Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Μάρτυρας Ουάρος και Μακαρία Κλεοπάτρα
Στην Αλεξάνδρεια της Αιγύπτου, την εποχή του ασεβούς αυτοκράτορος Μαξιμιανού, ζούσε ένας στρατιωτικός με το όνομα Ουάρος που υπηρετούσε κρυφά τον αληθινό Βασιλέα του ουρανού. Φοβόταν επί καιρό τους παράνομους ειδωλολάτρες και έκρυβε με σύνεση την πίστη του στον αληθινό και ζωντανό Θεό. Αργότερα όμως φανέρωσε δυναμικά τη χριστιανική του ομολογία σε όλη την οικουμένη με τρόπο πραγματικά αξιοθαύμαστο και θαρραλέο. Έγινε θέαμα μέγα για τους αγγέλους και για τους ανθρώπους χάριν του ονόματος του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού.
Εκείνη την εποχή ο Μαξιμιανός σήκωσε σκληρό διωγμό κατά της Εκκλησίας του Χριστού και έστειλε προσταγή σε όλες τις επαρχίες. Όριζε ρητά να θανατώνεται όποιος Χριστιανός αρνιόταν να προσφέρει θυσία στους ψεύτικους θεούς της παγανιστικής λατρείας. Όταν το διάταγμα έφτασε στις χώρες της Αιγύπτου, το αίμα των Χριστιανών άρχισε να χύνεται αφειδώς από τους δημίους. Όσοι προσκυνούσαν τον αληθινό Δημιουργό αντί για τα ασθενή κτίσματα παραδίδονταν σε πολυποίκιλα και ανείπωτα βασανιστήρια.
Ο Ουάρος όμως δεν παρέμενε αμέτοχος στον αγώνα των αδελφών του και ενεργούσε μυστικά μέσα στη νύχτα. Περιόδευε τις φυλακές όπου κρατούνταν οι πιστοί για την ομολογία του Χριστού και πλήρωνε με χρυσό τους φύλακες. Έτσι κατάφερνε να εισέρχεται στα κελιά και να ασπάζεται τα δεσμά των αγίων μαρτύρων με κατάνυξη. Καθάριζε επιπλέον τα αίματά τους, έδενε τις πληγές, έφερνε τροφή και ζητούσε ταπεινά τις πρεσβείες τους. Κάποτε συνελήφθησαν επτά μοναχοί διδάσκαλοι της χριστιανικής πίστεως, οι οποίοι κρύβονταν για χρόνια μέσα στην αιγυπτιακή έρημο.
Οδηγήθηκαν δεμένοι στον επίτροπο της Αιγύπτου, ο οποίος τους ανέκρινε και διαπίστωσε τη σταθερή τους ομολογία. Τους βασάνισε πολύ σκληρά και κατόπιν διέταξε να ριχτούν δεμένοι μέσα στο σκοτεινό μπουντρούμι της πόλεως. Ο Ουάρος έσπευσε αμέσως τη νύχτα όπως συνήθιζε και έδωσε στους φύλακες χρυσό για να μπει. Λύνοντας τα δεσμά των αγίων από τα χέρια και τα πόδια τους τους πρόσφερε με αγάπη τροφή. Τους παρακάλεσε να φάνε αφού είχαν περάσει οκτώ ολόκληρες ημέρες χωρίς να γευτούν τίποτα μέσα στη φυλακή.
Έπεφτε στα πόδια τους με δάκρυα και τους ασπαζόταν, μακαρίζοντας τα παθήματά τους και τη γενναία τους καρτερία. Τους ονόμαζε δούλους πιστούς και αγαθούς του Κυρίου, έτοιμους να εισέλθουν στη χαρά του ουράνιου Δεσπότη. Ζητούσε τις προσευχές τους προς τον Χριστό για να λάβει και αυτός θάρρος και δύναμη στον αγώνα. Ομολογούσε ότι ποθούσε διακαώς να πάθει για χάρη του Κυρίου αλλά φοβόταν την ένταση των βασάνων. Οι άγιοι του απάντησαν ότι κανείς δεν φθάνει στην τελειότητα όταν έχει μέσα στην καρδιά του φόβο.
Τον προέτρεψαν να βαδίσει μαζί τους τον δρόμο του μαρτυρίου προς τον Δεσπότη Χριστό, που βλέπει τους αγώνες. Όλη εκείνη τη νύχτα ο Ουάρος έμεινε μέσα στη φυλακή κοντά στους αγίους και απολάμβανε τα θεόπνευστα λόγια τους. Την επόμενη αυγή ήρθαν οι υπηρέτες του επιτρόπου για να οδηγήσουν τους μάρτυρες στο φοβερό δικαστήριο. Βρήκαν τον Ουάρο καθισμένο μαζί με τους κρατουμένους και τον ρώτησαν με απορία τι έκανε εκεί. Εκείνος όμως δήλωσε δημόσια ότι ήταν έτοιμος να αποθάνει για τον Χριστό μαζί με τους Χριστιανούς.
Οι στρατιώτες σιώπησαν και πήραν έξι μάρτυρες, αφού ο έβδομος είχε ήδη παραδώσει το πνεύμα του στον Κύριο. Οδηγήθηκαν λοιπόν δεμένοι ενώπιον του επιτρόπου που καθόταν στο βήμα με μεγάλη επισημότητα και ασυγκίνητη όψη. Όταν τους πίεσαν να θυσιάσουν στα είδωλα και αρνήθηκαν, τους γύμνωσαν και τους χτύπησαν ανελέητα στις παλαιές πληγές. Παρά τους πόνους που πολλαπλασιάζονταν, οι άγιοι απαντούσαν ομόφωνα μόνο μία φράση, την υπέροχη ομολογία ότι είναι Χριστιανοί.
Ο επίτροπος διαπίστωσε ότι έλειπε ένας από τους επτά διδασκάλους και ζητούσε επίμονα να μάθει πού βρισκόταν. Τότε ο μακάριος Ουάρος πλημμύρισε από θεϊκή ζήλο, στάθηκε στη μέση και ομολόγησε ότι ο έβδομος ήταν ο ίδιος. Δήλωσε ότι αναλάμβανε τη θέση του κοιμηθέντος μάρτυρος, για να ολοκληρώσει τα παθήματα που εκείνος άφησε ανολοκλήρωτα. Ο επίτροπος έμαθε με έκπληξη ότι ήταν αξιωματικός της Χιανινής σπείρας και προσπάθησε να τον μεταπείσει με την απειλή.
Ο Ουάρος απάντησε με παρρησία ότι προτιμούσε τον επουράνιο άρτο και το πανάγιο ποτήριο από όλες τις τιμές του κόσμου. Τίποτα δεν του ήταν πιο αγαπητό από τον Χριστό, ούτε ο στρατιωτικός βαθμός ούτε τα μεγάλα έσοδα ούτε η ίδια η ζωή του. Έβλεπε την αληθινή του τιμή στο να πάθει για τον Κύριο και το αληθινό κέρδος στο να χάσει τα πάντα. Έβρισκε επιπλέον τη ζωή στο να πεθάνει για το όνομα του Σωτήρος Χριστού με γενναιότητα και αγάπη. Ο επίτροπος οργίστηκε, διέταξε να γυμνωθεί ο μάρτυρας και να κρεμαστεί ανάποδα από ένα ξύλο για βασανισμό.
Οι δήμιοι άρχισαν να τον χτυπούν σε όλο το σώμα με χοντρά ραβδιά και βαριά μαστίγια. Οι άγιοι μοναχοί τον ενθάρρυναν λέγοντας ότι ο Χριστός στεκόταν αόρατα μπροστά του και τον ενίσχυε στους πόνους. Ο Ουάρος ομολογούσε με δύναμη ότι αισθανόταν αληθινά τη βοήθεια του Δεσπότη του και θεωρούσε τα μαρτύρια ένα τίποτα. Οι βασανιστές άρχισαν τότε να ξύνουν το αιμόφυρτο σώμα του με σιδερένια ξέστρα και αιχμηρά μεταλλικά εργαλεία. Έπειτα τον κάρφωσαν σε ξύλο με τα πόδια προς τα πάνω και τον έγδαραν από τη ράχη.
Στη συνέχεια τον χτυπούσαν στην κοιλιά με ρόπαλα γεμάτα κόμπους μέχρι να ξεσχιστούν τα σπλάχνα του. Μετά από πέντε ώρες αδιάκοπων μαρτυρίων, ο μακάριος Ουάρος παρέδωσε την αγία ψυχή του στα χέρια του Χριστού. Στην πόλη ζούσε μια ευλαβική χήρα από την Παλαιστίνη με το όνομα Κλεοπάτρα, της οποίας ο σύζυγος υπηρετούσε ως στρατιωτικός διοικητής. Είχε έναν μοναχογιό, μικρό ακόμη παιδί, που ονομαζόταν Ιωάννης και αποτελούσε όλη τη χαρά της καρδιάς της.
Παρακολουθούσε από μακριά με βαθιά οδύνη το φρικτό μαρτύριο του Ουάρου και θαύμαζε τη γενναία υπομονή του. Όταν το σώμα του πετάχτηκε έξω από την πόλη για να το φάνε τα σκυλιά μαζί με ψοφίμια ζώων, εκείνη ενήργησε. Πήρε νύχτα μαζί της λίγους πιστούς δούλους και έκλεψε με τόλμη το πολυπαθές σώμα του αθλητικού μάρτυρα. Το έφερε στο σπίτι της, άνοιξε τάφο μέσα στην ίδια την κρεβατοκάμαρά της και έθαψε εκεί με σεβασμό τον μάρτυρα. Άναβε διαρκώς κεριά πάνω από τον τάφο και πρόσφερε θυμίαμα, τιμώντας τον σαν μέγα μεσίτη και προστάτη.
Όταν πέρασαν αρκετά χρόνια και ο διωγμός κόπασε, αποφάσισε να επιστρέψει με τα ιερά λείψανα στην πατρίδα της. Με ψεύτικο πρόσχημα ζήτησε από τον επίτροπο την άδεια να μεταφέρει δήθεν τα οστά του συζύγου της. Πρόσφερε πλούσιο δώρο και έλαβε τη συγκατάθεση, και έτσι παρέλαβε αντί του ανδρός της τα λείψανα του αγίου Ουάρου. Τα έφερε ως πολύτιμο θησαυρό στο χωριό της Έδρα, κοντά στο όρος Θαβώρ, και τα τοποθέτησε στον οικογενειακό τάφο. Άρχισαν να συρρέουν Χριστιανοί στον τάφο για προσκύνηση, και πολλά θαύματα γίνονταν με τις πρεσβείες του Ουάρου.
Η Κλεοπάτρα αποφάσισε τότε να κτίσει ναό προς τιμήν του μάρτυρα και ξεκίνησε αμέσως την οικοδομή. Ο γιος της Ιωάννης είχε φθάσει στα δεκαεπτά του χρόνια και είχε λάβει τιμητική θέση στο βασιλικό στράτευμα. Η μητέρα του όμως ζήτησε να καθυστερήσει την υπηρεσία ώστε να σηκώσουν μαζί την κλίνη του αγίου μάρτυρα. Όταν ολοκληρώθηκε ο ναός, κάλεσε επισκόπους και κληρικούς και έθεσαν τα λείψανα κάτω από την Αγία Τράπεζα. Έβαλε επάνω στα λείψανα τη στρατιωτική ζώνη και την ενδυμασία του γιου της για να αγιαστούν.
Παρακάλεσε τον μάρτυρα να γίνει βοηθός του παιδιού της και ζητούσε ταπεινά όσα ήταν αρεστά στον Θεό. Μετά τη θεία λειτουργία ετοίμασε πλούσιο γεύμα και υπηρετούσε τους καλεσμένους μαζί με τον γιο της τον Ιωάννη. Εκείνος όμως ξαφνικά αρρώστησε σφοδρά, ξάπλωσε στο κρεβάτι του και έφυγε από τη ζωή μέσα στο μεσονύκτιο. Η μάνα έτρεξε με σπαραγμό στον ναό και κατηγόρησε τον άγιο γιατί επέτρεψε τον θάνατο του μονογενούς της. Στον ύπνο της εμφανίσθηκε ο Ουάρος κρατώντας από το χέρι τον Ιωάννη, λαμπρούς σαν τον ήλιο και χιονόλευκους.
Φορούσαν χρυσές ζώνες και ωραιότατα στέφανα και της φανέρωσαν ότι το παιδί κατατάχθηκε στο επουράνιο στράτευμα. Ζώντας ακόμη επτά χρόνια κοντά στον ναό με νηστεία και αδιάλειπτη προσευχή, η μακαρία γυναίκα κοιμήθηκε εν Κυρίω. Ταις πρεσβείαις του αγίου σου μάρτυρος Ουάρου και της μακαρίας Κλεοπάτρας μετά του υιού αυτής Ιωάννου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.