Σπάνιο κρίνο τῆς ἁγίας παρθενίας ἀναδεικνύεται ἡ ὁσία Εὐπραξία, ποὺ ἀπὸ τὴν αὐλὴ τῶν Καισάρων κατέφυγε στὶς ἐρημίες τῆς ἁγίας Θηβαΐδος γιὰ τὴν ἀγάπη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ. Ἔζησε τὰ χρόνια τοῦ μεγάλου εὐσεβέστατου αὐτοκράτορος Θεοδοσίου τοῦ μεγάλου, στὴ βασιλίδα τῶν πόλεων τὴν Κωνσταντινούπολη. Ὁ πατέρας της Ἀντίγονος ἦταν ἕνας λαμπρὸς ἀξιωματοῦχος καὶ συγγενὴς τοῦ ἁγιωτάτου αὐτοκράτορος, ἕνας λογικὸς καὶ σοφὸς ἄνδρας στὰ λόγια καὶ τὰ ἔργα. Ὁ Ἀντίγονος ἔδινε πάντοτε καλὲς καὶ χρήσιμες συμβουλὲς γιὰ τὶς κρατικὲς ὑποθέσεις τῆς ρωμαϊκῆς βυζαντινῆς αὐτοκρατορίας.
Ἐπιπλέον ἦταν ἀγαθός, εὐσπλαχνικὸς πρὸς ὅλους τοὺς ἀνθρώπους, ἐλεήμων πρὸς τοὺς πτωχοὺς καὶ πρόθυμος νὰ βοηθήσει ὅλους ὅσους τὸν παρακαλοῦσαν. Ὁ αὐτοκράτωρ τὸν ἀγαποῦσε ὄχι μόνον ὡς συγγενῆ ἀλλὰ καὶ ὡς εὐλαβέστατο φιλόχριστο καὶ ἄξιο σύμβουλό του. Ὁ Ἀντίγονος ἦταν ἐπίσης πολὺ πλούσιος, ὥστε μετὰ τὸν αὐτοκράτορα κανεὶς ἄλλος δὲν ἦταν πλουσιότερός του στὴν αὐτοκρατορία. Πῆρε γιὰ σύζυγο μία ὡραία παρθένο ἀπὸ τὸ βασιλικὸ γένος, ποὺ ὀνομαζόταν ἐπίσης Εὐπραξία ὅπως ἀργότερα ἡ ὁσία θυγατέρα τους.
Ἡ ἁγιόπνευστη μητέρα ἦταν εὐλαβὴς καὶ θεοφοβούμενη γυναῖκα ποὺ ἀγαποῦσε νὰ προσέρχεται στοὺς ἁγιασμένους ὀρθοδόξους ναούς. Προσευχόταν στὸν Θεὸ μὲ θερμὰ δάκρυα κατανύξεως καὶ δώριζε γενναιόδωρα στοὺς ναοὺς γιὰ τὴν διακόσμηση τῶν ἱερῶν. Στὸ ἁγιότοκο εὐλογημένο ζεῦγος γεννήθηκε μία ἁγιόπνευστη θυγατέρα, ποὺ ὀνομάστηκε Εὐπραξία πρὸς τιμὴν τῆς εὐλαβοῦς μητέρας της. Λίγο μετὰ τὴ γέννηση τῆς μικρῆς Εὐπραξίας, ὁ Ἀντίγονος εἶπε στὴ σύζυγό του ὅτι ἡ ἐπίγεια ζωὴ εἶναι σύντομη καὶ τὰ πλούτη μάταια.
Συμφώνησαν λοιπὸν νὰ διακόψουν κάθε σαρκικὴ συζυγικὴ σχέση καὶ νὰ ζοῦν στὸ ἑξῆς ὡς ἀδελφὸς καὶ ἀδελφὴ μέσα στὸν Νυμφίο Χριστόν. Ὁ Ἀντίγονος ἀναπαύθηκε ἐν Κυρίῳ μετὰ ἀπὸ ἕνα μόλις χρόνο ζωῆς χωρὶς συζυγικὴ συνεύρεση μὲ τὴ σύζυγό του. Ὁ αὐτοκράτωρ καὶ ἡ αὐτοκράτειρα τὸν θρήνησαν πικρὰ ὡς πολυτιμότατο συγγενῆ καὶ δίκαιο καὶ εὐλαβέστατο ἄνδρα τῆς αὐλῆς. Συμπόνεσαν ἐπίσης τὴν χήρα Εὐπραξία, ποὺ ἦταν ἀκόμη πολὺ νέα στὴν ἡλικία γιὰ νὰ ἐπιφορτιστεῖ μόνη τὴ φροντίδα τῆς οἰκογενείας.
Ἡ νεαρὴ μητέρα εἶχε ζήσει μόλις δύο χρόνια καὶ τρεῖς μῆνες σὲ συζυγικὲς σχέσεις, καὶ ἕνα χρόνο ὡς ἀδελφὴ μὲ τὸν εὐλαβέστατο σύζυγό της. Μετὰ τὴν ταφὴ τοῦ ἀοίδιμου Ἀντιγόνου, ἡ νεαρὴ Εὐπραξία πῆρε τὴν θυγατέρα της καὶ τὴν ἔδωσε στὰ χέρια τοῦ αὐτοκράτορος. Ἔπεσε στὰ πόδια τοῦ αὐτοκράτορος καὶ τῆς αὐτοκράτειρος μὲ θρῆνο, ζητῶντας νὰ γίνουν στὸ ὀρφανὸ παιδὶ ὡς πατέρας καὶ μητέρα. Ὅταν ἡ μικρὴ Εὐπραξία ἔγινε πέντε ἐτῶν, ὁ αὐτοκράτωρ τὴν ἀρραβώνιασε μὲ ἕναν εὐγενῆ νεαρὸ γιὸ ἀπὸ τοὺς συγκλητικοὺς οἴκους.
Ὁ νέος εὐγενὴς ἀρραβωνιαστικὸς ὑποσχέθηκε νὰ περιμένει μέχρι νὰ ἐνηλικιωθεῖ ἡ μικρὴ ὀρφανή, καὶ ὁ αὐτοκράτωρ ζήτησε ἐγγυήσεις. Λίγο ἀργότερα, ἕνας ἄλλος συγκλητικὸς ἤθελε νὰ νυμφευθεῖ τὴ χήρα μητέρα τοῦ Ἀντιγόνου, καὶ ζήτησε διακριτικὰ τὴ μεσιτεία τῆς αὐτοκράτειρος. Ἡ νεαρὴ χήρα Εὐπραξία, ὅταν ἔμαθε αὐτὴ τὴν πρόταση γάμου, ξέσπασε σὲ θερμὰ δάκρυα καὶ ἀπέρριψε ἀποφασιστικὰ τὴ σύσταση τῆς αὐτοκράτειρος. Ἡ νεαρὴ χήρα ἀπεφάσισε νὰ φύγει κρυφὰ ἀπὸ τὴν Κωνσταντινούπολη μαζὶ μὲ τὴ μικρή της θυγατέρα.
Πῆρε λίγους πιστοὺς δούλους καὶ δοῦλες, καὶ μυστικὰ ἀναχώρησε γιὰ τὴν Αἴγυπτο, ὅπου ἡ οἰκογένεια εἶχε μεγάλα κτήματα. Στὴν Αἴγυπτο ἡ εὐσεβὴς χήρα ἄρχισε νὰ ἐπιθεωρεῖ ἡ ἴδια τὰ κτήματά της μὲ μεγάλη ὑπευθυνότητα γιὰ νὰ μὴν ἀδικηθεῖ κανεὶς ἀπὸ τοὺς ἐργάτες της. Πήγαινε καμιὰ φορὰ στὴν ἐσωτερικὴ Θηβαΐδα μὲ τοὺς ἁγιοτόκους ὑπηρέτες καὶ τοὺς εὐλαβεῖς οἰκονόμους τῆς οἰκογενείας. Περπατῶντας τοὺς ναοὺς καὶ τὰ μοναστήρια ἀνδρῶν καὶ γυναικῶν, μοίραζε γενναιόδωρα μεγάλες δωρεὲς χρυσοῦ καὶ ἀργύρου.
Ἐκεῖ κοντὰ στὴν πόλη ὑπῆρχε ἕνα σπουδαῖο γυναικεῖο μοναστήρι τῆς Ταβέννησος, μὲ ἑκατὸν τριάντα ζηλωτὲς μοναχές. Οἱ θεοευάρεστες ἁγιοπρεπεῖς πράξεις τῶν ταπεινῶν αὐτῶν μοναζουσῶν ἦταν εὐρύτατα φημισμένες σὲ ὅλη τὴν περιοχὴ τῆς Θηβαΐδος. Καμμία ἀπολύτως ἀπὸ τὶς μοναχὲς δὲν ἔπινε κρασί, οὔτε ἔτρωγε λάδι, σταφύλι ἢ ὁποιουσδήποτε ἄλλους κοσμικοὺς καρπούς. Μερικὲς ἀπὸ αὐτές, ποὺ εἶχαν εἰσέλθει στὴ μονὴ ἀπὸ μικρὰ παιδιά, δὲν εἶχαν δεῖ ποτὲ τέτοιους κοσμικοὺς καρπούς.
Ἡ καθημερινή τους τροφὴ ἦταν λιτὸ ψωμὶ μὲ νερό, ὄσπρια καὶ χόρτα τοῦ ἀγροῦ, καὶ μάλιστα χωρὶς καθόλου λάδι. Ἔτρωγαν μία φορὰ τὴν ἡμέρα, τὸ βράδυ, καὶ μερικὲς κάθε δύο ἢ τρεῖς ἡμέρες ἔπαιρναν λίγη τροφή. Δὲν ἀναπαύονταν ποτέ, καὶ δὲν χρησιμοποιοῦσαν ποτὲ θερμὰ λουτρὰ γιὰ τὴ θεραπεία τοῦ σώματός τους ἀπὸ τοὺς ἀσκητικοὺς κόπους. Ὁ ἁπλὸς λόγος τοῦ λουτροῦ ἀκουγόταν ἀνάμεσά τους ὡς ντροπὴ καὶ ὕβρις, ὅπως κάτι ποὺ ἀπαγορευόταν αὐστηρά.
Τὸ στρῶμα τους ἦταν ἕνα τρίχινο ράκος στὸ χῶμα, καὶ τὰ ροῦχα τους ἦταν μάλλινες τρίχινες στολὲς ποὺ τὶς σκέπαζαν ὣς τὰ πόδια. Τὰ θαύματα ποὺ τέλεσε ὁ Θεὸς διὰ τῶν προσευχῶν τους ἦταν πολλά, καὶ θεραπεύονταν διάφοροι ἀσθενεῖς ποὺ προσέρχονταν. Ἡ μακαρία χήρα Εὐπραξία ἀγάπησε ἰδιαιτέρως τὴ μονὴ αὐτὴ καὶ συχνὰ τὴν ἐπισκεπτόταν μαζὶ μὲ τὴ μικρή της θυγατέρα. Πρόσφερε στὸν ναὸ κεριά, λιβάνι καὶ διάφορες ἄλλες δωρεὲς γιὰ τὴν συντήρηση τῆς μοναστικῆς αὐτῆς ἀδελφότητος.
Μία ἡμέρα ἡ μικρὴ Εὐπραξία, ὄντας μόλις ἑπτὰ ἐτῶν, παρακάλεσε τὴ μητέρα της νὰ μείνει γιὰ πάντα στὸ μοναστήρι. Τὸ θεόπνευστο αὐτὸ αἴτημα τοῦ μικροῦ παιδιοῦ ξάφνιασε τὴν εὐσεβῆ μητέρα της, ποὺ συνομίλησε μὲ τὴν ἡγουμένη Θεοδούλη. Ἡ ἡγουμένη ρώτησε τὴν μικρὴ ἀρχοντοπούλα ἂν θὰ μποροῦσε νὰ ἀντέξει τὴ σκληρὴ ἀσκητικὴ ζωὴ τῶν μοναχῶν τῆς ἀδελφότητος. Ἡ μικρὴ Εὐπραξία ἀπάντησε ἁπλὰ καὶ ἀποφασιστικὰ ὅτι ἐπιθυμεῖ νὰ ζήσει ὅπως ζοῦν οἱ ἁγιότατες αὐτὲς μοναχές.
Ἔτσι ἡ ἁγία παρέμεινε στὴ μονὴ ὡς ἀρχάρια ἀδελφή, ἀφήνοντας πίσω τὰ πλούτη καὶ τὶς ἀξίες τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς. Ἡ μητέρα της ἀναπαύθηκε λίγο ἀργότερα ἐν εἰρήνῃ, καὶ ἡ μικρὴ Εὐπραξία ἀφιερώθηκε ὁλόκληρη στὴν ἀσκητικὴ ζωή. Ἀπὸ μικρὴ ἡλικία ἀσκήθηκε σὲ αὐστηρὲς νηστεῖες, ἀγρυπνίες καὶ ἀδιάλειπτες προσευχές, μιμούμενη τοὺς πιὸ προχωρημένους ἁγίους ἀσκητάς. Ἡ ταπείνωσή της ἦταν παράδειγμα γιὰ ὅλες τὶς μοναχὲς τῆς μονῆς, ἀφοῦ μία ἀρχοντοπούλα ταπεινωνόταν μπροστὰ στὶς πιὸ ἁπλὲς ἀδελφές.
Ἀνελάμβανε τὶς πιὸ ταπεινὲς διακονίες, καθάριζε, ἔπλενε, ἑτοίμαζε τὸ φαγητὸ καὶ ἐργαζόταν ἀκούραστα στὰ διάφορα μοναστηριακὰ ἐργόχειρα. Ἡ ὑπακοή της στὴν ἡγουμένη Θεοδούλη ἦταν τέλεια, καὶ ἡ ἀγάπη της πρὸς τὶς ἀδελφὲς ἀκούραστη. Σὲ νεαρὴ ἡλικία ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος, ὅταν ἔμαθε ποῦ βρισκόταν ἡ ὁσία Εὐπραξία, τῆς ἔστειλε ἐπιστολὴ ὑπενθυμίζοντας τὴν παλαιὰ ἀρραβωνιαστική της ὑποχρέωση. Ὁ αὐτοκράτορας τὴν παρακαλοῦσε νὰ ἐπιστρέψει στὴν Κωνσταντινούπολη γιὰ νὰ τελεσθεῖ ὁ προσυμφωνημένος γάμος μὲ τὸν συγκλητικὸ γιό.
Ἡ ὁσία Εὐπραξία ἀρνήθηκε ἥρεμα τὴν αὐτοκρατορικὴ προτροπή, ἀπαντῶντας ὅτι εἶχε νυμφευθεῖ ἤδη τὸν αἰώνιο Νυμφίο Χριστόν. Ζήτησε ἀπὸ τὸν αὐτοκράτορα νὰ μοιράσει ὅλα τὰ ὑπολειπόμενα κτήματα τῆς οἰκογενείας στοὺς πτωχοὺς καὶ τοὺς ὀρφανοὺς τῆς αὐτοκρατορίας. Ὁ αὐτοκράτωρ Θεοδόσιος τιμῶντας τὴν ἀφιέρωσή της ἐκπλήρωσε ἀπολύτως τὸ θέλημά της, καὶ μοίρασε τὰ πλούτη της στοὺς ἀνάγκους. Ἡ ὁσία Εὐπραξία πέτυχε σὲ ὑψηλότατες βαθμίδες ἁγιότητος μέσῳ τῶν αὐστηρῶν ἀσκήσεών της, καὶ ἔλαβε ἀπὸ τὸν Θεὸν τὸ χάρισμα τῶν ἰαμάτων.
Πολλοὶ ἀσθενεῖς πιστοὶ ἀπὸ διάφορα μέρη ποὺ προσέρχονταν στὴ μονὴ τῆς Ταβέννησος θεραπεύονταν θαυματουργικὰ μὲ τὴν προσευχή της. Ὁ ἀρχέκακος διάβολος ἔβλεπε μὲ ἀκραῖο μῖσος τὴν ἀσκητική της πορεία καὶ τῆς ἐπιτέθηκε μὲ διάφορους ὕπουλους τρόπους. Κάποτε τὴν ἔρριξε ἀπὸ ψηλό, ἀλλὰ ἡ ἁγία ἔμεινε ἀβλαβὴς μὲ τὴν δύναμη τοῦ τιμίου Σταυροῦ. Ἀντιμετώπισε καθημερινῶς σκληροὺς πειρασμοὺς καὶ διάφορες προσπάθειες τοῦ ἐχθροῦ νὰ διακόψει τὴν ἁγία ἀσκητική της μοναχικὴ πορεία.
Ὅμως ἡ θεία χάρις τὴν στήριζε διαρκῶς, καὶ ἡ προσευχή της ἀναπτυσσόταν σὲ ὕψη ἀρρήτου θεωρίας. Ἡ ἀδιάλειπτη μνήμη τοῦ Νυμφίου Χριστοῦ τῆς δίδαξε τὴν τέλεια ἀγαπητικὴ ἕνωση μαζί Του στὴν προσευχητικὴ καρδιά της. Ἡ ὁσία Εὐπραξία πρὸ τοῦ τέλους τῆς ζωῆς της ἔλαβε ἀποκάλυψη ἀπὸ τὸν Σωτῆρα Χριστὸ γιὰ τὴν ἐπικείμενη ἀναχώρησή της ἀπὸ τὸν κόσμο. Ζήτησε ἀπὸ τὶς μοναχικὲς ἀδελφὲς νὰ προσευχηθοῦν γιὰ ἐκείνη, καὶ ἀσπάσθηκε καθεμία ξεχωριστὰ μὲ τρυφερὴ πατρικὴ ἀγάπη.
Ἡ ἁγία ἡγουμένη Θεοδούλη συντρίβηκε στὴν ἰδέα τῆς ἀναχωρήσεως τῆς ὁσίας Εὐπραξίας ἀπὸ τὴν ἀδελφότητα τῆς μονῆς. Ἡ ὁσία ἀναπαύθηκε εἰρηνικὰ ἐν Κυρίῳ σὲ ἡλικία τριάντα ἐτῶν, ἀφήνοντας πίσω της μία ἀνεξάλειπτη πνευματικὴ κληρονομιά. Τὸ τίμιο σῶμα της ἐνταφιάστηκε μὲ μεγάλη εὐλάβεια στὴ μονὴ ποὺ τὴν εἶχε ἀναθρέψει πνευματικὰ ἀπὸ τὰ μικρά της χρόνια. Πολλὰ θαύματα ἔγιναν στὸν τάφο της, καὶ μέχρι σήμερα ἡ ἁγία θεωρεῖται προστάτις τῶν παρθένων μοναζουσῶν τοῦ ἀσκητικοῦ βίου.
Ἡ μνήμη της τιμᾶται μὲ ἰδιαίτερη εὐλάβεια ἀπὸ τὶς γυναικεῖες μονὲς τοῦ ὀρθοδόξου κόσμου ποὺ ἀκολουθοῦν τὴν αἰγυπτιακὴ ἀσκητικὴ παράδοση. Ὁ βίος της παραδόθηκε στὰ μεταγενέστερα χρόνια ὡς ἕνα φωτεινὸ πρότυπο τῆς ἀρχοντικῆς παρθενίας ποὺ μετατράπηκε σὲ μοναχικὴ ἁγιότητα. Ἀπὸ τὰ ὕψη τῆς αὐτοκρατορικῆς αὐλῆς ἕως τὰ βάθη τῆς αἰγυπτιακῆς ἐρήμου, ἡ ὁσία διέγραψε μία πορεία ἁγιοπρεπεστάτη. Ἡ Ἐκκλησία τιμᾶ ἰδιαιτέρως τὴ μνήμη τῆς ὁσίας Εὐπραξίας ὡς πρότυπο ταπεινώσεως καὶ ἀγάπης πρὸς τὸν Νυμφίο Χριστόν.
Ἡ ὁσία ἀναδεικνύεται καὶ σήμερα φωτεινὸς ὁδοδείκτης γιὰ ὅλους τοὺς ζηλωτὲς τῆς ἀσκητικῆς ζωῆς ἀνὰ τὸν ὀρθόδοξο κόσμο. Δι' εὐχῶν τῆς ὁσίας Εὐπραξίας τῆς παρθένου, Χριστὲ ὁ Θεός, ἐλέησον καὶ σῶσον τὰς ψυχὰς ἡμῶν, ἀμήν.