Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιος Ιωσήφ ο Θαυματουργός της Βολοκολάμσκ
Σε μια εποχή που η Ορθόδοξη Ρωσία αναζητούσε νέα στηρίγματα μπροστά στις απειλές της κακοδοξίας, αναδείχθηκε ένας από τους μεγαλύτερους ηγουμένους της εκκλησιαστικής της παραδόσεως. Ο όσιος Ιωσήφ της Βολοκολάμσκ έλαμψε ως ασκητής, ιδρυτής μονής, υπερασπιστής της πίστεως και ζωντανός θεολόγος της εποχής του. Στον κόσμο ονομαζόταν Ιωάννης Σάνιν και γεννήθηκε το έτος χίλια τετρακόσια σαράντα, σε ένα μικρό χωριό κοντά στην πόλη Βολοκολάμσκ. Το χωριό αυτό λεγόταν Γιαζβίστς Πόκροφ και βρισκόταν σε μικρή απόσταση από τη φημισμένη πόλη Βολοκολάμσκ της κεντρικής Ρωσίας.
Ο πατέρας του Ιωάννης και η μητέρα του Μαρίνα ήταν ευσεβείς γονείς, οι οποίοι αργότερα έλαβαν και οι δύο το αγγελικό σχήμα. Ο πατέρας πήρε το μοναχικό όνομα Ιωαννίκιος, ενώ η μητέρα έλαβε το σχήμα της μεγαλόσχημης Μαρίας στα γεράματά της. Όταν ήταν επτά ετών, ο μικρός Ιωάννης παραδόθηκε στον φωτισμένο γέροντα Αρσένιο της μονής της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Μέσα σε ένα μόλις έτος έμαθε ολόκληρο το Ψαλτήριο και τον επόμενο χρόνο ολόκληρη την Αγία Γραφή.
Διακρίθηκε γρήγορα ως αναγνώστης και ψάλτης, και η εξαιρετική μνήμη του προκαλούσε θαυμασμό σε όλους τους συγχρόνους του. Συχνά δεν χρειαζόταν κανένα βιβλίο στο κελί του, καθώς απήγγειλε από στήθους Ψαλτήρι, Ευαγγέλιο και Αποστόλους. Από νεαρή ηλικία ο Ιωάννης ζούσε σαν μοναχός, καθώς απέφευγε κάθε μάταιο λόγο και μελετούσε αδιάκοπα τα έργα των αγίων Πατέρων. Ο ίδιος ο βιογράφος του σημειώνει ότι από τα παιδικά του χρόνια απέφευγε αισχρές κουβέντες και κάθε ακατάσχετη ευθυμία.
Στα είκοσι χρόνια του εγκατέλειψε το πατρικό σπίτι και αναχώρησε στην έρημο, κοντά στη μονή Σαββίνου του Τβερ. Εκεί συνάντησε τον αυστηρό ασκητή γέροντα Βαρσανούφιο, όμως ο κανόνας της μονής του φάνηκε ανεπαρκής για τους πνευματικούς του πόθους. Με την ευλογία του γέροντος, μετέβη στη Μπορόφ και παρουσιάστηκε στον όσιο Παφνούτιο, που ήταν πνευματικό τέκνο της γραμμής του αγίου Σεργίου του Ραντονέζ. Η απλή ζωή του γέροντος, οι κοινές εργασίες με τους αδελφούς και η ακριβής τήρηση του κανόνα συγκίνησαν βαθιά τη νεανική του ψυχή.
Στις δεκατρείς Φεβρουαρίου του έτους χίλια τετρακόσια εξήντα, ο όσιος Παφνούτιος τον έκειρε μοναχό και του έδωσε το όνομα Ιωσήφ. Ο νέος μοναχός ανέλαβε με ζήλο τα βαρύτερα διακονήματα, στο μαγειρείο, στο φούρνο και στο νοσοκομείο της μονής. Φρόντιζε τους ασθενείς αδελφούς με τόση αγάπη, ώστε φαινόταν ότι υπηρετούσε τον ίδιο τον Χριστό μέσα στο πρόσωπο του κάθε αρρώστου. Με τα ίδια του τα χέρια τους έδινε φαγητό και ποτό, τους τακτοποιούσε τα κλινοσκεπάσματα και φρόντιζε για κάθε ανάγκη τους.
Η μουσική του φωνή ξεχώριζε στις ακολουθίες, σαν γλυκόλαλο πτηνό που γλύκαινε την ακρόαση των πιστών της μονής. Ο όσιος Παφνούτιος τον όρισε εκκλησιάρχη, ώστε να τηρείται με ακρίβεια ο τυπικός κανόνας της λατρευτικής ζωής. Συνολικά παρέμεινε στη μονή της Μπορόφ περίπου δεκαεπτά χρόνια, κάτω από την έμπειρη πνευματική καθοδήγηση του γέροντος. Αυτά τα χρόνια υπήρξαν για τον νεαρό μοναχό άριστο πνευματικό σχολείο, το οποίο τον ετοίμασε για το μελλοντικό έργο της ηγουμενίας.
Λίγο πριν την κοίμηση του οσίου Παφνουτίου, χειροτονήθηκε ιερομόναχος και κατά την επιθυμία του γέροντος αναδείχθηκε ηγούμενος της μονής. Ο νέος ηγούμενος αποφάσισε να μεταμορφώσει τη ζωή της αδελφότητας σύμφωνα με τις αρχές της αυστηρής κοινοβιακής ζωής. Πρότυπό του ήταν η Λαύρα των Σπηλαίων του Κιέβου, η Λαύρα του αγίου Σεργίου και η μονή του αγίου Κυρίλλου της Λευκής Λίμνης. Όμως οι περισσότεροι αδελφοί αντιστάθηκαν σθεναρά, και μόνον επτά ευσεβείς μοναχοί συμπαραστάθηκαν στις προσπάθειες του οσίου.
Αποφάσισε τότε να επισκεφθεί άλλες ρωσικές κοινοβιακές μονές, για να μελετήσει εκ του σύνεγγυς την καλύτερη τάξη μοναχικής ζωής. Έφτασε με τον γέροντα Γεράσιμο στη μονή του αγίου Κυρίλλου και άντλησε δύναμη και έμπνευση για το μεταρρυθμιστικό του έργο. Η μονή του αγίου Κυρίλλου αποτελούσε από μόνη της εξαίρετο πρότυπο αυστηρής ασκητικής ζωής και σταθερής κοινοβιακής τάξεως. Όταν επέστρεψε στη Μπορόφ, ο όσιος αντιμετώπισε ξανά την ίδια άκαμπτη αντίσταση των αδελφών στις πνευματικές μεταρρυθμίσεις.
Αποφάσισε λοιπόν να ιδρύσει νέα μονή με αυστηρή κοινοβιακή τάξη, στην ιδιαίτερη πατρίδα του, τη Βολοκολάμσκ. Πήρε μαζί του τους επτά ομόψυχους μοναχούς και ξεκίνησε προς τα δάση της παιδικής του πατρίδας, ως νέος Αβραάμ μοναστικής πορείας. Στην περιοχή ηγεμόνευε τότε ο ευσεβής πρίγκιπας Βόρις Βασίλιεβιτς, αδελφός του Μεγάλου Πρίγκιπα Ιωάννη του Τρίτου. Ο πρίγκιπας υποδέχθηκε με χαρά τον φημισμένο ασκητή και του παραχώρησε γη στη συμβολή των ποταμών Στρούγκα και Σέστρα.
Η εκλογή του τόπου σημαδεύτηκε με θαυμαστό γεγονός, καθώς μια ξαφνική θύελλα γκρέμισε τα δέντρα μπροστά στα μάτια των ασκητών. Έτσι το έδαφος καθαρίστηκε από μόνο του, σαν να ετοιμαζόταν από τον ίδιο τον Θεό για το νέο μοναστήρι. Τον Ιούνιο του έτους χίλια τετρακόσια εβδομήντα εννέα ύψωσαν σταυρό και έκτισαν ξύλινο ναό προς τιμήν της Κοιμήσεως της Θεοτόκου. Στις δεκαπέντε Αυγούστου του ίδιου έτους έγιναν τα εγκαίνια, και αυτή η ημέρα θεωρείται η επίσημη ίδρυση της μονής.
Ο ίδιος ο όσιος εργαζόταν με τα ίδια του τα χέρια στις οικοδομικές εργασίες, κόβοντας ξύλα και κουβαλώντας κορμούς. Ήταν ικανός σε κάθε ανθρώπινη τέχνη, καθώς έκοβε δένδρα, μετέφερε κούτσουρα και πριόνιζε ξυλεία για τις ανάγκες των πιστών. Όλη η ημέρα του περνούσε στους κόπους της κατασκευής και όλη η νύχτα στην κατά μόνας προσευχή του κελιού του. Θυμόταν διαρκώς τη φράση των Παροιμιών ότι οι επιθυμίες σκοτώνουν τον οκνηρό, καθώς τα χέρια του δεν θέλουν να εργαστούν.
Σύντομα ο αριθμός των μοναχών έφθασε τους εκατό άνδρες, καθώς οι καλές φήμες προσέλκυαν πολλούς νέους ασκητές. Ο όσιος φρόντιζε να αποτελεί παράδειγμα σε όλα, και διατηρούσε την ίδια απλή εμφάνιση με τους υπόλοιπους αδελφούς της μονής. Φορούσε ταπεινά ρούχα και βαμβακερά υποδήματα από φλοιό δένδρου, χωρίς κανένα σημάδι εξωτερικής διακρίσεως ή τιμής. Ήταν ο πρώτος που έφθανε στον ναό και ο τελευταίος που έφευγε από τις ιερές ακολουθίες της μονής.
Διάβαζε και έψαλλε μαζί με τους υπόλοιπους αδελφούς στους χορούς, ενώ δίδασκε με τη ζωή και τον λόγο του πιστούς. Τις νύχτες περιπολούσε σιωπηλά γύρω από τα κελιά, για να διαφυλάξει την προσευχητική ησυχία της κοινοβιακής αδελφότητας. Όταν άκουγε άσκοπες συζητήσεις, χτυπούσε διακριτικά την πόρτα και αποχωρούσε ήσυχα, χωρίς να επιπλήξει ποτέ κανέναν αδελφό. Συνέταξε αυστηρό κανόνα για την εσωτερική ζωή των μοναχών, ο οποίος ρύθμιζε κάθε λεπτομέρεια της καθημερινής τους πορείας.
Ο ίδιος εφάρμοζε πρώτος το κανόνα, αναλαμβάνοντας πάντοτε τα δυσκολότερα διακονήματα της μονής χωρίς να εξαιρεθεί από καμία υποχρέωση. Η βάση του κανόνα ήταν η πλήρης ακτημοσύνη, η αποταγή του ιδίου θελήματος και η αδιάλειπτη εργασία προς δόξαν του Θεού. Οι αδελφοί κατείχαν τα πάντα από κοινού, ρούχα, υποδήματα, τροφή και κάθε άλλο πράγμα της καθημερινής ζωής. Κανένας αδελφός δεν επιτρεπόταν να φέρει στο κελί του οτιδήποτε προσωπικό, ούτε βιβλίο ούτε εικόνα, χωρίς την ευλογία του ηγουμένου.
Μέρος του φαγητού της τραπέζης μοιραζόταν τακτικά στους φτωχούς, με κοινή και ομόθυμη συμφωνία ολόκληρης της αδελφότητος. Η ευχή του Ιησού δεν εγκατέλειπε ποτέ τα χείλη των μοναχών, ενώ η εργασία και η προσευχή γέμιζαν κάθε ώρα. Η ραθυμία θεωρούνταν από τον όσιο ως κύριο όπλο της δαιμονικής πλάνης εναντίον της ίδιας της μοναστικής αδελφότητος. Ο ίδιος ο γέροντας αναλάμβανε τα βαρύτερα διακονήματα, δίνοντας μέτρο φιλοπονίας σε όλους τους νέους μοναχούς της μονής.
Η μονή απέκτησε γρήγορα φήμη για την αντιγραφή λειτουργικών βιβλίων και πατερικών κειμένων, με βιβλιοθήκη από τις πλουσιότερες της Ρωσίας. Από το έτος χίλια τετρακόσια ογδόντα τέσσερα μέχρι το χίλια τετρακόσια ογδόντα πέντε κτίσθηκε λίθινος ναός της Κοιμήσεως. Τους τοίχους ιστόρησε ο διάσημος ζωγράφος Διονύσιος, μαζί με τους γιους του Βλαδίμηρο και Θεοδόσιο, σε εξαιρετικής ομορφιάς εικαστικό έργο. Στα ίδια χρόνια έλαβαν μέρος στη διακόσμηση και οι ανιψιοί του οσίου, οι μοναχοί Δοσίθεος και Βασσιανός Τοπόρκωφ.
Το έτος χίλια πεντακόσια τέσσερα ολοκληρώθηκε επίσης ο θερμός ναός των Θεοφανείων, καθώς και άλλα σημαντικά κτίσματα της μονής. Στην ίδια περίοδο ανεγέρθηκε θερμός ναός των Θεοφανείων, ένα καμπαναριό και παρακλήσιο της Οδηγήτριας μέσα στο τείχος της μονής. Ο όσιος Ιωσήφ ανέθρεψε ολόκληρη γενιά λαμπρών μοναχών, οι οποίοι διέπρεψαν στην εκκλησιαστική, ποιμαντική και θεολογική ζωή της Ρωσίας. Ανάμεσά τους ξεχωρίζουν ο Μητροπολίτης Μόσχας Δανιήλ και ο Μητροπολίτης Μακάριος, που συνέγραψε τα μεγάλα Μηναία της Ρωσικής Εκκλησίας.
Στους μαθητές του ανήκαν ακόμη ο αρχιεπίσκοπος Ροστόβ Βασσιανός, και πολλοί επίσκοποι Σουζντάλ, Κρουτίτσας και Τβερ. Άγιοι ιεράρχες όπως ο Γουρίας και ο Γερμανός του Καζάν, καθώς και ο Βαρσανούφιος Τβερ, βγήκαν από τη μονή της Βολοκολάμσκ. Η ιστορία έχει διασώσει τα ονόματα πολλών μαθητών και συνασκητών του οσίου, οι οποίοι ανέπτυξαν περαιτέρω τις διδαχές του. Η επιρροή του οσίου δεν περιοριζόταν στο μοναστήρι, αφού πολλοί λαϊκοί προσέρχονταν για να ζητήσουν την πνευματική του συμβουλή.
Με χάρισμα διορατικότητας έβλεπε τα κρύφια των ψυχών και αποκάλυπτε στους πιστούς το θέλημα του Θεού. Ευγενείς και πρίγκιπες τον παρακαλούσαν να γίνει ανάδοχος των παιδιών τους και του εξομολογούνταν με εμπιστοσύνη. Όλη η περιοχή γύρω από τη μονή θεωρούσε τον γέροντα πνευματικό πατέρα και προστάτη της καθημερινής ζωής της. Οι πιστοί τού άνοιγαν την ψυχή τους στην εξομολόγηση και ζητούσαν γραπτές οδηγίες ζωής, για να εφαρμόσουν πιστά τις πατρικές του υποδείξεις.
Σε καιρούς πείνας και θλίψεως, η μονή τάιζε καθημερινά μέχρι και επτακόσιους ανθρώπους από τη γύρω αγροτική περιοχή. Όλη η γη του Βολότσκ ζούσε με την παρουσία του και το όνομα Ιωσήφ αντηχούσε ως κάτι ιερό στα χείλη όλων. Η μονή δεν διακρινόταν μόνο για την ευσέβεια και τη φιλανθρωπία, αλλά και για τις χαριτωμένες θείες φανερώσεις. Κάποτε, στον όρθρο του Μεγάλου Σαββάτου, ο ενάρετος μοναχός Βησσαρίων είδε το Άγιο Πνεύμα σαν λευκή περιστερά. Η περιστερά καθόταν επάνω στο Επιτάφιο του Κυρίου, ενώ το έφερε στους ώμους του ο όσιος Ιωσήφ.
Ο ηγούμενος ζήτησε από τον μοναχό να σιωπήσει για το όραμα, και χάρηκε εσωτερικά για την υποδοχή του Θεού. Ο ίδιος μοναχός είδε αργότερα ψυχές κοιμηθέντων αδελφών, λευκές σαν χιόνι, να εξέρχονται από τα στόματα των ετοιμοθανάτων. Στον ίδιο τον όσιο Ιωσήφ αποκαλύφθηκε από τον Θεό η ημέρα της εξόδου του από την παρούσα ζωή. Δέχθηκε με ευγνωμοσύνη τα Άχραντα Μυστήρια του Κυρίου και ντύθηκε το μέγα και αγγελικό σχήμα των μοναχών. Παρά την παρηγοριά των οραμάτων, η ζωή του δεν υπήρξε εύκολη, καθώς ταλαιπωρήθηκε από πολλές δοκιμασίες και ταλαιπωρίες.
Ο Κύριος όμως τον δοκίμαζε πάντοτε σύμφωνα με το μέτρο της πνευματικής του δυνάμεως και τον στήριζε στις μεγαλύτερες θλίψεις. Στους χαλεπούς εκείνους καιρούς ο Κύριος τον ανέδειξε υπερασπιστή της Ορθοδοξίας απέναντι στις αιρέσεις και στις εκκλησιαστικές διαμάχες. Κατέβαλε τεράστιο αγώνα εναντίον της αιρέσεως των ιουδαϊζόντων, οι οποίοι προσπαθούσαν να δηλητηριάσουν τα πνευματικά θεμέλια της Ρωσίας. Όπως οι Πατέρες των Οικουμενικών Συνόδων αντιμετώπισαν τις παλαιές αιρέσεις, έτσι και ο όσιος αναδείχθηκε από τον Θεό σε νέο διδάσκαλο.
Συνέγραψε το μεγάλο του έργο, τον Φωτιστή, που θεωρείται το πρώτο εγχειρίδιο ρωσικής Ορθοδόξου θεολογίας στην ιστορία. Η πρώτη του επιστολή «Περί του Μυστηρίου της Αγίας Τριάδος» γράφτηκε ήδη όταν ζούσε ως μοναχός στη μονή Παφνουτίου του Μπορόφ, το έτος χίλια τετρακόσια εβδομήντα επτά. Ο αιρετικός κήρυκας Σχάρια ή Ζαχαρίας έφθασε στο Νόβγκοροντ μαζί με τη συνοδεία του Λιθουανού πρίγκιπα Μιχαήλ Ολελκόβιτς. Εκμεταλλεύτηκε την ελλιπή κατήχηση μερικών κληρικών και έσπειρε δυσπιστία απέναντι στην ιεραρχία της Εκκλησίας της Ρωσίας.
Έσπρωχνε ανθρώπους προς την αυθαιρεσία της προσωπικής τους ερμηνείας σε ζητήματα πίστεως και σωτηρίας, εκτός εκκλησιαστικής αυθεντίας. Σταδιακά οδήγησε τους πλανεμένους στην απόρριψη των ιερών εικόνων, της τιμής των αγίων και των σωτηρίων μυστηρίων. Έτσι αρνήθηκαν τη διδασκαλία της Αγίας Τριάδος και την ενανθρώπηση του Θεού Λόγου, χάνοντας κάθε αληθινή γνώση του Θεού. Αν δεν έπαιρναν αποφασιστικά μέτρα οι ποιμένες της Εκκλησίας, ολόκληρη η ορθόδοξη Χριστιανοσύνη της Ρωσίας απειλούνταν με την κατάλυση από τις αιρετικές διδασκαλίες.
Ο όσιος Ιωσήφ μαζί με τον άγιο Γεννάδιο Νοβγκορόντου κάλεσαν σε αγώνα όλη την Εκκλησία εναντίον αυτής της επικίνδυνης αιρέσεως. Από την αρχή η μονή της Κοιμήσεως στη Βολοκολάμσκ έγινε προμαχώνας της Ορθοδοξίας στη μάχη εναντίον της αιρέσεως. Εκεί ο όσιος έγραψε τα κυριότερα έργα του και κυκλοφορούσε τις θερμές αντιαιρετικές του επιστολές, ονομάζοντάς τες ταπεινά «βιβλιακές ασκήσεις». Δυστυχώς ο Μεγάλος Πρίγκιπας Ιωάννης ο Τρίτος είχε γοητευθεί από τους ιουδαΐζοντες και τους κάλεσε στη Μόσχα με μεγάλες τιμές.
Τοποθέτησε δύο από αυτούς ως αρχιερείς στους κεντρικούς ναούς του Κρεμλίνου, και προσκάλεσε τον ίδιο τον αρχιαιρετικό Σχάρια. Πολλοί άρχοντες παρασύρθηκαν, ακόμη και η συμπεθέρα του πρίγκιπος Ελένη Βολοσάνκα και ο γραμματικός Θεόδωρος Κουρίτσιν. Στον θρόνο των Μητροπολιτών της Μόσχας ανέβηκε ο αιρετικός Ζωσιμάς και προσέβαλε ολόκληρη την πιστή Ρωσία με την παρουσία του. Με τους κόπους του οσίου και τα συγγράμματά του, ο Ζωσιμάς καθαιρέθηκε από τον θρόνο το έτος χίλια τετρακόσια ενενήντα τέσσερα.
Από το χίλια πεντακόσια δύο μέχρι το χίλια πεντακόσια τέσσερα, οι αμετανόητοι ιουδαΐζοντες καταδικάστηκαν σε εκκλησιαστική σύνοδο της Μόσχας. Είχαν βλασφημήσει εναντίον της Αγίας Τριάδος, του Χριστού Σωτήρος, της Παναγίας Θεοτόκου και της ίδιας της Εκκλησίας, και αξίζανε την αυστηρή καταδίκη. Στη Μόσχα συγκλήθηκε σύνοδος, που με την προεδρία του οσίου επιβεβαίωσε το αδιάλυτο της εκκλησιαστικής περιουσίας απέναντι σε κοσμικές αξιώσεις. Δίδαξε ότι κάθε εκκλησιαστική περιουσία ανήκει στον Θεό και είναι αφιερωμένη σε αυτόν, ως ιερή παρακαταθήκη της Εκκλησίας.
Ο όσιος ξεκίνησε το λεγόμενο Νομοκάνονα, μια μεγάλη συλλογή των κανόνων της Ορθοδόξου Εκκλησίας, που ολοκλήρωσε ο Μητροπολίτης Μακάριος. Παράλληλα υπήρξε φλογερός υποστηρικτής της κεντρικής εξουσίας της Μόσχας ως νέου ορθοδόξου πολιτισμικού κέντρου του μεταβυζαντινού κόσμου. Από τη διδασκαλία του γεννήθηκε η περίφημη θεωρία της τρίτης Ρώμης, την οποία διατύπωσε ο μαθητής του Φιλόθεος του Πσκόβ. Εκείνος δίδαξε ότι δύο Ρώμες έπεσαν, η Μόσχα είναι η τρίτη και τετάρτη δεν θα υπάρξει στην ιστορία.
Ο όσιος είχε ακόμη πολλές δοκιμασίες, καθώς θύμωσε τον ίδιο τον Μέγα Πρίγκιπα Ιωάννη τον Τρίτο και τον τοπικό πρίγκιπα Θεόδωρο του Βολότσκ. Το έτος χίλια πεντακόσια οκτώ υπέστη άδικη απαγόρευση από τον αρχιεπίσκοπο Σεραπίωνα του Νόβγκοροντ, με τον οποίο γρήγορα συμφιλιώθηκε. Πολλοί έχουν αντιπαραθέσει τον όσιο Ιωσήφ με τον σύγχρονό του όσιο Νείλο τον Σόρσκυ, ως αντίθετα ρεύματα μοναχισμού. Αυτή η αντιπαράθεση παρουσιάστηκε ιστορικά ως διαφορά ανάμεσα στην εξωτερική δράση και την εσωτερική νοερά εργασία της θεωρίας.
Όμως η αντίθεση αυτή είναι ψευδής, αφού οι δύο όσιοι υπήρξαν στην πραγματικότητα πνευματικοί αδελφοί και συγκληρονόμοι της παραδόσεως. Ο όσιος Ιωσήφ συνέθεσε μέσα στον κανόνα του τη μέριμνα για κοινοβιακή τάξη και την εσωτερική νοερά εργασία της προσευχής. Ο όσιος Νείλος είχε ασκητεύσει στο Άγιον Όρος και είχε φέρει στη Ρωσία τη διδασκαλία της ευχής του Ιησού. Στην πραγματικότητα ο όσιος Ιωσήφ εκτιμούσε τον Νείλο και έστελνε τους μαθητές του κοντά του για να μάθουν την εσωτερική προσευχή.
Η εξωτερική εργασία και η εσωτερική προσευχή αποτελούν δύο πλευρές της ίδιας χριστιανικής κλήσεως και αλληλοσυμπληρώνονται. Πέρασαν τα χρόνια και ο όσιος γέρασε, ενώ συνέχιζε ακούραστα τις οικοδομικές και πνευματικές εργασίες της μονής. Λίγο πριν την κοίμηση κάλεσε τους αδελφούς, τους έδωσε την ειρήνη και την ευλογία του και έδειξε τέλειο παράδειγμα ταπεινής μετάστασης. Η οσιακή κοίμησή του συνέβη ειρηνικά στις εννέα Σεπτεμβρίου του έτους χίλια πεντακόσια δεκαπέντε, με μυστηριακή ετοιμασία και σχήμα.
Επικήδειο λόγο εκφώνησε ο μαθητής και ανιψιός του, ο μοναχός Δοσίθεος Τοπόρκωφ, αναδεικνύοντας το πνευματικό μέγεθος του γέροντος. Στη συνέχεια ο μαθητής του Σάββας ο Μαύρος, επίσκοπος Κρουτίτσας, συνέταξε τον πρώτο επίσημο Βίο του οσίου, την δεκαετία του χίλια πεντακόσια σαράντα. Ο όσιος εμνημονεύεται ακόμη και άλλες δύο ημερομηνίες κατά τη διάρκεια του εκκλησιαστικού έτους, στις εννέα Σεπτεμβρίου και τις δεκατρείς Φεβρουαρίου. Τον Βίο αυτόν συνέταξε με την ευλογία του Μητροπολίτη Μακαρίου, ενώ αργότερα ο Λέων ο Φιλόλογος έγραψε δεύτερη έκδοση.
Το κείμενο εντάχθηκε στα μεγάλα Μηναία της Ρωσικής Εκκλησίας, χάρη στην εκδοτική πρωτοβουλία του ιδίου του Μακαρίου. Η τοπική τιμή του οσίου καθιερώθηκε στη μονή της Βολοκολάμσκ τον Δεκέμβριο του έτους χίλια πεντακόσια εβδομήντα οκτώ. Στο πανεκκλησιαστικό επίπεδο η μνήμη του ορίσθηκε επί Πατριάρχου Ιώβ, την πρώτη Ιουνίου του έτους χίλια πεντακόσια ενενήντα ένα. Ο ίδιος ο Πατριάρχης Ιώβ υπήρξε μαθητής της μονής και συνέθεσε την επίσημη ακολουθία του οσίου, που εντάχθηκε στα Μηναία.
Ο Πατριάρχης Ιώβ είχε επίσης κουρεύσει μοναχό τον άγιο Γερμανό του Καζάν και υπήρξε θερμός θαυμαστής του οσίου Ιωσήφ. Το έργο του Φωτιστού περιλαμβάνει δεκαέξι λόγους για την Αγία Τριάδα, τον Χριστό, τις προφητείες, τις εικόνες και τα έσχατα. Τέσσερις τελευταίοι λόγοι αναπτύσσουν τις μεθόδους του αγώνα της Εκκλησίας απέναντι στους αιρετικούς και τα μέσα της μετανοίας τους. Η θεολογική κληρονομιά του οσίου αποτελεί αναμφισβήτητη συμβολή στον ορθόδοξο πατερικό θησαυρό και εμπνέει μέχρι σήμερα τους πιστούς.
Ένας ακόμη μαθητής της σχολής της Βολοκολάμσκ υπήρξε ο Πατριάρχης ιερομάρτυρας Ερμογένης, πνευματικός ηγέτης της Ρωσίας στην περίοδο της Πολωνικής εισβολής. Με τις πρεσβείες του ακούραστου ηγουμένου και θεολόγου, αξιωθούμε όλοι της ουρανίου βασιλείας του Κυρίου ημών Ιησού Χριστού, αμήν.