Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Οσία Πελαγία η από Πορνών
Στην πολυτάραχη Αντιόχεια της αρχαίας Συρίας έζησε μια από τις πιο συγκλονιστικές μορφές μετανοίας που γνώρισε ποτέ η Εκκλησία του Χριστού. Η Πελαγία ήταν διάσημη χορεύτρια και πρώτη εταίρα της πόλης, που γοήτευε με την ομορφιά της και κατέστρεφε με την ασωτία της. Η ζωή της ήταν βουτηγμένη μέσα στον οίστρο των αμαρτωλών ηδονών και των πολυτελειών της σαρκός. Είχε πλουτίσει υπερβολικά από τη διεφθαρμένη της ζωή, και ξόδευε τον πλούτο της σε ακριβά κοσμήματα, αρώματα και πολυτελή ενδύματα.
Συνοδευόταν παντού από πλήθος δούλων και νεαρών υπηρετών, και κυκλοφορούσε στους δρόμους της Αντιόχειας με μεγάλη και σκανδαλώδη υπερηφάνεια. Η ακολασία είχε πωρώσει τόσο τη συνείδησή της, ώστε καμιά έννοια μετανοίας δεν μπορούσε να εισχωρήσει στην ψυχή της. Φαινόταν καταδικασμένη από την επίγεια ζωή της να ριχθεί στο πυρ της αιωνίου κολάσεως, χωρίς καμία ελπίδα σωτηρίας. Όμως ο πολυεύσπλαχνος Κύριος μας διαβεβαίωσε ότι οι τελώνες και οι πόρνες προάγουσιν στη βασιλεία του Θεού.
Έτσι ετοίμασε για αυτήν την έκπτωτη γυναίκα έναν αναπάντεχο δρόμο σωτηρίας μέσα από το συγκλονιστικό κήρυγμα ενός αγίου. Η συνάντηση που θα άλλαζε ριζικά την πορεία της επρόκειτο να γίνει σε δημόσια εκκλησιαστική σύναξη μπροστά σε επισκόπους. Η χάρη του Θεού περίμενε ήσυχα την ώρα της κλήσης της, για να την οδηγήσει στο φως της μετανοίας. Ο αρχιεπίσκοπος Αντιοχείας είχε προσκαλέσει οκτώ επισκόπους από γειτονικές πόλεις για να συσκεφθούν στα ζητήματα της Εκκλησίας.
Ανάμεσά τους ήταν και ο Άγιος Νόννος, επίσκοπος Εδέσσης, ένας θεοφόρος ανήρ που προηγουμένως ασκήτευε αυστηρά στο μοναστήρι Ταβέννης. Όταν οι επίσκοποι συγκεντρώθηκαν έξω από την εκκλησία του Αγίου Ιουλιανού, ζήτησαν από τον Νόννο να τους διδάξει. Εκείνη τη στιγμή πέρασε από εκεί η ξακουστή εταίρα Πελαγία, καβάλα στην πολυτελή της άμαξα και περιστοιχισμένη από νεαρούς θαυμαστές. Φορούσε ασκεπή την κεφαλή και αποκαλυμμένους τους ώμους, σκορπίζοντας τριγύρω αρώματα και την πρόκληση της ομορφιάς της.
Οι άλλοι επίσκοποι έκλεισαν τα μάτια τους από αιδώ, όμως ο Νόννος την παρακολούθησε προσεκτικά μέχρι να εξαφανιστεί από τα μάτια του. Στράφηκε τότε στους αδελφούς επισκόπους και τους είπε με δάκρυα ότι αυτή η γυναίκα θα τους κατακρίνει την ημέρα της Κρίσεως. Εκείνη φρόντιζε ώρες ολόκληρες την ομορφιά του σώματος για πρόσκαιρους εραστές, ενώ εμείς δεν φροντίζουμε τις ψυχές μας για τον αθάνατο Νυμφίο Χριστό. Επιστρέφοντας στο κελί του, ο άγιος έπεσε με το πρόσωπο στη γη και προσευχήθηκε με δάκρυα.
Παρακαλούσε τον Κύριο να μην αφήσει το ωραίο πλάσμα των χειρών του στην εξουσία του διαβόλου και της φθοράς. Ζητούσε επίμονα να επιστρέψει η Πελαγία και να δοξαστεί το όνομα του Θεού στη μετάνοιά της. Την επόμενη Κυριακή ο Νόννος κήρυξε στον λαό με δύναμη Πνεύματος Αγίου για τη φοβερή Κρίση και την αιώνια ανταπόδοση των πεπραγμένων. Από θεία οικονομία πέρασε εκείνη την ώρα από τον ναό και η Πελαγία, που ποτέ άλλοτε δεν είχε μπει σε εκκλησία. Ακούγοντας το συγκλονιστικό κήρυγμα του αγίου επισκόπου, η ψυχή της κατατρύπησε από φόβο Θεού και βαθιά συντριβή.
Έχυσε ποτάμια δάκρυα μετανοίας, καθώς αναλογιζόταν τα πλήθος και τα φοβερά αμαρτήματα της προηγούμενης άσωτης ζωής της. Έστειλε αμέσως υπηρέτες να μάθουν πού έμενε ο άγιος, και του απέστειλε επιστολή ζητώντας οδηγία και βάπτισμα. Έγραψε με ταπείνωση ότι ήταν μαθήτρια του διαβόλου, αλλά ποθούσε να γνωρίσει τον Σωτήρα των αμαρτωλών. Ο Νόννος συγκάλεσε τους άλλους επισκόπους και την υποδέχθηκε ενώπιον όλων, κατά τους κανόνες της Εκκλησίας. Όταν εμφανίστηκε ενώπιόν τους η Πελαγία, έπεσε με κλάμα στα πόδια του αγίου και ζητούσε επίμονα το βάπτισμα.
Φώναζε με συντριβή ότι ήταν θάλασσα αμαρτιών και άβυσσος ανομίας, αλλά πίστευε ακράδαντα στη μεγάλη ευσπλαχνία του Σωτήρος Χριστού. Ο επίσκοπος Νόννος την κατήχησε με προσοχή και την βάπτισε στο όνομα του Πατρός και του Υιού και του Αγίου Πνεύματος. Πνευματική της μητέρα έγινε η πρώτη διακόνισσα της εκκλησίας, η ευσεβής Ρωμανή, που την παρέλαβε από την ιερά κολυμβήθρα. Αμέσως μετά το βάπτισμα ο διάβολος εμφανίστηκε στην Πελαγία και προσπάθησε να την επαναφέρει στην προηγούμενη ζωή της.
Εκείνη όμως σφραγίστηκε με το σημείο του Σταυρού και επικαλέστηκε τον Ιησού Χριστό, και ο πειρασμός εξαφανίστηκε. Την τρίτη μέρα έφερε όλα τα πολύτιμα πλούτη και κοσμήματά της και τα παρέδωσε στα χέρια του αγίου Νόννου. Ο επίσκοπος όρκισε τον οικονόμο της Εκκλησίας να τα μοιράσει με τα χέρια του σε χήρες, ορφανά και πτωχούς. Η Πελαγία απελευθέρωσε όλους τους δούλους και τις δούλες της, δίνοντας στον καθένα αρκετό ασήμι και χρυσάφι. Δεν κράτησε τίποτε για τον εαυτό της, αφού τρεφόταν στο εξής από τα έσοδα της Ρωμανής της διακονίσσης.
Την όγδοη μέρα μετά το βάπτισμα έβγαλε τα λευκά ενδύματα του νεοφωτίστου και ντύθηκε ένα τραχύ τρίχινο ένδυμα. Πήρε κρυφά ένα παλιό ένδυμα του Νόννου και έφυγε από την Αντιόχεια χωρίς κανείς να γνωρίζει τον προορισμό της. Έφτασε στα Ιεροσόλυμα, και στο Όρος των Ελαιών έχτισε μικρό κελί για την υπόλοιπη ζωή της. Παρουσιαζόταν ως ο μοναχός ευνούχος Πελάγιος, και έγινε γνωστή σε όλους τους ασκητές της Παλαιστίνης για τις αρετές της. Έζησε σε αυστηρή έγκλειστη άσκηση πολλά χρόνια, μέχρι που κοιμήθηκε εν Κυρίω χωρίς να αποκαλύψει το φύλο της. Μόνο όταν οι μοναχοί άλειψαν το λείψανό της με αρώματα για ταφή κατάλαβαν με δέος ότι ήταν γυναίκα. Ταις πρεσβείαις της Οσίας Πελαγίας της από πορνών, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.