Μέσα στους σκοτεινούς διωγμούς του Διοκλητιανού, μία μάνα στέκεται μπροστά στους ειδωλολάτρες δικαστές κρατώντας σφιχτά τα τρία παιδιά της. Η αγία Βάσσα γνωρίζει ότι η ομολογία του Χριστού θα κοστίσει το αίμα όλης της οικογένειάς της. Έζησε στα χρόνια του αυτοκράτορα Διοκλητιανού και κατοικούσε στην πόλη Έδεσσα της Μακεδονίας, σύμφωνα με την παράδοση της Εκκλησίας. Είχε παντρευτεί τον ειδωλολάτρη ιερέα Ουαλέριο, από τον οποίο απέκτησε τρεις γιους με τα ονόματα Θεόγνιος, Αγάπιος και Πιστός.
Η ίδια όμως είχε λάβει τη γνώση της χριστιανικής πίστεως από τους ευσεβείς γονείς της, οι οποίοι την ανέθρεψαν στον φόβο του Κυρίου. Ψυχή που αγαπούσε βαθιά την αλήθεια και την αρετή, έσπευσε να μυηθεί ολοκληρωτικά στο φως του Χριστού και της Εκκλησίας. Έφερε μαζί της στην πίστη και τους τρεις γιους της, οι οποίοι την αγαπούσαν με όλη τους την παιδική καρδιά. Όταν ο Ουαλέριος πληροφορήθηκε αυτό το πράγμα, προσπάθησε με ποικίλα τεχνάσματα να τους επαναφέρει στη λατρεία των ειδώλων.
Όλες όμως οι προσπάθειές του απέβησαν μάταιες μπροστά στη σταθερότητα της Βάσσας και των παιδιών της. Αντίθετα η ίδια η αγία αγωνιζόταν με προσευχή και λόγο να φωτίσει τον ειδωλολάτρη σύζυγό της και να τον οδηγήσει στον αληθινό Θεό. Εξοργισμένος από την επιμονή τους, ο Ουαλέριος κατήγγειλε και τους τέσσερις στον ανθύπατο Βικάριο, ο οποίος αμέσως διέταξε τη σύλληψή τους. Οδηγήθηκαν δεμένοι μπροστά στο ειδωλολατρικό βήμα και η αγία Βάσσα ομολόγησε χωρίς φόβο τον Χριστό ενώπιον όλων.
Τότε ρίχτηκε στη φυλακή μαζί με τα παιδιά της και σύντομα προσήχθη πάλι στον τόπο της δίκης για το μαρτύριο. Μπροστά στα μάτια της μητέρας οι τύραννοι ξεκίνησαν να βασανίζουν με διάφορα μέσα τα τρία γενναία παιδιά της. Πρώτος ομολόγησε τον Ιησού ο πρωτότοκος Θεόγνιος, τον οποίο κρέμασαν και υπέβαλαν σε φοβερά ξεσχίσματα της σαρκός. Του έσχισαν τα στήθη και τις πλευρές με σιδερένια όργανα, αλλά εκείνος έμενε σταθερός στην ομολογία του Χριστού.
Σε λίγο παρέδωσε την ψυχή του στον Κύριο μέσα από τα φρικτά βασανιστήρια χωρίς να αρνηθεί την πίστη του. Στη συνέχεια οι μάρτυρες οδηγήθηκαν στον δεύτερο γιο, τον γενναίο Αγάπιο, ο οποίος αρνήθηκε με ευθάρσεια να θυσιάσει στα είδωλα. Του έγδαραν το δέρμα από το κεφάλι μέχρι το στήθος και κατόπιν έκαψαν με φωτιά το γδαρμένο σώμα του μέχρι θανάτου. Στο μαρτύριό του ο νεαρός αθλητής φώναξε με γενναιότητα ότι τίποτε δεν είναι τόσο γλυκό όσο το να πάσχει κανείς υπέρ Χριστού.
Τέλος ο μικρότερος αδελφός Πιστός υπέμεινε με γενναιότητα τα δικά του βασανιστήρια και έλαβε τον στέφανο του μαρτυρίου με αποκεφαλισμό. Η μητέρα Βάσσα ατένιζε τα παιδιά της να μαρτυρούν και τα ενίσχυε με λόγια ενθαρρυντικά και θερμές προσευχές. Χάρηκε βαθιά μέσα της που έστειλε πρώτη στον Χριστό τα τρία αγαπημένα της παιδιά για να την αναμένουν στους ουρανούς. Στη συνέχεια ρίχτηκε ξανά στη φυλακή, όπου την βασάνιζε σκληρά η πείνα και η εγκατάλειψη των ανθρώπων.
Όμως ένας άγγελος του Κυρίου την επισκεπτόταν συχνά και την έτρεφε με ουράνια τροφή, δίνοντάς της δύναμη για μεγαλύτερα βάσανα. Σύμφωνα με την προσταγή του τυράννου, οδηγήθηκε ύστερα στη Μακεδονία και πιέστηκε να θυσιάσει στα μιαρά είδωλα της ειδωλολατρικής λατρείας. Η αγία αρνήθηκε σταθερά να υπακούσει στις αξιώσεις των διωκτών της και ομολόγησε με παρρησία την πίστη της στον Χριστό. Τότε την έριξαν πρώτα στο βαθύ νερό για να πνιγεί, αλλά εκείνη βγήκε εντελώς αβλαβής από την επιφάνεια.
Έπειτα την έβαλαν μέσα σε δυνατή φωτιά, αλλά οι φλόγες δεν την άγγιξαν με κανέναν τρόπο. Την υπέβαλαν επίσης σε λιθοβολισμό με μεγάλες πέτρες, και πάλι εκείνη παρέμενε ολόκληρη αβλαβής ανάμεσα στα φοβερά βασανιστήρια. Όταν την οδήγησαν στον ειδωλολατρικό ναό για να προσκυνήσει, εκείνη πήρε με αποφασιστικότητα το άγαλμα του Διός. Το πέταξε καταγής με δύναμη και το έσπασε σε χίλια κομμάτια ενώπιον όλων των μαρτύρων του παγανιστικού γεγονότος.
Οι ειδωλολάτρες τότε εξοργίσθηκαν και την παρέδωσαν στα άγρια θηρία για να την κατασπαράξουν στην αρένα. Όμως εκείνη έμεινε εντελώς αβλαβής ανάμεσά τους, χωρίς το παραμικρό σημάδι σωματικής βλάβης από τα δόντια τους. Οι τύραννοι κατόπιν την έριξαν στη θάλασσα, σε απόσταση τριάντα σταδίων μακριά από την ακτή της ξηράς. Οι μάρτυρες που παρακολουθούσαν από μακριά είδαν τρεις λαμπρούς άνδρες, οι οποίοι έλαμπαν περισσότερο από τον ίδιο τον ήλιο.
Εκείνοι την οδήγησαν μέσα σε ένα πλοίο και την κάθισαν με τιμή πάνω σε θρόνο σαν βασίλισσα. Σύμφωνα με τον άγιο Νικόδημο τον Αγιορείτη, αυτοί οι τρεις φωτεινοί άνδρες ήταν τα ίδια της τα μαρτυρικά παιδιά. Οχτώ ημέρες αργότερα η αγία Βάσσα εμφανίστηκε σε στρατιώτες πάνω σε κάποιο νησί που ονομαζόταν Ελλήσποντος. Όταν το πληροφορήθηκε ο ηγεμόνας της Μακεδονίας Φίλιππος, έγραψε στον επίτροπο της Κυζίκου να συλλάβει αμέσως την αγία μάρτυρα.
Εκείνος την πίεσε να θυσιάσει στα είδωλα, αλλά εκείνη παρέμεινε σταθερή στην ομολογία της και στη χάρη του Χριστού. Διέταξε τότε να της δέσουν τα χέρια πίσω και να την χτυπούν χωρίς έλεος σε όλο το σώμα της. Τέλος έσπασαν τα πόδια και τα χέρια της και αποκεφάλισαν την τίμια κεφαλή της, χαρίζοντάς της τον ένδοξο στέφανο του μαρτυρίου. Ταις πρεσβείαις της αγίας μάρτυρος Βάσσης και των παιδιών της, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.