Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Ο Όσιος Βογκολέπ ο Παιδομοναχός
Στην παγωμένη γη της Ρωσίας, στις αρχές του δεκάτου εβδόμου αιώνα, γεννήθηκε ένα θαυμαστό παιδί στον οίκο του ευγενούς Ιακώβου Λούκιτς Ουσακώφ της Μόσχας. Η μητέρα του Αικατερίνη, ευσεβής γυναίκα και προσευχητική, ονειρεύτηκε για τον γιο της μια αρμόζουσα στην ευγενική του καταγωγή σταδιοδρομία. Στο άγιο Βάπτισμα του παιδιού του έδωσαν το όνομα Βόρις, προς τιμήν του αγίου παθοφόρου πρίγκιπα Βόριδα. Τη γέννησή του την κατέγραψαν στα δίχως αριθμό βιβλία της ενορίας τους στα μέσα του δεκάτου εβδόμου ρωσικού αιώνα.
Ο πατέρας του Ιάκωβος διορίστηκε αργότερα στρατιωτικός διοικητής, αποκαλούμενος βοεβόδας, της πόλεως Τσέρνιγι Γιαρ με ευλάβεια πολλή. Η πόλη αυτή βρισκόταν διακόσια πενήντα βέρστια μακριά από την μεγάλη πόλη Άστραχαν, στην παρυφή της αυτοκρατορίας. Ο βοεβόδας ήταν γνωστός σε όλη τη γύρω περιοχή για την ακεραιότητα του χαρακτήρα του και για την τιμιότητά του. Από την βρεφική του ηλικία ο μικρός Βόρις παρουσίαζε ασυνήθιστα χαρακτηριστικά πνευματικής φύσεως για τη δόξα του Σωτήρος.
Τις Τετάρτες και τις Παρασκευές δεν δεχόταν να πιει το γάλα από το στήθος της μητέρας του, νηστεύοντας από βρέφος. Όταν χτυπούσαν οι καμπάνες του ναού, άρχιζε αμέσως να κλαίει και να αναζητά την εκκλησία στην οικουμενική Εκκλησία. Ησύχαζε μόνο όταν οι γονείς τον μετέφεραν μέσα στον ιερό χώρο του ναού της κοινότητας ως πιστός υπηρέτης του Θεού. Όταν δεν τον πήγαιναν στην εκκλησία, έκλαιγε ολόκληρη την ημέρα και αρνιόταν να φάει οποιαδήποτε τροφή.
Στο σωτήριον έτος χιλίων εξακοσίων εξήντα δύο εξαπλώθηκε στη ρωσική γη ένας θανατηφόρος λοιμός, που θέρισε χιλιάδες αθώους κατοίκους. Το παιδί αρρώστησε βαριά από την επιδημία, και η αρρώστια έπληξε φοβερά τα μικρά του πόδια. Έγινε χωλός για όλη την υπόλοιπη ζωή του, αλλά συνέχισε με κόπο να επισκέπτεται τον ναό. Οι γονείς του προσευχόντουσαν θερμά για την υγεία του γιου τους και δοκίμαζαν τα πάντα για την ίαση του. Δεν είχε όμως υποχωρήσει η μία ασθένεια, και αμέσως εμφανίστηκε άλλη στο πρόσωπό του, λεγομένη φολίδες.
Ο μικρός Βόρις υπέφερε γενναία τις διπλές αυτές δοκιμασίες με υπομονή πέρα από την ηλικία του. Τα μάτια του στρέφονταν συνεχώς προς τους ουρανούς, αναζητώντας παρηγορία στον φιλάνθρωπο Σωτήρα Χριστόν διά Χριστόν τον Σωτήρα. Κάποτε, στη διάρκεια της επώδυνης αρρώστιας του, ένας περιπλανώμενος μοναχός επισκέφθηκε τον αρχοντικό οίκο των γονέων του. Το αγγελικό σχήμα του μοναχού εντυπωσίασε τόσο πολύ τον μικρό Βόρι, που άλλαξε ολόκληρη η ζωή του.
Άρχισε να ικετεύει τους ευσεβείς γονείς του να του ράψουν παρόμοιο μοναχικό ένδυμα και να του επιτρέψουν τη μοναχική κουρά. Δηλώνε με σταθερότητα στην οικογένειά του τα προφητικά αυτά λόγια, ότι θα γινόμουν καλά αν με ντύσετε στο αγγελικό σχήμα. Οι γονείς, βλέποντας τη σταθερή θέληση του μικρού γιου τους, συναίνεσαν τελικά στην παράξενη επιθυμία του παιδιού. Έφεραν αμέσως τον περιοδεύοντα μοναχό και αυτός ενέδυσε τον μικρό Βόρι με το άγιο σχήμα της μοναχικής τάξεως.
Του έδωσαν το νέο μοναχικό όνομα Βογκολέπ, που είναι η ρωσική απόδοση του ελληνικού Θεόληπτος, σημαίνοντας τον όμοιο με τον Θεό. Την επόμενη ακριβώς ημέρα, ο μικρός σχημαμοναχός ήταν εντελώς υγιής, και το πρόσωπό του είχε καθαρίσει εντελώς. Δεν παρέμεινε κανένα ίχνος της προηγούμενης ασθενείας στο φωτεινό πρόσωπο του παιδιού ως πιστός εργάτης του αμπελώνος. Όλη η οικογένεια δόξασε τον φιλάνθρωπο Θεό για το θαυμαστό αυτό σημείο της θείας προστασίας με κόπους ασκητικούς.
Όμως την τρίτη ημέρα παρουσιάστηκε νέα ασθένεια, καθώς ένας πυρετός κατέκλυσε το μικρό σώμα του οσίου παιδιού. Ο μικρός Βογκολέπ αναπαύθηκε εν Κυρίω την πρώτη Αυγούστου του χιλιστού εξακοσιοστού εξηκοστού εβδόμου έτους στην πορεία της σωτηρίας. Τον ενταφίασαν στον αριστερό τοίχο της ξύλινης εκκλησίας του Τσέρνιγι Γιαρ, αφιερωμένης στην Ανάσταση του Σωτήρος. Πάνω από τον τάφο του οσίου παιδιού, οι ευσεβείς συγγενείς του έκτισαν ένα μικρό παρεκκλήσιο για την οικοδομή των πιστών.
Ο βίος του οσίου σχημαμοναχού συντάχθηκε με όρκο από έναν έμπορο της πόλεως ονόματι Σάββα Ταταρίνωβ. Οι εικόνες του οσίου, μαζί με το τροπάριό του και το κοντάκιό του, διαδόθηκαν ευρέως σε όλη την περιοχή της Άστραχαν. Στα μέσα του δεκάτου ογδόου αιώνα, στη θέση της ξύλινης εκκλησίας κτίστηκε νέος πέτρινος ναός μεγαλοπρεπής. Ο νέος ναός είχε παρεκκλήσιο αφιερωμένο προς τιμήν του Αγίου Ιωάννου του Στρατιώτου, και ο τάφος του οσίου τοποθετήθηκε εκεί.
Με τον καιρό η όχθη του ποταμού κοντά στον ναό άρχισε να διαβρώνεται από τα ορμητικά νερά της κοίτης. Στα μέσα του δεκάτου ενάτου αιώνα, το κτίσμα της εκκλησίας απειλήθηκε από την επικίνδυνη διάβρωση των νερών. Όταν τα νερά πλησίασαν επικίνδυνα, οι κάτοικοι ζήτησαν από την Ιερά Σύνοδο την μετακομιδή των ιερών λειψάνων. Τους χορηγήθηκε η άδεια, και άνοιξαν τον τάφο για να γίνει η μεταφορά στον νέο τόπο φυλάξεως. Αλλά τη στιγμή που ο δήμαρχος έλαβε στα χέρια του το μικρό φέρετρο του οσίου, εκείνο γλίστρησε.
Έπεσε ξαφνικά μέσα στα ορμητικά νερά του Βόλγα ποταμού και χάθηκε ολοτελώς από τα μάτια των παρευρισκομένων. Η εξαφάνιση των λειψάνων ερμηνεύτηκε από όλους ως φανερό θέλημα του παντοδύναμου Θεού της οικουμένης με ευλάβεια πολλή. Ο όσιος ωστόσο εμφανιζόταν επανειλημμένα σε πολλούς πιστούς, είτε στον ύπνο τους είτε ξύπνιους στις όχθες του ποταμού. Τους παρηγορούσε με γλυκύτητα πατρική, υποσχόμενος ότι θα παρέμενε πνευματικά παρών μαζί με τους πιστούς με χαρά πνευματική.
Όσιε Βογκολέπ, ευλογημένε σχημαμοναχέ παίδα της ρωσικής γης και προστάτη των βρεφών, πρέσβευε υπέρ ημών στον Δεσπότη Χριστόν. Σκέπασε τα παιδιά μας από κάθε κίνδυνο και προστάτεψέ μας από κεραυνούς και θύελλες της επίγειας ζωής. Αμήν, γένοιτο, διά της προστασίας σου της κραταιάς, εις τους αιώνας των αιώνων του Σωτήρος για τη δόξα του Σωτήρος.