Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Άγιος Τρύφων ο Αρχιμανδρίτης της Βιάτκα
Στις παγωμένες ερημιές του ρωσικού βορρά, εκεί όπου το χιόνι κρατάει επτά μήνες και τα δάση κρύβουν ασκητικές πορείες αιώνων, γεννήθηκε ένας μικρός χωρικός που έμελλε να φωτίσει ολόκληρες παγανιστικές φυλές. Πρόκειται για τον Άγιο Τρύφωνα, αρχιμανδρίτη της Βιάτκα, που ήλθε στον κόσμο στα μέσα του δέκατου έκτου αιώνα στην απομακρυσμένη επαρχία της Μεζένης. Καταγόταν από το χωριό Μάλαγια Νεμιούσκα της περιοχής Πινέγκα, της μητροπόλεως Αρχαγγέλσκ, και ήταν ο μικρότερος γιος των πλούσιων ευσεβών χωρικών Δημητρίου και Πελαγίας.
Κατά το άγιο βάπτισμα έλαβε το όνομα Τρόφιμος, ο πατέρας του εκοιμήθη πρόωρα, και ο μικρός αναπτύχθηκε με τέλεια υπακοή προς τη μητέρα και τα μεγαλύτερα αδέλφια του. Όταν ενηλικιώθηκε, η οικογένειά του φρόντισε να τον παντρέψει με κάποια νύφη, αλλά εκείνος επιθυμούσε διακαώς τη μοναχική ζωή από τα παιδικά του χρόνια. Εγκατέλειψε λοιπόν το πατρικό σπίτι και κατέφυγε στην πόλη του Ορλόφ, που είχε χτιστεί από τους πλούσιους εμπόρους της οικογένειας Στρογκάνοφ.
Εκεί υποτάχθηκε στην πνευματική καθοδήγηση του ευλαβούς ιερέως Ιωάννου και κατόπιν εγκαταστάθηκε στην κωμόπολη Ορλέτσα κοντά σε ναό, υπομένοντας την πείνα και το κρύο της σκληρής περιοχής. Από εκεί προχώρησε στη μονή της Αγίας Μεταμορφώσεως στο Πύσκορ, στην επαρχία Περμ, παραπλεύρως του ποταμού Κάμα. Στη μονή του Πύσκορ ο νεαρός Τρόφιμος έλαβε τη μεγαλόσχημη κουρά σε ηλικία είκοσι δύο ετών από τον ηγούμενο Βαρλαάμ και πήρε το νέο όνομα Τρύφων. Διακρίθηκε γρήγορα για την αυστηρή του ευλάβεια, δεν παρέλειπε ποτέ καμία ιερά ακολουθία, ανέλαβε το διακόνημα του φούρναρη, και οι σφοδροί ασκητικοί του αγώνες τον έφεραν βαρύτατα ασθενή και αναίσθητο επί κλίνης.
Σε αυτή τη μεταξύ ζωής και θανάτου κατάσταση είδε άγγελο Κυρίου που ήθελε να τον αναβιβάσει στους ουρανούς. Άκουσε όμως φωνή που πρόσταζε τον άγγελο να αφήσει τον δούλο του Θεού ακόμη πάνω στη γη. Όταν συνήλθε, αντίκρυσε γέροντα με ολόλευκο ένδυμα και σταυρό στα χέρια του δίπλα στο κρεβάτι του. Ήταν ο μέγας Άγιος Νικόλαος, που τον ίανε με τη φράση «Σηκώσου και περπάτα», ενώ τον στήριξε στους ασκητικούς του πολέμους. Από φόβο της ανθρώπινης δόξας ο πατήρ Τρύφων εγκατέλειψε μυστικά το μοναστήρι και αναζήτησε ησυχία στην ερημιά.
Σταμάτησε σε έναν οικισμό των ειδωλολατρών Οστιάκων κοντά στον ποταμό Μουλιάνκα, εκεί όπου σήμερα υψώνεται η πόλη του Περμ. Με την ευλογία του Θεού κατάφερε να μεταστρέψει στον Χριστό τις φυλές των Οστιάκων και των Βογκούλων. Έπειτα αποσύρθηκε προς τον ποταμό Τσουσοβά και θεμελίωσε μοναστήρι προς τιμήν της Κοιμήσεως της Υπεραγίας Θεοτόκου. Το χίλια πεντακόσια ογδόντα ο Άγιος Τρύφων έφτασε στην πόλη Κχίνοβ της επαρχίας Βιάτκα και ίδρυσε εκεί μοναστήρι αφιερωμένο στην Κοίμηση της Θεοτόκου.
Αμέσως μετά χειροτονήθηκε αρχιμανδρίτης της νέας αδελφότητας με αυστηρό τυπικό κανόνα, που εφάρμοσε για τη σωτηρία των μοναχών του. Ως πραγματικός ασκητής φορούσε διαρκώς τρίχινο σάκο στο γυμνό του σώμα και βαριές σιδερένιες αλυσίδες ως διαρκή κατάνυξη. Η ψυχή του ποθούσε να φωτίσει με το φως της πίστεως τους πεπλανημένους και αφιέρωσε όλη του την ενέργεια στο ιερό έργο. Η ίδρυση της μονής στη Βιάτκα ήταν παλαιά επιθυμία των κατοίκων της πόλης, την οποία ο όσιος αρχικά αγνοούσε, και στην αρχή οι Βιάτκοι χάρηκαν, αλλά ο ζήλος τους ψυχράνθηκε γρήγορα.
Για την ολιγωρία τους ο Θεός τους παίδευσε με σφοδρή βροχόπτωση χωρίς διακοπή από τις δεκαπέντε Αυγούστου ως τις οκτώ Σεπτεμβρίου. Τότε η Παναγία εμφανίστηκε σε ευλαβή πολίτη και απαίτησε να εκπληρωθεί η υπόσχεσή τους, για να γλιτώσει η πόλη από την οργή. Έτσι το μοναστήρι ολοκληρώθηκε και αφιερώθηκε στην Κοίμηση, και ο όσιος Τρύφων αναγνωρίστηκε επίσημα ως ο πρώτος του ηγούμενος. Σε ταξίδι του στη Μόσχα και στο Καζάν ο Άγιος προφήτευσε στον μητροπολίτη Ερμογένη ότι θα γινόταν πατριάρχης και θα τελείωνε μαρτυρικά.
Προς το τέλος του βίου του ο Άγιος Τρύφων υπέμεινε μεγάλη θλίψη μέσα στην ίδια του τη μονή της Βιάτκα. Κάποιοι αδελφοί, δυσαρεστημένοι από τον αυστηρό τυπικό κανόνα που είχε εισαγάγει, ξεσηκώθηκαν εναντίον του γέροντα με επικεφαλής τον αγαπημένο υποτακτικό Ιωνά, τον οποίο ο ίδιος είχε ετοιμάσει ως διάδοχό του. Τον καθαίρεσαν από το αξίωμα του ηγουμένου και τον εξεδίωξαν από το μοναστήρι που εκείνος είχε ιδρύσει. Ο όσιος Τρύφων έφυγε σιωπηλά και άρχισε προσκυνητικό ταξίδι σε πόλεις και μοναστήρια της απέραντης Ρωσίας, όπου διοργάνωνε λιτανείες με τίμιο σταυρό και μοίραζε ελεημοσύνες στους φτωχούς και στους ασθενείς.
Στην κωμόπολη Σλομπόντσκ ίδρυσε νέα μονή προς τιμήν της Θεοφανείας του Κυρίου, δείχνοντας ότι ο διωγμός δεν είχε σταματήσει την ιεραποστολή του. Όταν όμως αισθάνθηκε ότι πλησιάζει το τέλος, ο γέρων πεθύμησε να αφήσει την τελευταία πνοή του στη μονή της Βιάτκα. Ο διάκονος Μάξιμος τον βρήκε άρρωστο μέσα σε μικρή βάρκα και τον μετέφερε προς το πολυπόθητο μοναστήρι. Με την παρέμβαση όλου του κλήρου της πόλης ο Ιωνάς μετανόησε και ζήτησε να τον υποδεχθεί ξανά στην αδελφότητα.
Στις πύλες της μονής τον περίμεναν γονατιστοί ο Ιωνάς και η αδελφότητα ζητώντας συγχώρεση από τον γέροντα πατέρα. Εκείνος αποκρίθηκε με δάκρυα ότι ο Θεός συγχωρεί τα πάντα και ότι ο αρχαίος εχθρός της σωτηρίας ευθύνεται για όλα. Λίγες μέρες αργότερα, στις οκτώ Οκτωβρίου του χίλια εξακόσια δώδεκα, ο Άγιος Τρύφων εκοιμήθη ειρηνικά και ενταφιάστηκε με μεγάλη τιμή. Στη διαθήκη του άφησε διάδοχο τον αρχιμανδρίτη Ιωνά και τον παρακάλεσε με θέρμη να διαφυλάξει ακέραιο τον κανόνα της μονής.
Στη διαθήκη του είχε αφήσει επίσης συγκινητικά λόγια προς τους αδελφούς, καλώντας τους να έχουν μεταξύ τους πραγματική πνευματική αγάπη. Τους θύμιζε ότι χωρίς την αγάπη καμία αρετή δεν είναι ολοκληρωμένη ενώπιον του Θεού του ζώντος. Παρέπεμπε στα λόγια του Χριστού προς τους μαθητές, «αγαπάτε αλλήλους», και στην προτροπή του αποστόλου Παύλου, «αλλήλων τα βάρη βαστάζετε». Τους συμβούλευε να μην κατακρίνουν ποτέ ο ένας τον άλλο, ούτε στο κελί ούτε μέσα στον ναό κατά τη διάρκεια της λατρείας.
Τους ζητούσε επίσης να μην παραμελούν την εκκλησιαστική ψαλμωδία, αλλά να σπεύδουν πρώτα στον οίκο του Θεού και ύστερα σε όλα τα άλλα. Το χίλια εξακόσια σαράντα οκτώ τα ιερά λείψανα του γέροντα ευρέθηκαν άφθαρτα μέσα στον τάφο της μονής, και έκτοτε τελείται ειδική ακολουθία και αναγινώσκεται Ακάθιστος Ύμνος προς τιμήν του οσίου Τρύφωνος. Ο πιστός ρωσικός λαός τιμά την κοίμησή του στις οκτώ Οκτωβρίου ως μεγάλη εορτή ορθόδοξης παράδοσης. Ταις πρεσβείαις του οσίου Τρύφωνος αρχιμανδρίτου Βιάτκας και διαπρεπούς ιεραποστόλου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.