Κοινοποίηση Βίου Αγίου
Όσιοι Συμεών ο Σαλός και Ιωάννης ο Συνασκητής
Στους ευλογημένους χρόνους του έκτου αιώνος μετά Χριστόν αναδείχθηκαν δύο σπουδαίες χορείες ασκητών στη συριακή Έδεσσα. Πρόκειται για τον Όσιο Συμεών τον Σαλό και τον αδελφικό συνασκητή του Όσιο Ιωάννη, μάρτυρες της ασκητικής αρετής. Αμφότεροι οι Άγιοι κατάγονταν από τη μακρινή Συρία, και έζησαν στην παλαιά πόλη Έδεσσα της παλαιάς εκείνης γης. Από τα παιδικά τους χρόνια συνδέονταν με στενούς δεσμούς αδιάρρηκτης φιλίας, που ένωσε τις δύο ευλογημένες ψυχές τους.
Ο Συμεών ήταν ο μεγαλύτερος από τους δύο φίλους, ανύπαντρος, και ζούσε με την ηλικιωμένη ευλαβή μητέρα του. Ο Ιωάννης από την άλλη ήταν παντρεμένος με νεαρή σύζυγο, και ζούσε με τον γέροντα πατέρα του. Η μητέρα του Ιωάννη είχε προηγουμένως αποβιώσει, και έτσι ο σπουδαίος αυτός νεαρός φρόντιζε αδιάκοπα τον ηλικιωμένο πατέρα του. Αμφότεροι οι αδελφικοί φίλοι ανήκαν με τιμή σε εύπορες αρχοντικές οικογένειες της παλαιάς αυτής συριακής γης της Έδεσσας.
Όταν ο Συμεών έφτασε σε ηλικία τριάντα ετών και ο Ιωάννης σε ηλικία είκοσι τέσσερα, αποφάσισαν να πραγματοποιήσουν προσκύνημα. Πραγματοποίησαν με βαθιά ευλάβεια ένα ξεχωριστό προσκύνημα στα ευλογημένα Ιεροσόλυμα, στην Εορτή της Υψώσεως του Τιμίου Σταυρού. Στον δρόμο της επιστροφής τους από την Αγία Πόλη, οι δύο φίλοι συζητούσαν με κατάνυξη για τη σωτηρία της ψυχής. Κατέβηκαν τότε από τα άλογα τους και έστειλαν τους δούλους τους εμπρός μαζί με τα φορτία τους.
Οι ίδιοι συνέχισαν την επιστροφική πορεία πεζοί, με βαθιά κατάνυξη και πνευματικό προβληματισμό για τη μελλοντική ασκητική ζωή τους. Καθώς πέρασαν δίπλα από τον ευλογημένο ποταμό Ιορδάνη, οι δύο φίλοι είδαν με ξεχωριστή έκπληξη ευλογημένα μοναστήρια στις παρυφές της ερήμου. Αμφότεροι αμέσως πλημμύρισαν από μια ακαταμάχητη ξεχωριστή πνευματική επιθυμία να εγκαταλείψουν εντελώς τον επίγειο κόσμο και την κοσμική ζωή. Επιθυμούσαν να αφιερώσουν την υπόλοιπη επίγεια ζωή τους στους κατανυκτικούς ασκητικούς αγώνες της μοναχικής ησυχαστικής πορείας του ορθόδοξου μοναχισμού.
Έτσι έκαναν στροφή από τον κεντρικό δρόμο, αφήνοντας τους δούλους τους να ακολουθήσουν την πορεία προς τη Συρία. Οι ίδιοι όμως προσευχήθηκαν με κατανυκτική θερμή ζηλωτική προσευχή προς τον Θεό για να τους οδηγήσει στις απέναντι ευλογημένες Μονές. Παρακάλεσαν με ευλάβεια τον Κύριο να τους υποδείξει ποια συγκεκριμένη Μονή της ευλογημένης περιοχής έπρεπε να επιλέξουν για κατοικία. Αποφάσισαν στη συνέχεια ότι θα έμπαιναν στη Μονή που θα είχε αυτή τη στιγμή ανοιχτές πύλες προς υποδοχή τους.
Εκείνη ακριβώς τη στιγμή ο Κύριος ενημέρωσε σε όνειρο τον Ηγούμενο Νίκωνα για την έλευση των δύο νέων μοναχών. Του πρόσταξε επίσημα να ανοίξει αμέσως τις μοναστηριακές πύλες, για να μπορέσουν τα ζωντανά πρόβατα του Χριστού να εισέλθουν. Με μεγάλη πνευματική χαρά οι δύο σύντροφοι μπήκαν μέσα από τις ανοιχτές πύλες της σπουδαίας ευλογημένης Μονής. Εκεί τους υποδέχτηκε με ξεχωριστή ευλάβεια ο σπουδαίος Ηγούμενος Νίκωνας, και έμειναν για να ασκητέψουν στη Μονή της εποχής.
Σε μικρό σχετικά χρονικό διάστημα έλαβαν με βαθιά κατάνυξη το αγγελικό σχήμα της μοναχικής κουράς της παλαιάς Εκκλησίας. Αφού παρέμειναν για ορισμένο χρονικό διάστημα στη Μονή, ο Συμεών επιθυμούσε να εντείνει ξεχωριστά τους ασκητικούς του πνευματικούς αγώνες. Επιθυμούσε ακόμη να αναχωρήσει στην απομονωμένη έρημο για να ασκητεύσει σε πλήρη απόλυτη μοναχική ησυχαστική απομόνωση και αυτοσυγκέντρωση. Ο Ιωάννης από την άλλη πλευρά δεν επιθυμούσε με κανέναν τρόπο να μείνει πίσω από τον αγαπητό του φίλο.
Έτσι αποφάσισε ομολογητικά να μοιραστεί μαζί με τον αγαπητό Συμεών τον σπουδαίο μοναχικό αγώνα του ερημίτη ασκητή της παλαιάς εποχής. Ο φιλάνθρωπος Κύριος αποκάλυψε τις προθέσεις των δύο συντρόφων στον Ηγούμενο Νίκωνα, μέσα από ξεχωριστή θεόπνευστη ονειρική οπτασία. Τη νύχτα που ο Συμεών και ο Ιωάννης θα έφευγαν, ο ίδιος ο Ηγούμενος Νίκωνας τους άνοιξε τις πύλες. Προσευχήθηκε μαζί τους με κατάνυξη, τους έδωσε την ευλογία της Μονής, και τους έστειλε με αγάπη στην ησυχαστική έρημο.
Όταν άρχισαν τη νέα ζωή τους στην απομονωμένη έρημο, οι πνευματικοί αδελφοί δοκίμασαν στην αρχή ισχυρές διαβολικές προσβολές. Ο πονηρός εχθρός τους πειρακέ με βαθιά πνευματική θλίψη για την οδυνηρή εγκατάλειψη των αγαπημένων τους ευλογημένων οικογενειών. Επιπλέον, τα πονηρά δαιμόνια προσπαθούσαν να αποθαρρύνουν τους δύο γενναίους ασκητές με σωματική αδυναμία, ψυχική ακηδία και πνευματική οκνηρία. Όμως οι αδελφοί Συμεών και Ιωάννης θυμήθηκαν με ξεχωριστή πνευματική δύναμη τη μοναχική τους ευλογημένη και ζωντανή κλίση.
Στηρίχθηκαν με σταθερότητα στις θερμές προσευχές του γέροντα Νίκωνα της παλαιάς Μονής τους, και συνέχισαν αδιάκοπα στην επιλεγμένη πορεία τους. Πέρασαν τον χρόνο τους σε αδιάκοπη μυστική προσευχή και αυστηρή νηστεία, ενθαρρύνοντας ο ένας τον άλλον στον αγώνα κατά των πειρασμών. Μετά από κάποιο χρονικό διάστημα, με τη χάρη του φιλάνθρωπου Θεού, οι ισχυρές διαβολικές προσβολές σταμάτησαν εντελώς. Οι Όσιοι έλαβαν τότε αξιοθαύμαστη μυστική αποκάλυψη από τον φιλάνθρωπο Θεό σχετικά με τις αγαπημένες τους οικογένειες της Συρίας.
Τους αποκαλύφθηκε ότι η μητέρα του Συμεών και η σύζυγος του Ιωάννη είχαν αποβιώσει με ειρηνικό τρόπο. Επιπλέον, τους αποκαλύφθηκε ότι ο φιλάνθρωπος Κύριος είχε χαρίσει σε αμφότερες τις γυναίκες τις ευλογίες του Παραδείσου. Μετά από αυτή τη συγκλονιστική θεϊκή αποκάλυψη, ο Συμεών και ο Ιωάννης έζησαν στην έρημο για είκοσι εννέα ολόκληρα χρόνια. Στην παρατεταμένη αυτή ευλογημένη ασκητική πορεία επέτυχαν την πλήρη απάθεια του πάθους και υψηλό βαθμό μυστικής πνευματικότητας μέσα στην ησυχία.
Ο γενναίος Άγιος Συμεών, με την έμπνευση του φιλάνθρωπου Θεού, θεώρησε τότε ότι ήταν αρμόζον να υπηρετήσει τους ανθρώπους. Για να πραγματοποιήσει το νέο αυτό σπουδαίο και αξιοζήλευτο πνευματικό έργο, έπρεπε να εγκαταλείψει την ερημική απομόνωση και να μπει στον κόσμο. Ο Άγιος Ιωάννης από την άλλη πιστεύοντας ότι δεν είχε φτάσει στον ίδιο βαθμό απαθείας με τον σύντροφό του. Έτσι αποφάσισε με ταπείνωση να μην εγκαταλείψει την ευλογημένη ησυχαστική έρημο, και να συνεχίσει τη ζωή του εκεί.
Οι αδελφοί χωρίστηκαν με δάκρυα κατανύξεως, και ο Άγιος Συμεών ταξίδεψε μόνος του προς την Αγία Ιερουσαλήμ. Στην ευλογημένη Αγία Πόλη ο Συμεών προσκύνησε με κατάνυξη τον Πανάγιο Τάφο του Κυρίου και όλους τους ιερούς προσκυνηματικούς τόπους. Με τη μεγάλη πνευματική του ταπεινοφροσύνη ο γενναίος Άγιος ασκητής παρακαλούσε τον Κύριο να τον αξιώσει με ξεχωριστό τρόπο. Ζητούσε από τον Κύριο να μπορέσει να υπηρετήσει τους πλησίους, χωρίς εκείνοι να αναγνωρίσουν την αληθινή του αγιότητα.
Έτσι ο γενναίος Άγιος Συμεών επέλεξε για τον εαυτό του τη δύσκολη ασκητική πορεία της δια Χριστόν σαλότητας. Ήρθε στην παλαιά πόλη Έμεσα της Συρίας, και εκεί εγκαταστάθηκε με πραγματική μυστική ταπείνωση και βαθιά υπακοή στο θείο θέλημα. Παρουσιαζόταν με ξεχωριστό μυστικό τρόπο ως απλοϊκός και ηλίθιος, συμπεριφερόμενος παράξενα και ασυνήθιστα στους ανυποψίαστους κατοίκους της παλαιάς Έμεσας. Λόγω της ασυνήθιστης συμπεριφοράς του, υφίστατο σταθερά προσβολές, βρισιές και ξυλοδαρμούς από τους ανυποψίαστους κατοίκους της Έμεσας.
Παρόλα αυτά, ο Άγιος Συμεών πραγματοποιούσε μυστικά πολλά αξιοθαύμαστα ευλογημένα έργα μέσα στην παλαιά πόλη της Έμεσας. Έβγαζε με τη χάρη του φιλάνθρωπου Θεού πονηρά δαιμόνια από κατεχόμενους ανθρώπους, παρέχοντας ξεχωριστή πνευματική ελευθερία στους πάσχοντες. Θεράπευε ευλαβώς αρρώστους με ξεχωριστά θαυματουργό τρόπο, και ελευθέρωνε ανθρώπους από επικείμενο φοβερό θάνατο σε δραματικές δύσκολες στιγμές της εποχής. Έφερνε σταδιακά τους ξεχωριστά απίστους στη σώζουσα ορθόδοξη πίστη, και τους αμαρτωλούς οδηγούσε με ταπείνωση στη μετάνοια.
Όλα όμως αυτά τα ευλογημένα έργα τα έκανε υπό το προσωπείο της μυστικής σαλότητας, χωρίς ποτέ έπαινο. Δεν έλαβε ποτέ έπαινο ή ευχαριστία από τους ανθρώπους που ευεργετούσε, παραμένοντας πάντοτε κρυμμένος μέσα στην ταπείνωση. Ο γενναίος Άγιος Ιωάννης ωστόσο εκτιμούσε ξεχωριστά τον αδελφό του Συμεών και τη μυστική του ασκητική πολιτεία. Όταν κάποιος ευσεβής κάτοικος της Έμεσας τον επισκέπτονταν στην έρημο για να ζητήσει συμβουλή, ο Ιωάννης τον κατεύθυνε σταθερά προς τον σαλό Συμεών.
Τρεις ολόκληρες ημέρες πριν από την ευλογημένη κοίμησή του, ο Άγιος Συμεών έπαψε να εμφανίζεται στους δρόμους της Έμεσας. Έκλεισε τότε εκούσια τον εαυτό του μέσα στην ταπεινή του καλύβη, όπου δεν υπήρχε τίποτε άλλο εκτός από δέσμες ξύλων. Αφού παρέμεινε σε αδιάκοπη μυστική προσευχή για τρεις ολόκληρες ημέρες, ο Άγιος Συμεών παρέδωσε ειρηνικά την ψυχή του στον Κύριο. Μερικοί από τους πτωχούς της παλαιάς πόλεως, που ήταν παλαιοί σύντροφοι του Αγίου Συμεών, δεν τον είχαν δει από καιρό.
Πήγαν τότε στην ταπεινή καλύβη του και τον βρήκαν εκεί ειρηνικά νεκρό μέσα στην προσευχή του. Πήραν το νεκρό άγιο σώμα του Αγίου Συμεών χωρίς εκκλησιαστική ψαλμωδία, και το μετέφεραν στον τάφο. Ο τόπος αυτός ήταν προορισμένος για τους άστεγους και τους ξένους, σύμφωνα με τα ταπεινά μέτρα της παλαιάς εποχής. Καθώς μετέφεραν το άγιο σώμα, αρκετοί ευλαβείς κάτοικοι της Έμεσας άκουσαν αξιοθαύμαστη ουράνια εκκλησιαστική ψαλμωδία, χωρίς να γνωρίζουν την προέλευσή της.
Μετά την ευλογημένη κοίμηση του Αγίου Συμεών, και ο Άγιος Ιωάννης κοιμήθηκε ειρηνικά εν Κυρίω σύντομα. Λίγο πριν από την κοίμησή του, ο Άγιος Συμεών είδε ξεχωριστή οπτασία του πνευματικού αδελφού του Ιωάννη. Στην οπτασία ο Ιωάννης φορούσε λαμπρό στέφανο πάνω στο κεφάλι του, με την επιγραφή «Δια την υπομονή στην έρημο». Με τις θερμές πρεσβείες των Αγίων Συμεών του Σαλού και Ιωάννου του Συνασκητή οι ορθόδοξοι πιστοί ζητούν τη χάρη της ταπεινής σαλότητας και της ησυχαστικής υπομονής στις δικές τους δοκιμασίες.