επισκεπτόταν τα λουτρά και δεν άλειφε ποτέ το σώμα του με λάδι ή με άλλα αρώματα της εποχής εκείνης. Φορούσε διαρκώς πάνω στη σάρκα του μια τραχιά τρίχινη ζώνη που του υπενθύμιζε την αδυναμία και τη φθαρτότητα του ανθρώπινου σώματος. Τις περισσότερες ώρες της νύχτας τις περνούσε γονατιστός στην προσευχή, και ξεκουραζόταν ελάχιστα ώστε να μη χάνει την επικοινωνία με τον Θεό. Από τις αμέτρητες μετάνοιες που έκανε καθημερινά, το δέρμα των γονάτων του είχε σκληρύνει τόσο που έμοιαζε πια με δέρμα καμήλας.

Διατήρησε την παρθενία του μέχρι το τέλος της ζωής του ως πολύτιμο πνευματικό δώρο, και έγινε υπόδειγμα αγνείας για όλη την Εκκλησία. Έζησε ως αληθινός Ναζιραίος, δηλαδή ως άνθρωπος αφιερωμένος εξολοκλήρου στον Θεό, και ποτέ δεν έκοψε τα μαλλιά της κεφαλής του μέχρι το τέλος. Η ασκητική του ζωή προετοίμασε το έδαφος για τη μεγάλη αποστολή που τον περίμενε στη διακονία της Εκκλησίας. Μετά την Ανάληψη του Κυρίου στους ουρανούς, οι απόστολοι ομόφωνα τον εξέλεξαν ως πρώτο επίσκοπο της Εκκλησίας των Ιεροσολύμων με βαθιά ευλάβεια.

Ο αναστημένος Χριστός είχε εμφανιστεί ξεχωριστά σε αυτόν μετά την Ανάστασή Του, όπως ρητά μαρτυρεί ο απόστολος Παύλος στην πρώτη επιστολή του προς Κορινθίους. Ο Ιάκωβος ποίμανε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων με δικαιοσύνη, με γενναία στοργή προς το ποίμνιο και με ακλόνητη σταθερότητα στην αληθινή πίστη του Χριστού. Διαφύλαξε τους πιστούς από κάθε αίρεση και από κάθε διδασκαλία που νόθευε το Ευαγγέλιο της σωτηρίας με ξένα ανθρώπινα στοιχεία. Όταν στην Αντιόχεια ξέσπασε σφοδρή διαμάχη για το αν οι εθνικοί χριστιανοί έπρεπε να περιτέμνονται και να τηρούν τον μωσαϊκό νόμο, ο Ιάκωβος προήδρευσε στην Αποστολική Σύνοδο.

Με την οξυδέρκεια και τη σοφία του διέλυσε τη σύγχυση και αποφάσισε ότι οι εθνικοί δεν χρειαζόταν να τηρούν τον παλαιό νόμο των Ιουδαίων. Ζήτησε μόνο να απέχουν από τα ειδωλόθυτα και από την πορνεία, ώστε να μη σκανδαλίζονται οι εξ Ιουδαίων αδελφοί τους. Η απόφαση αυτή υπήρξε καθοριστική για το άνοιγμα της Εκκλησίας προς όλα τα έθνη και έκρινε το μέλλον της ιεραποστολής. Από εκείνη τη στιγμή το Ευαγγέλιο διαδόθηκε ελεύθερα σε όλη τη γη και έφτασε μέχρι τα πέρατα της οικουμένης χωρίς εμπόδια.

Ο Ιάκωβος έγραψε επίσης την πρώτη Θεία Λειτουργία της χριστιανικής Εκκλησίας, καθοδηγούμενος μυστικά από το Άγιο Πνεύμα στις λειτουργικές ευχές. Η Λειτουργία αυτή έγινε η βάση για όλες τις μεταγενέστερες λειτουργίες της Ορθόδοξης Εκκλησίας και αποτέλεσε πηγή κάθε λειτουργικής παράδοσης. Αργότερα ο Μέγας Βασίλειος και ο ιερός Χρυσόστομος τη συντόμευσαν για να την κάνουν πιο προσιτή στην ανθρώπινη αδυναμία των πιστών. Άφησε ακόμη στην Καινή Διαθήκη την Καθολική Επιστολή που φέρει το όνομά του και αναγιγνώσκεται μέχρι σήμερα στις συνάξεις της Εκκλησίας.

Μέσα σε αυτή την επιστολή ελέγχει εκείνους που θεωρούν τον Θεό αιτία των κακών, και διδάσκει ότι ο καθένας παρασύρεται από τη δική του επιθυμία. Τονίζει με δύναμη ότι η πίστη χωρίς έργα είναι νεκρή, όπως ακριβώς το σώμα του ανθρώπου είναι νεκρό χωρίς ψυχή. Προτρέπει τους χριστιανούς να μη μένουν μόνο ακροατές του λόγου του Θεού αλλά να γίνονται πραγματικοί ποιητές και εκτελεστές των εντολών Του. Διδάσκει επίσης ότι κάθε καλό δώρο και κάθε τέλεια δωρεά κατεβαίνει άνωθεν από τον Πατέρα των φώτων, στον οποίο δεν υπάρχει αλλοίωση.

Με αυτές τις σοφές διδαχές ο Ιάκωβος καθοδηγεί κάθε γενιά πιστών προς τη σωτηρία, και η φωνή του ακούγεται ζωντανή μέσα στους αιώνες ως ηχώ του Αγίου Πνεύματος. Καθώς πλησίαζε το Πάσχα του εξηκοστού τρίτου έτους περίπου, οι Φαρισαίοι και οι γραμματείς ταράχτηκαν επειδή πολλοί Ιουδαίοι πίστευαν στον Χριστό από τη διδασκαλία του Ιακώβου. Πλησίασαν τον δίκαιο με υποκρισία και τον επαίνεσαν με ψεύτικα λόγια για την αρετή του και την αμεροληψία του απέναντι στους ανθρώπους.

Του ζήτησαν να ανέβει στο πτερύγιο του ναού και να μιλήσει στο πλήθος, ώστε δήθεν να αποτρέψει τον λαό από την πλάνη του Ιησού. Πίστευαν ότι η φωνή του δικαίου θα έπειθε τους πάντες να αρνηθούν τον Χριστό μέσα στη μεγάλη γιορτή του Πάσχα. Όταν όμως ο Ιάκωβος ανέβηκε στο πτερύγιο του ναού, ομολόγησε με δυνατή και θαρραλέα φωνή την αλήθεια του Χριστού χωρίς δισταγμό. Διακήρυξε ότι ο Υιός του ανθρώπου κάθεται τώρα στα δεξιά της Μεγάλης Δυνάμεως στους ουρανούς και βασιλεύει αιώνια.

Επιβεβαίωσε επίσης ότι θα έλθει πάλι πάνω στα νέφη του ουρανού για να κρίνει τη γη με δικαιοσύνη και αλήθεια. Το πλήθος συγκινήθηκε από αυτή τη μαρτυρία και άρχισε να φωνάζει «Ωσαννά τω υιώ Δαβίδ» με μεγάλο ενθουσιασμό και αναγάλλιαση. Οι Φαρισαίοι όμως έτριζαν τα δόντια τους από οργή, καθώς η ομολογία του Ιακώβου είχε ανατρέψει εντελώς τα σχέδιά τους. Κατάλαβαν τότε ότι η ίδια τους η μηχανορραφία είχε φέρει το αντίθετο ακριβώς αποτέλεσμα από εκείνο που είχαν αρχικά υπολογίσει.

Τότε τον γκρέμισαν από την κορυφή του ναού με βία, για να φοβίσουν τον λαό και να μην εμπιστευτεί κανείς πια τα λόγια του δικαίου. Ο Ιάκωβος δεν πέθανε αμέσως από τη μεγάλη πτώση, αλλά γονάτισε καταματωμένος και ύψωσε τα χέρια του προς τον ουρανό. Προσευχήθηκε στον Κύριο και τον παρακάλεσε να συγχωρήσει τους διώκτες του, διότι δεν γνώριζαν τι ακριβώς έκαναν εκείνη τη στιγμή. Έμοιαζε σε αυτή την προσευχή με τον ίδιο τον Χριστό πάνω στον σταυρό και με τον πρωτομάρτυρα Στέφανο που λιθοβολήθηκε.

Οι Φαρισαίοι όμως άρχισαν να τον λιθοβολούν με μανία, χωρίς να συγκινούνται από τα λόγια του και την ταπεινή στάση του. Ένας από αυτούς, κρατώντας ξύλινο ρόπαλο που χρησιμοποιούσαν οι βαφείς υφασμάτων, όρμησε επάνω του και τον χτύπησε δυνατά στο κεφάλι. Από εκείνο το τρομερό χτύπημα ο μυελός του πέταξε στη γη, και ο δίκαιος παρέδωσε την αγία ψυχή του στον Κύριο. Ποίμανε την Εκκλησία των Ιεροσολύμων για τριάντα ολόκληρα χρόνια και μαρτύρησε σε ηλικία εξήντα έξι ετών για την αγάπη του Χριστού.

Οι πιστοί τον έθαψαν με δάκρυα κοντά στον ναό, ενώ ακόμη και πολλοί συνετοί Ιουδαίοι θρήνησαν τον δίκαιο που έχασαν. Πρέσβευε αδελφέ του Κυρίου υπέρ ημών, ενίσχυσε την πίστη μας και διαφύλαξε την Εκκλησία στους αιώνες των αιώνων, αμήν.

Το διάβασαν6μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

Ιεράρχες