Στους πέτρινους δρόμους της Νικομήδειας έπεφτε βαριά η σκιά της φωτιάς και του φόβου, μέσα στις πρώτες ημέρες του διωγμού. Ο αυτοκράτορας Διοκλητιανός είχε στήσει στην κεντρική πλατεία της πόλης φοβερά όργανα βασανιστηρίων, ξίφη, τροχούς, σιδερένια νύχια και αναμμένα καζάνια, για να τρομάξει όσους θα ομολογούσαν δημόσια το όνομα του Χριστού. Μέσα σε αυτό το ζοφερό κλίμα ζούσε ο Ανίκητος, ευγενής και έντιμος αξιωματούχος της αυτοκρατορικής αυλής, με καρδιά φλεγόμενη από αγάπη για τον αληθινό Κύριο της δόξας. Κοντά του, ως αγαπημένος ανεψιός και πνευματικός μαθητής, βρισκόταν πάντοτε ο νεαρός Φώτιος, που είχε διδαχθεί από εκείνον τη χριστιανική πίστη.
Όταν ο Διοκλητιανός συγκάλεσε τη Σύγκλητο και εκφώνησε με υβριστικά λόγια τη νέα διαταγή του εναντίον των χριστιανών της αυτοκρατορίας, ο Ανίκητος δεν δείλιασε ούτε στιγμή. Σηκώθηκε με θάρρος μπροστά σε ολόκληρη τη σύναξη και ομολόγησε με παρρησία τον Χριστό ως μοναδικό αληθινό Θεό. Στράφηκε προς τον αυτοκράτορα και του είπε ευθαρσώς ότι πλανάται, αν νομίζει ότι θα νικήσει την πίστη με σιδερένια όργανα και άγριες απειλές. Του υπενθύμισε ότι οι χριστιανοί αποτελούν σήμερα την υγιέστερη και ευσεβέστερη μερίδα ολόκληρης της ρωμαϊκής αυτοκρατορίας.
Όποια μέτρα και αν λάβει εναντίον τους, μόνο ζημία θα κερδίσει για τον ίδιο και το άθλιο όνομά του στην ιστορία. Οι πιστοί, αντιθέτως, θα στεφανωθούν ως ένδοξοι μάρτυρες ενώπιον του ουρανού και της αιωνίας βασιλείας του Χριστού. Ο Διοκλητιανός εξοργίστηκε φοβερά από την παρρησία του Ανίκητου και αποφάσισε να τον τιμωρήσει σκληρά μπροστά σε όλους. Διέταξε πρώτα να του κόψουν τη γλώσσα, ώστε να σιωπήσει για πάντα η τολμηρή ομολογία του ενώπιον του λαού.
Όμως ο μάρτυρας συνέχισε θαυματουργικά να μιλά καθαρά και να δοξάζει τον Χριστό μπροστά στα έκπληκτα μάτια του πλήθους. Έπειτα τον χτύπησαν αλύπητα με βούνευρα τόσο σκληρά και τόσο πολύ, ώστε φάνηκαν σε όλους τα κόκαλά του, ωστόσο εκείνος υπέμενε χωρίς το παραμικρό παράπονο. Ο τύραννος, έξαλλος από τη σταθερότητα και την υπομονή του Ανίκητου, διέταξε τότε να τον ρίξουν τροφή σε ένα τεράστιο πεινασμένο λιοντάρι. Όμως, ω του θαύματος, μπροστά στα έκπληκτα και τρομαγμένα μάτια του συγκεντρωμένου πλήθους, το άγριο θηρίο ημέρεψε ξαφνικά σαν πρόβατο.
Πλησίασε ήρεμα τον άγιο, τρίφτηκε στα πόδια του και με την πατούσα του σφούγγισε τον ιδρώτα από το μέτωπό του. Ο Ανίκητος δόξασε τότε με δάκρυα τον παντοδύναμο Θεό, που τον γλίτωσε από τα δόντια του αγρίμιου με τόσο φανερό θαύμα. Αμέσως μετά την προσευχή του αγίου, έγινε μεγάλος και τρομερός σεισμός σε ολόκληρη την πόλη της Νικομήδειας. Ο μεγάλος ναός του Ηρακλή κατέρρευσε μαζί με το είδωλο και τμήμα του τείχους της πόλης έπεσε, σκοτώνοντας πολλούς ειδωλολάτρες κάτω από τα ερείπια.
Ο αυτοκράτορας, αντί να μετανοήσει, σκληρύνθηκε ακόμη περισσότερο εναντίον του γενναίου και ακλόνητου ομολογητή του Χριστού. Ο Διοκλητιανός διέταξε τότε να αποκεφαλιστεί επί τόπου ο άγιος, όμως ο στρατιώτης που σήκωσε το ξίφος έπεσε αδύναμος στη γη. Έπειτα έδεσαν τον Ανίκητο σε φοβερό τροχό γεμάτο αιχμηρά σιδερένια καρφιά και άναψαν δυνατή φωτιά από κάτω για να τον αποτελειώσουν. Ζητούσαν να τον κατασπαράξουν με τα σίδερα και ταυτόχρονα να τον κάψουν, ώστε να μην υπάρχει καμία ελπίδα διαφυγής.
Όμως ο τροχός σταμάτησε ξαφνικά και η φωτιά έσβησε, σαν να φύσηξε άνεμος δροσιάς από τον ουρανό για τον δούλο του Κυρίου. Στη συνέχεια οι δήμιοι έλιωσαν μολύβι μέσα σε καζάνι και έριξαν εκεί τον άγιο, για να βρει φρικτό θάνατο μέσα στο καυτό μέταλλο. Όμως όλοι είδαν με τα μάτια τους άγγελο Κυρίου να συνοδεύει τον άγιο στο καζάνι, και το μολύβι πάγωσε αμέσως σαν χιόνι. Βλέποντας τη φανερή δύναμη του Χριστού, ο νεαρός ανεψιός Φώτιος δεν άντεξε άλλο τη σιωπή μέσα στο πλήθος των θεατών.
Βγήκε γενναία μπροστά από το πλήθος, έτρεξε στον θείο του, τον αγκάλιασε και τον φίλησε με ευλάβεια και αγάπη ενώπιον όλων. Τον αποκάλεσε πατέρα του και πρεσβευτή της σωτηρίας του ενώπιον του Κυρίου, ομολογώντας έτσι και την δική του χριστιανική πίστη. Στράφηκε ύστερα στον αυτοκράτορα και του φώναξε με τόλμη να ντραπεί τα νεκρά και ανήμπορα είδωλά του μπροστά σε όλους. Ο Διοκλητιανός διέταξε αμέσως τους στρατιώτες να αποκεφαλίσουν τον Φώτιο επί τόπου, μπροστά στα μάτια όλου του συγκεντρωμένου πλήθους.
Όμως ο στρατιώτης που ύψωσε το ξίφος εναντίον του νεαρού μάρτυρα χτύπησε με αυτό τα ίδια του τα γόνατα και έπεσε νεκρός στο έδαφος. Οι δύο μάρτυρες αλυσοδέθηκαν τότε με βαριές σιδερένιες αλυσίδες και ρίχτηκαν μαζί στη σκοτεινή φυλακή της πόλης για ασφάλεια. Μετά από τρεις ολόκληρες ημέρες ο αυτοκράτορας τους κάλεσε ξανά μπροστά του, με ελπίδα να τους κάμψει επιτέλους με υποσχέσεις. Τους έταξε δόξα, μεγάλη τιμή και πλούτη ολόκληρης αυτοκρατορίας, αν αρνηθούν τον Χριστό και θυσιάσουν δημόσια στα είδωλα.
Εκείνοι όμως απάντησαν με μία φωνή και ένα φρόνημα ότι η τιμή και τα πλούτη του ας μείνουν δικά του για την αιώνια απώλειά του. Ο τύραννος, λυσσασμένος από τη σταθερότητά τους, διέταξε να τους κρεμάσουν σε ξύλο και να ξεσχίσουν το σώμα τους με σιδερένια νύχια. Μετά κάηκαν με φωτιά οι φρέσκες πληγές τους και κατόπιν χτυπήθηκαν αλύπητα με πέτρες από όλους τους δημίους. Όμως οι άγιοι αισθάνονταν χαρά και ευχαριστούσαν συνεχώς τον Θεό μέσα στη δοκιμασία, χωρίς να νιώθουν καθόλου τον πόνο των φοβερών βασανιστηρίων.
Έπειτα τους έδεσαν από τα πόδια σε άγρια άλογα, που τους έσερναν με βία στους πέτρινους δρόμους της Νικομήδειας. Όμως οι μάρτυρες έμεναν εντελώς αβλαβείς, σαν να ταξίδευαν με άρμα δόξας προς τον ουρανό μαζί με τους αγγέλους. Τα άλογα σταμάτησαν ξαφνικά μόνα τους και οι άγιοι σηκώθηκαν από τη γη εντελώς υγιείς, δοξάζοντας τον Χριστό. Στη συνέχεια οι δήμιοι έραναν με ξίδι και αλάτι τις φρέσκες ανοιχτές πληγές τους και τους ξανάριξαν στη σκοτεινή φυλακή της πόλης.
Εκεί έμειναν τρία ολόκληρα χρόνια χωρίς καμία ανθρώπινη φροντίδα, μόνο με την προσευχή και τη συντροφιά του Χριστού στις πιστές καρδιές τους. Ο Διοκλητιανός, μην ανεχόμενος την υπερφυσική υπομονή τους, διέταξε να καίγεται για τρεις ημέρες συνεχόμενα το μεγάλο δημόσιο λουτρό του Αντωνίου. Έκλεισε μέσα στο πυρακτωμένο λουτρό τους δύο μάρτυρες, για να αποτελειώσει την αντοχή τους με την ασφυκτική ζέστη και τους ατμούς. Όμως οι άγιοι Ανίκητος και Φώτιος προσευχήθηκαν θερμά μέσα στον καύσωνα, και το λουτρό σχίστηκε ξαφνικά στη μέση από θεϊκή δύναμη.
Από το άνοιγμα στο έδαφος ανέβλυσε δροσερή πηγή νερού, που τους έδωσε θαυματουργική ανακούφιση μέσα στη φωτιά της δοκιμασίας. Όταν οι φύλακες άνοιξαν την πόρτα του λουτρού την τρίτη ημέρα, τους είδαν να περπατούν ακέραιοι και να ψάλλουν ύμνους στον Θεό. Η είδηση του θαύματος διαδόθηκε αμέσως στην πόλη και έφτασε γρήγορα στα αυτιά του ταραγμένου και έξαλλου αυτοκράτορα. Εκείνος, μη θέλοντας να πιστέψει σε αυτά που του μετέφεραν, ήρθε ο ίδιος στο λουτρό για να διαπιστώσει την αλήθεια με τα μάτια του.
Οι άγιοι του είπαν τότε με παρρησία ότι αυτοί νίκησαν, ενώ εκείνος ντροπιάστηκε για άλλη μια φορά μπροστά στον αληθινό Θεό. Ο τύραννος γύρισε στο παλάτι του ντροπιασμένος, αναζητώντας έναν τελευταίο και οριστικό τρόπο για τον αφανισμό των μαρτύρων. Διέταξε τότε να κατασκευαστεί τεράστιο καμίνι, στηριγμένο σε τέσσερις σιδερένιους στύλους, μέσα στο οποίο χωρούσε ολόκληρο πλήθος ανθρώπων. Όπως ο Ναβουχοδονόσορ άλλοτε, ήθελε να κάψει ζωντανούς όχι μόνο τους δύο μάρτυρες, αλλά και κάθε χριστιανό που θα έβρισκε στην πόλη της Νικομήδειας.
Όμως οι χριστιανοί της πόλης δεν περίμεναν να τους σύρουν με βία οι στρατιώτες προς την αναμμένη φλόγα του φούρνου. Μαζί με τις γυναίκες και τα μικρά παιδιά τους κατευθύνθηκαν μόνοι τους, με προσευχή και υψωμένα τα χέρια, προς το αναμμένο καμίνι. Φώναζαν δυνατά μέσα στους δρόμους ότι είναι χριστιανοί και τιμούν μόνο τον αληθινό Θεό του ουρανού και της γης. Πρώτοι μπήκαν μέσα στις φλόγες ο Ανίκητος και ο Φώτιος, ψάλλοντας ύμνους, και πίσω τους ακολούθησε όλο το πλήθος.
Μέσα στις φλόγες ευχαρίστησαν τον Πατέρα και Θεό, που τους αξίωσε του μαρτυρικού στεφάνου μέσω του Μονογενούς Υιού του. Οι χριστιανοί κοιμήθηκαν εν Κυρίω εν μέσω της προσευχής τους, και οι μακάριες ψυχές τους ανέβηκαν θριαμβευτικά στους ουρανούς. Οι άγιοι Ανίκητος και Φώτιος έμειναν θαυματουργικά ζωντανοί μέσα στη φωτιά για τρεις ώρες και ύστερα παρέδωσαν ειρηνικά την ψυχή τους στα χέρια του Θεού. Όταν οι δήμιοι τράβηξαν τα ιερά λείψανα έξω από το καμίνι, βρήκαν ότι ούτε τα μαλλιά τους δεν είχαν καεί από τη φωτιά.
Πολλοί ειδωλολάτρες πίστεψαν τότε στον Χριστό από αυτό το φανερό και μεγάλο θαύμα και βαπτίστηκαν στο όνομά του. Ταις πρεσβείαις των αγίων Φωτίου και Ανικήτου, Κύριε Ιησού Χριστέ ο Θεός, ελέησον και σώσον ημάς, αμήν.
Θέλεις να γίνει αυτός ο Βίος Αγίου βίντεο; Πάτησε εδώ για να δεις πληροφορίες και να στηρίξεις τη δημιουργία.
Στήριξη για να γίνει βίντεο
Ο βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Αν θέλετε, μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορείτε να πληρώσετε και με κάρτα, χωρίς να χρειάζεται λογαριασμός PayPal, όπου η επιλογή αυτή είναι διαθέσιμη. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Στηρίξτε αυτόν τον Βίο Αγίου ως βίντεο
Ο Βίος αυτός μπορεί να γίνει βίντεο όταν συγκεντρωθούν 20€. Μπορείτε να στηρίξετε τη δημιουργία του με μια δωρεά.
Συγκεντρώθηκαν: 0€ από 20€ · Υπόλοιπο: 20€
Η πληρωμή γίνεται με ασφάλεια μέσω PayPal. Μπορεί επίσης να υπάρχει δυνατότητα πληρωμής με κάρτα χωρίς λογαριασμό PayPal, ανάλογα με τη διαθεσιμότητα του PayPal στη χώρα σας. Το Optiko δεν αποθηκεύει στοιχεία κάρτας.
Σημείωση: Τα χρήματα βοηθούν στις συνδρομές και στα εργαλεία που πληρώνουν οι δημιουργοί για την παραγωγή του τελικού βίντεο, όπως παραγωγή εικόνων, ηχητική αφήγηση, πλατφόρμες φιλοξενίας και παραγωγής βίντεο. Δεν περιλαμβάνεται ο προσωπικός κόπος των δημιουργών.