Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης Ιερομάρτυς και Επίσκοπος Αθηνών

Εικόνα: Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης Ιερομάρτυς και Επίσκοπος Αθηνών

Κοινοποίηση Βίου Αγίου

Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης Ιερομάρτυς και Επίσκοπος Αθηνών

Στην αρχαία Αθήνα ένας νεαρός σπουδαίος φιλόσοφος είδε ξαφνικά τον ήλιο να σκοτεινιάζει καταμεσήμερα και τρόμαξε βαθιά. Ήταν η ώρα που ο Χριστός πέθαινε στον σταυρό μακριά, και η ψυχή του μυστικά κατάλαβε τη συγκλονιστική αλήθεια. Ο Άγιος Διονύσιος ο Αρεοπαγίτης καταγόταν από ευγενική ειδωλολατρική οικογένεια ευγενών στην ξακουστή και αρχαία πόλη των Αθηνών. Έλαβε εκλεκτή ελληνική παιδεία και διακρίθηκε για τη φιλοσοφική του κατάρτιση και τη βαθιά καλλιέργειά του.

Σε ηλικία είκοσι πέντε ετών είχε ήδη ξεπεράσει στις φιλοσοφικές γνώσεις όλους τους συνομηλίκους του στις Αθήνες. Θέλοντας να τελειοποιηθεί ακόμα περισσότερο, αναχώρησε για την αιγυπτιακή πόλη της Ηλιουπόλεως όπου ζούσαν φημισμένοι διδάσκαλοι της εποχής. Μαζί με τον φίλο του Απολλοφάνη σπούδασε εκεί με μεγάλη αφοσίωση την ιερή τέχνη της ουρανίας αστρονομίας. Την ίδια ακριβώς ημέρα που σταυρώθηκε για τη σωτηρία μας ο Κύριος Ιησούς Χριστός, σκοτείνιασε ο ήλιος μέρα μεσημέρι.

Επί τρεις ολόκληρες ώρες άπλωσε σκοτάδι σε όλη τη γη, και ο Διονύσιος αναφώνησε γεμάτος έκπληξη. Είπε φωτισμένα ότι ή ο Θεός Δημιουργός όλου του κόσμου πάσχει, ή ο ορατός κόσμος φτάνει στο τέλος του. Όταν επέστρεψε στις Αθήνες, παντρεύτηκε σύμφωνα με τα έθιμα της πόλης και έγινε μέλος της Βουλής του Αρείου Πάγου. Διακρίθηκε ανάμεσα σε όλους τους συμπολίτες του για την ευγένεια, την τιμιότητα και τη φωτεινή του σύνεση. Όταν ο Απόστολος Παύλος έφτασε στην Αθήνα και κήρυξε στον Άρειο Πάγο τον Εσταυρωμένο και Αναστημένο Χριστό, ο Διονύσιος άκουγε με μεγάλη προσοχή.

Σφράγιζε τα ιερά αυτά λόγια στην ευαίσθητη καρδιά του και άρχισε να συνομιλεί ιδιαιτέρως με τον μέγα Απόστολο. Όταν ο Παύλος είδε στην Αθήνα έναν βωμό με την επιγραφή «τω αγνώστω Θεώ», τον ρώτησε για το νόημά της. Ο Διονύσιος του απάντησε με σύνεση ότι πρόκειται για τον Θεό που δεν έχει φανερωθεί ακόμα ανάμεσα στους θεούς. Είναι όμως Εκείνος που θα έρθει στον δικό του καιρό, για να βασιλεύσει στον ουρανό και στη γη χωρίς τέλος. Ακούγοντας τα λόγια αυτά, ο Παύλος του φανέρωσε ότι ο άγνωστος αυτός Θεός είχε ήδη έρθει στον κόσμο.

Του είπε πως γεννήθηκε από την Παρθένο Μαρία και έπαθε στον σταυρό για τη σωτηρία ολόκληρου του κόσμου. Του θύμισε ακόμα το σκοτάδι που είχε σκεπάσει τη γη επί τρεις ώρες κατά τη Σταύρωση εκείνη. Ο Διονύσιος αναγνώρισε αμέσως το συγκλονιστικό γεγονός που είχε δει με τα μάτια του στην Ηλιούπολη της Αιγύπτου πολλά χρόνια νωρίτερα. Πίστεψε ολόψυχα ότι τότε υπέφερε ο ίδιος ο Θεός μέσα σε ανθρώπινο σώμα για χάρη μας. Σύντομα βαπτίσθηκε από τον Απόστολο μαζί με τη γυναίκα του Δάμαρι, τους γιους και ολόκληρο το σπιτικό του.

Άφησε σπίτι, γυναίκα και παιδιά, και ακολούθησε τον Παύλο επί τρία ολόκληρα χρόνια στις περιοδείες του. Αργότερα χειροτονήθηκε από τον Παύλο επίσκοπος της πόλης των Αθηνών και διαδέχθηκε στον επισκοπικό θρόνο τον ευσεβή Ιερόθεο. Μετά τη μαρτυρική κοίμηση του Αποστόλου Παύλου ο Διονύσιος επιθύμησε να συνεχίσει το έργο της αποστολικής διακονίας. Άφησε στους Αθηναίους έναν άλλον επίσκοπο και αναχώρησε για τη Ρώμη όπου τον δέχτηκε με χαρά ο άγιος Κλήμης.

Από εκεί ο Κλήμης τον έστειλε στη Γαλατία μαζί με τον επίσκοπο Λουκιανό, τον πρεσβύτερο Ρουστικό και τον διάκονο Ελευθέριο. Στο Παρίσι κήρυξε με μεγάλη δύναμη και πολλούς οδήγησε από την ειδωλολατρία στην ορθή πίστη του Χριστού. Έχτισε εκεί τη πρώτη χριστιανική εκκλησία με τα μέσα που συγκέντρωσαν οι νέοι αυτοί πιστοί χριστιανοί από την περιοχή. Όταν ξέσπασε ο διωγμός του Δομετιανού, ο στρατηγός Σισίνιος τους συνέλαβε ως τους πρωτεργάτες του ευαγγελικού κηρύγματος.

Ο Διονύσιος ήταν τότε πολύ γέροντας και κατάκοπος από τους κόπους της μακράς ευαγγελικής του διακονίας. Στάθηκε ωστόσο όρθιος μπροστά στον Σισίνιο και ομολόγησε ατρόμητος ότι η πίστη του ανθεί στη νεότητα. Ο τύραννος διέταξε να τον γυμνώσουν και να τον κτυπήσουν ανελέητα με σχοινιά μπροστά στους μαθητές του. Έπειτα τους έριξαν όλους μαζί σε σκοτεινή φυλακή και την επόμενη μέρα τον τοποθέτησαν επάνω σε πυρακτωμένο σίδερο. Όλη την ώρα ο άγιος έψαλλε με φωνή ήρεμη και χαρμόσυνη τους ιερούς ψαλμούς του προφήτη Δαβίδ.

Τον έριξαν κατόπιν στα θηρία, μα τα στόματά τους τα έκλεισε η δύναμη του ζώντος Θεού. Όταν τον έριξαν στη φωτιά, η φλόγα δεν τον άγγιξε και επέστρεψε αβλαβής στη φυλακή των μαρτύρων. Στη φυλακή πολλοί πιστοί έρχονταν στον άγιο, και εκείνος τελούσε για χάρη τους τη Θεία Λειτουργία και τους κοινωνούσε. Καθώς λειτουργούσε, οι παρόντες έβλεπαν ένα ανέκφραστο ουράνιο φως και τον Βασιλέα της Δόξας με αγγελικά τάγματα. Στο τέλος ο τύραννος καταδίκασε τους τρεις γενναίους μάρτυρες σε αποκεφαλισμό με ξίφος έξω από τα τείχη της πόλης.

Στον δρόμο προς τον τόπο της εκτελέσεως ο γέροντας επίσκοπος προσευχόταν ευχαριστώντας τον Θεό για όλα. Έπειτα έγειρε με ηρεμία το άγιο κεφάλι του για το όνομα του Ιησού Χριστού και τον αποκεφάλισαν με αμβλύ πέλεκυ. Μαζί του πρόσφεραν την κεφαλή τους για τον Χριστό και οι δύο πιστοί μαθητές, ο Ρουστικός και ο Ελευθέριος. Τότε ο Θεός φανέρωσε μέγα και παράδοξο θαύμα προς δόξαν του ονόματός του και πληροφορία των απίστων. Το άγιο σώμα σηκώθηκε όρθιο, πήρε το κομμένο κεφάλι στα χέρια και βάδισε δύο μίλια ως την εκκλησία.

Παρέδωσε εκεί την τίμια κεφαλή σε μια ευσεβή γυναίκα ονόματι Κατούλλα και έπεσε νεκρό στα πόδια της. Πολλοί απίστοι είδαν τότε το συγκλονιστικό αυτό ουράνιο σημείο και πίστεψαν ολόψυχα στον αληθινό Θεό του Χριστού. Η ευσεβής Κατούλλα ενταφίασε στη συνέχεια τα ιερά λείψανα στον τόπο όπου της είχε παραδοθεί το άγιο κεφάλι. Ο άγιος μαρτύρησε στο ενενηκοστό έτος της ηλικίας του και ενενηκοστό έκτο έτος από τη Γέννηση του Χριστού. Άφησε στην Εκκλησία τα βαθυστόχαστα θεολογικά συγγράμματά του περί ονομάτων Θεού, περί ουρανίου και εκκλησιαστικής ιεραρχίας. Ταις πρεσβείαις του Αγίου ενδόξου Ιερομάρτυρος Διονυσίου του Αρεοπαγίτου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.

Το διάβασαν4μοναδικοί αναγνώστες

Θέματα

ΙεράρχεςΙερομάρτυρεςΜάρτυρες