Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Ισίχιος ο Χωρίβιτος
Ένας αμελής μοναχός του βουνού Χωρήβ καταναλώνει τη ζωή του με ραθυμία, χωρίς πραγματική φροντίδα για τη σωτηρία του. Όταν τον χτυπά βαριά αρρώστια στο κρεβάτι, το πρόσωπο της επικείμενης κοίμησης τον ξυπνά ξαφνικά απ' τον λήθαργο της αμέλειας. Ο Όσιος Ισίχιος έζησε τον έκτο αιώνα σε ένα από τα ονομαστά μοναστήρια του ιερού όρους Χωρήβ της ερήμου του Σινά. Στην αρχή της μοναχικής του διαδρομής δεν υπήρξε ζηλωτής αγωνιστής, αλλά παραμελούσε ολότελα τη φροντίδα για τη σωτηρία της ψυχής του.
Η ζωή του κυλούσε χλιαρή και αδιάφορη, μέχρι την ημέρα που τον βρήκε σοβαρή ασθένεια και τον έριξε αδύναμο στο κρεβάτι. Η ευσπλαχνική Θεία Πρόνοια όμως δεν τον εγκατέλειψε, αλλά τον επισκέφθηκε με τρόπο θαυμαστό και ολότελα παράδοξο. Σύμφωνα με την παράδοση που διασώζει η ορθόδοξη Εκκλησία, ο Όσιος πέθανε από τη βαριά εκείνη ασθένεια. Μετά από μία ώρα όμως ξαναγύρισε ζωντανός στη ζωή με τη θαυματουργική δύναμη της θείας ευσπλαχνίας. Η συγκλονιστική εμπειρία αυτή του θανάτου άλλαξε ριζικά την καρδιά του και τον γέμισε με άγια ιερή μετάνοια.
Συγκλονισμένος βαθιά από τη φοβερή ζωντανή μνήμη του θανάτου, αποφάσισε να αλλάξει εντελώς την παλαιά νωθρή πορεία της ζωής του. Η ψυχή του γέμισε ζεστό πόθο για τη βαθιά ησυχία και τη μοναχική προσευχή του κελλιού. Ο μεταστραφείς Ισίχιος ικέτευσε όλους όσοι τον περιστοίχιζαν στο μοναστήρι να τον αφήσουν εντελώς μόνο μέσα στο κελλί. Έκλεισε τις πόρτες της ζωής του ως αυστηρός έγκλειστος ασκητής και παρέμεινε στη μοναξιά για ολόκληρα δώδεκα συνεχόμενα έτη.
Όλο αυτό το μεγάλο διάστημα έζησε σε απόλυτη σιωπή, χωρίς να ανταλλάξει κουβέντα με κανέναν αδελφό της μονής του. Δεν συνομιλούσε με τους πατέρες, δεν παρακολουθούσε τις συντυχίες των αδελφών, δεν διέκοπτε ποτέ τη βαθιά αυτή σιγή της ψυχής του. Έτρωγε μόνο λίγο ψωμί και έπινε λίγο νερό, αρνούμενος με ζήλο κάθε τι υπερβολικό για το ταπεινό σώμα του. Όλος ο χρόνος της εγκαταβίωσής του περνούσε σε αδιάλειπτη ολονύκτια προσευχή και σε άφθονα μετανοητικά δάκρυα.
Έψαλλε με κατάνυξη τους ιερούς Ψαλμούς και θρηνούσε για τις ραθυμίες της προηγούμενης άκαρπης πορείας του. Η ψαλμωδία και τα δάκρυα της μετανοίας έγιναν για εκείνον αδιάκοπη πνευματική εργασία ολημερίς και ολονυχτίς. Η μνήμη του θανάτου που είχε εμπειρικά γνωρίσει στο κρεβάτι έγινε ο πιο πιστός του διδάσκαλος στην έρημο. Από αυτήν την ιερή μνήμη του θανάτου έβγαζε καθημερινό φόβο Θεού και ολόψυχη απάρνηση κάθε αμαρτωλής συνήθειας. Η ασκητική του τελειοποίηση αναδείχτηκε φωτεινός καρπός της θείας ευσπλαχνικής δωρεάς που του χάρισε ο πανάγαθος φιλάνθρωπος Θεός.
Όταν έφτασε η ευλογημένη ώρα της οσιακής του τελειώσεως, οι αδελφοί της μονής έσπασαν τις πόρτες του στενού κελλιού. Μπήκαν με σεβασμό στο πτωχικό ασκητήριο και προσπάθησαν με αγαπητικό τρόπο να του μιλήσουν για τα πνευματικά. Ο Ισίχιος όμως είχε μόνο μία απάντηση να δώσει στα ερωτήματα των πατέρων που τον είχαν περικυκλώσει. «Συγχωρέστε με», τους έλεγε με ταπείνωση, και πρόσθετε ότι όποιος φυλάσσει στην ψυχή του τη μνήμη του θανάτου δεν αμαρτάνει.
Η σύντομη αυτή ομολογία του έγινε για όλη την Εκκλησία πολύτιμη παρακαταθήκη και ασφαλέστατος οδηγός της μετανοίας. Οι αδελφοί θαύμασαν τη μεταβολή που είχε συντελέσει στο πρόσωπό του η ανείπωτη χάρη του ευσπλαχνικού Θεού. Μετά την μακαρία κοίμησή του τίμησαν το σώμα του και το έθαψαν με βαθιά ευλάβεια στον τόπο της ασκήσεως. Όταν αργότερα θέλησαν να αναζητήσουν τα ιερά λείψανά του, δεν τα βρήκαν στον τάφο που τον είχαν αποθέσει. Έτσι ο Κύριος φανέρωσε σε όλους τη μεγάλη δύναμη της αληθινής μετανοίας, ακόμα και ύστερα από μακρά αμέλεια.
Πνευματικοί απόγονοι του Οσίου θεωρούνται οι άγιοι ησυχαστές της Εκκλησίας, που αφιερώνονται στη θεωρία του Θεού και στην αδιάκοπη νοερά προσευχή. Ταις πρεσβείαις του Οσίου πατρός ημών Ισιχίου του Χωρίβίτου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.